Πάντα έλεγα ότι τέτοια κείμενα είναι πολύ πιο ευχάριστα να τα διαβάζεις όντας Ολυμπιακός παρά ως Παναθηναϊκός.

Θυμάμαι ας πούμε την αποδοχή της οποίας τύγχαναν ορισμένα από τα κείμενα που γράφονταν εδώ μέσα όσο ο Παναθηναϊκός έπαιζε με έσοδα-έξοδα και ήταν ως επί το πλείστον επικριτικά τόσο για την διοίκηση όσο και για την γενικότερη λειτουργία της ομάδας.

Μία αποδοχή που ήξερε ο εκάστοτε γράφων πόσο επίπλαστη είναι καθότι στην πρώτη επιτυχία της ομάδας όλες οι πλευρές γνώριζαν πόσο όμορφα θα καεί αυτό το χωριό.

Ο Παναθηναϊκός λοιπόν έχασε και έχασε με τρόπο που δεν έπρεπε.

Μάλλον έχασε με τρόπο που όλη η χρονιά φώναζε ότι θα έρθει και που όλοι μα όλοι μέχρι και το τελευταίο δευτερόλεπτο αυτής της σεζόν περίμεναν γίνει ένα θαύμα για να την γυρίσει.

Ε δεν έγινε.

Το Captain Obvious statement εδώ είναι ότι η απογοήτευση είναι ιστορικά μεγάλη.

Έλεγα προσωπικά ότι φοβόμουν 20 χρόνια μετά την Ταού θα ζήσω κάτι ανάλογο με την Βαλένθια.

Τώρα λοιπόν που είχα την τύχη να τα ζήσω και τα δύο έχω να πω ότι για κάποιο λόγο η Ταού με πόνεσε περισσότερο.

Ανεξαρτήτως τέλος πάντων του μεγέθους της αποτυχίας και του τρόπου που ήρθε αυτή, το τμήμα καλώς για μερικούς, κακώς για άλλους, έχει στεγανά και θα είναι εδώ και την επόμενη ημέρα.

Παίκτες έχουν συμβόλαιο, γήπεδο υπάρχει, θέληση από ό,τι φαίνεται υπάρχει, ο Παναθηναϊκός επομένως θα είναι εδώ και την επόμενη χρονιά.

Θέλω να πω πολλά, επομένως χωρίς περαιτέρω εισαγωγές περνάω στο προκείμενο.

Η αποτυχία του φετινού Παναθηναϊκού δεν οφείλεται σε ένα πράγμα, αλλά σε μία τέλεια καταιγίδα παραγόντων.

Τέτοιο project, με τέτοια δυναμική και με αυτό το μέγεθος της επένδυσης δεν θα μπορούσε να πέσει διαφορετικά. Όχι στο μπάσκετ και όχι στο μπάσκετ του Παναθηναϊκού εν προκειμένω.

Έπρεπε να γίνουν πολλά.

Και έγιναν.

Για την ακρίβεια στο δικό μου μυαλό αν ο φετινός Παναθηναϊκός ήταν άνθρωπος θα ήταν ο Μάξιμος όταν πήγε να πολεμήσει με τον Κόμοδο αφού πρώτα είχε φάει μαχαιριά μέσα από τη στολή.

Θα εξηγήσω.

Μίλησα για καταιγίδα παραγόντων.

Και ναι, το φετινό οικοδόμημα δεν έπεσε επειδή απλά ο Αταμάν «έπαιζε hedge.»

Αν υπήρξαν παράγοντες που οδήγησαν τον Παναθηναϊκό σε αυτή την ιστορική, γιατί πρόκειται για ιστορική, αποτυχία αυτοί θα μπορούσαν να συνοψιστούν σε τρεις λειτουργικές αποτυχίες.

Και φυσικά η πρώτη είναι η αγωνιστική.

Ο Παναθηναϊκός έχασε τη σειρά με την Βαλένθια και όπως είναι λογικό το ανάθεμα πηγαίνει πρώτα στον προπονητή του.

Ο Αταμάν κάνει λάθη στη σειρά, πολλά ή μάλλον τα περισσότερα εκ των οποίων ήταν αναμενόμενα.

Και αυτό είναι το χειρότερο.

Να πω αρχικά ότι ο Παναθηναϊκός στη σειρά σουτάρει καλύτερα από τη Βαλένθια στο τρίποντο συνολικά (35% έναντι 31.9%). Με άλλα λόγια ο Παναθηναϊκός καλό θα ήταν να έχει σουτάρει καλύτερα σε όλα τα παιχνίδια αλλά δεν βρίσκεται σπίτι του επειδή απλά δεν έβαζε τα τρίποντα.

Ούτε η Βαλένθια τα έβαλε.

Στο πρώτο παιχνίδι με το σουτ της Βαλένθια γελάει ο κόσμος (18%). Στο δεύτερο σουτάρει με 42% αλλά ο Παναθηναϊκός με 53% και στο τρίτο που ο Παναθηναϊκός χάνει σουτάρουν και οι δύο ομάδες ακριβώς 10/29.

Στα επόμενα δύο σουτάρουν και οι δύο άσχημα. Στο Game 4 ο Παναθηναϊκός χειρότερα (23% έναντι 34%) και στο Game 5 η Βαλένθια (29% έναντι 31%).

Η Βαλένθια ωστόσο έχει καλύτερο δίποντο (59% έναντι 52.3%), περισσότερα επιθετικά ριμπάουντ (69 έναντι 58), καλύτερο AST/TO (1.82 έναντι 1.42) και περισσότερες βολές.

Για το τελευταίο θα μιλήσω αργότερα.

Εν προκειμένω η Βαλένθια παίζει σταθερά το παιχνίδι της, προσαρμόζεται στη σειρά και τελικά ο Παναθηναϊκός καταρρέει.

Η σειρά χάνεται γιατί μετά το 2–0 η Βαλένθια βρίσκει ακριβώς πού να χτυπήσει τον Παναθηναϊκό.

Ρυθμό, επιθετικό ριμπάουντ, βολές, Μοντέρο ως δημιουργό και εκτελεστή και την αδυναμία του Παναθηναϊκού να παράγει σταθερό half-court advantage χωρίς Σλούκα.

Καλώς ή κακώς για όλα τα παραπάνω με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο η ευθύνη βαραίνει τον προπονητή.

Αφ’ ενός ο Μοντέρο είναι ο παίκτης που αλλάζει τη σειρά.

Και δεν είναι μόνο οι πόντοι, αλλά πρωτίστως το γεγονός ότι δημιουργεί μονίμως την πρώτη ρωγμή και μετά η Βαλένθια παίζει 4 εναντίον 3, ή με άμυνα σε περιστροφή.

Στη σειρά έχει 18.5 πόντους και 5.8 ασίστ ανά παιχνίδι. Στο Game 4 δε που σχεδόν το παίρνει μόνος του γράφει 29-7-7 με 4/6 τρίποντα και 91.7% eFG%.

Το πρόβλημα εν προκειμένω με τον Μοντέρο δεν είναι μόνο ποιος τον μαρκάρει όσο η σειρά προχωράει. Το πρόβλημα ήταν ότι βλέπει επαναλαμβανόμενα pattern. Από το Game 3 και μετά ξέρει πότε θα έρθει το hedge, πού θα ανοίξει η πρώτη πάσα και από ποια πλευρά θα βγει το close-out.

Ναι Σορτς μου, υπάρχουν και αυτά τα γκαρντ.

Επανέρχομαι.

Η αμυντική τώρα προσέγγιση με hedge όπως έχει γραφτεί παντού δεν ήταν sustainable. Και μιας και είπα τη μαγική λέξη hedge ας πω κι εδώ δυο πράγματα.

Το θέμα με το hedge δεν είναι ότι ο Λεσόρ δεν μπορεί να το παίξει. Μπορεί.

Το θέμα είναι ότι κάθε φορά που ο ψηλός έβγαινε ψηλά, η Βαλένθια είχε μονίμως τρεις επιλογές. Είτε γρήγορη πάσα στο short roll, είτε kick-out σε έναν μπουφέ από παίκτες (Μπαντιό, Τέιλορ, Ντε Λα Ρέα, Ρίβερς), είτε επίθεση στο αμυντικό ριμπάουντ από τη δεύτερη γραμμή.

Το πρόβλημα εν προκειμένω δεν ήταν μόνο το πρώτο σκριν. Ήταν η δεύτερη περιστροφή και το τελείωμα της κατοχής.

Δεν λέω ότι κάθε hedge ήταν λάθος. Λέω ότι απέναντι στη συγκεκριμένη Βαλένθια, με τόσους χειριστές, τόσους παίκτες που επιτίθενται στην close-out άμυνα και τόσους που μπαίνουν στο ζωγραφιστό, το συνεχές επιθετικό hedge δημιούργησε περισσότερα προβλήματα από όσα έλυσε.

Η αλυσίδα ήταν επαναλαμβανόμενη:

Hedge ψηλά, πρώτη πάσα, περιστροφή, δεύτερη πάσα, close-out, ντράιβ, ή φάουλ, ή άστοχο σουτ και επιθετικό ριμπάουντ.

Η Βαλένθια δεν χρειαζόταν πάντα καθαρό τρίποντο. Αρκούσε να βάλει τον Παναθηναϊκό σε δεύτερη και τρίτη περιστροφή. Εκεί άρχιζαν τα φάουλ, τα χαμένα box-outs και οι ανισορροπίες.

Ο Λεσόρ με άλλα λόγια μπορεί να παίξει hedge.

Αλλά δεν μπορεί να βγαίνει συνεχώς τόσο ψηλά και μετά να περιμένεις να είναι και ο βασικός αμυντικός ριμπάουντερ.

Όχι φέτος τουλάχιστον και όχι τη στιγμή που ακόμα προσπαθεί να επαναφέρει το κορμί του στην προ-τραυματισμού κατάσταση.

Ο παίκτης γύρισε και δεν χρειαζόταν να τον δεις στο παρκέ, το πρόσωπο του έβλεπες και έφερνε περισσότερο στον Μοράντ παρά στον ίδιο.

Βάσει αυτού, δεν μπορείς να απαιτείς, ή να περιμένεις από τον παίκτη να κάνει ό,τι έκανε το 2024.

Η διαχείριση του Λεσόρ ήταν λανθασμένη και ήταν λανθασμένη όλη τη χρονιά, όχι μόνο στο τέλος της. Θα μου πεις ήσουν άτυχος με τον Χολμς (ο Χολμς αυτός ήταν και πριν) και μετά είχες τον Γιούρτσεβεν.

Έχουν ειπωθεί τόσα για αυτές τις επιλογές που δεν βρίσκω νόημα να πω τα ίδια.

Η Βαλένθια λοιπόν πήρε 69 επιθετικά ριμπάουντ στη σειρά. Στα τρία τελευταία παιχνίδια είχε 44 επιθετικά ριμπάουντ.

Αυτό τώρα είναι δομική αποτυχία της άμυνας, όχι απλώς ατυχία στο box-out.

Στο Game 3 η Βαλένθια πήρε 14 επιθετικά ριμπάουντ και έβαλε 91 στο ΟΑΚΑ. Στο Game 4 πήρε 16 επιθετικά ριμπάουντ και στο Game 5 πήρε 14.

Λέγαμε και προ παιχνιδιών ότι όταν ο σκρίνερ είναι ο Σακό μπορείς να πιέσεις με hedge. Όταν είναι οποιοσδήποτε εκ των Ρίβερς, Κοστέλο, Πραντίγια δεν μπορείς να δίνεις εύκολα pop και περιστροφές.

Λέγαμε, λέγατε, λέγανε.

Ο Παναθηναϊκός έχασε.

Και ακόμα και με όλα τα λάθη του κόσμου ο Παναθηναϊκός είχε τους καλύτερους παίκτες, είχε προπονητή με προσωπικότητα και έφτασε να έχει και το μομέντουμ της σειράς. Ποιο μομέντουμ δηλαδή. Έφτασε να έχει ιστορικά δυνατό μομέντουμ, όχι κάποιο πάνω χέρι σε μια αμφίρροπη σειρά.

Και θα το πω εδώ γιατί με τα χρόνια αυτά θα ξεχαστούν και δεν το θέλω.

Η εμφάνιση που κάνει ο Παναθηναϊκός στο Game 2 είναι από τις μεγαλύτερες παραστάσεις που θυμάμαι να έχει δώσει η ομάδα. Έβερ.

Όχι προφανώς η καλύτερη. Σίγουρα όμως μία από τις πιο dominant νίκες που έχω δει ποτέ.

Διαιτησία που θα έκανε τον Αρτεάγκα να χαμογελάει. Απέναντι του μια ομάδα-ρομπότ στο τρίποντο.

Και ο Παναθηναϊκός να βάζει το ένα μεγάλο σουτ μετά το άλλο επί 45 λεπτά.

Η Βαλένθια τελειώνει το παιχνίδι με 27 ασίστ, 16/38 τρίποντα και 10 επιθετικά ριμπάουντ. Ο Παναθηναϊκός όμως τελειώνει με 16 στα 30 τρίποντα και 66% eFG%. Ενδεικτικά, στα επόμενα 3 παιχνίδια, ο Παναθηναϊκός θα είχε 49% eFG% και η Βαλένθια θα τα κέρδιζε με 53%.

Και ναι, κάποιος θα έλεγε ότι αυτό ήταν shot-making survival, όχι σταθερό playoff control.

Από την άλλη ο Παναθηναϊκός του Αταμάν αυτό κάνει. Και ιστορικά έχει πετύχει. Το αν αρέσει, ή αν ήταν sustainable είναι άλλη κουβέντα. Το θέμα είναι ότι αυτοί οι παίκτες αυτό μπορούν να το κάνουν. Γι’ αυτό και ήταν η ομάδα που δεν ήθελε κανείς να έχει αντίπαλο φέτος.

Θυμίζω ότι ο φετινός Παναθηναϊκός τη φετινή χρονιά έχει κερδίσει και τις 4 φιναλίστ του φάιναλ φορ.

Ή για να το πω αλλιώς, το Game 1 ο Παναθηναϊκός το παίρνει με 10 ασίστ.

Είναι λοιπόν sustainable;

Την απάντηση νομίζω μετά από 3 χρόνια του Αταμάν στον Παναθηναϊκό την γνωρίζουν λίγο πολύ όλοι.

Το μπάσκετ του Αταμάν απαιτεί πρωτίστως να είναι οι παίκτες.. διαθέσιμοι να παίξουν. Αυτό το NBA-like μπάσκετ της πλήρους ελευθερίας των σταρ απαιτεί πρωτίστως οι σταρ αυτοί να υπάρχουν. Με άλλα λόγια αν δεν υπάρχουν, ο Παναθηναϊκός δεν πρόκειται ποτέ να γίνει ομάδα αυτοματισμών ή αυτό που μπακαλίστικα λέμε «συστήματος.»

Enter Σλούκας.

Ο Παναθηναϊκός χωρίς τον Σλούκα έπρεπε να δώσει χρόνο και ρόλο στον Σορτς.

Ο Αταμάν τον έδωσε και ο Σορτς στο τέλος του Game 3 έψαχνε τον Ρογκαβόπουλο όπως έψαχνε κάποτε ο Τζ. Ρ. Σμιθ τον Λεμπρόν. Λέω το Game 3 επίτηδες γιατί ήταν το καλό του Σορτς. 17 πόντοι, 6 ασίστ, 2/4 τρίποντα.

Επίσης γνωρίζοντας πλέον τον Αταμάν αυτό το ψάξιμο δεν πρέπει να του έκατσε πολύ καλά. 6.5 λεπτά στο Game 4 και 5.5 λεπτά στο Game 5 και το γνωστό ξεφώνημα στο ημίχρονο.

Να πω εδώ για το ξεφώνημα.

Όσο και να είναι ο τρόπος σου κόουτς, όταν κερδίζεις και είσαι καβάλα στο άλογο έχεις την δύναμη να κάνεις ό,τι θέλεις. Όταν αν χάσεις χάνεσαι προσπαθείς να βρεις άλλο κώδικα επικοινωνίας με τους παίκτες σου. Αλλιώς απλά τους έχεις χάσει όλους.

Εν προκειμένω το δίδυμο Λεσόρ και Σορτς ήταν +9 στο Game 3.

Αυτό ήταν κάτι που άξιζε περισσότερη επεξεργασία.

Για ακόμα μία φορά να πω, ενδεχομένως από τις τελευταίες, ότι τον Σορτς προσωπικά δεν τον εκτίμησα ποτέ ως προς το φιτ του στην ομάδα. Λέγοντας λοιπόν ό,τι λέω δεν επιχειρηματολογώ υπέρ του ότι ο Αταμάν είναι 100% λάθος στην εκτίμηση του.

Δεν είναι.

Λέω ότι αν μη τι άλλο ο Παναθηναϊκός δεν έδωσε ποτέ στον παίκτη το spacing που χρειάζεται.

Ποτέ.

Μέσα στη χρονιά σε συνέχεια. Έδινε σπασμωδικά, ευκαιριακά και χωρίς καμία συνέχεια.

Κατά βάση ο Σορτς έμπαινε για να κάνει ό,τι έκανε ο Σλούκας.

Ξανά λέγαμε, λέγατε, λέγανε, αλλά ο Σορτς δεν μπορεί να είναι χρήσιμος αν απλώς μπαίνει για να παίξει στατικό πικ ν ρολ απέναντι σε άμυνα που περνάει κάτω και γεμίζει τη ρακέτα. Είδες ότι ο Σάρας πέρυσι τον κορόιδευε αγωνιστικά στο ίδιο πλαίσιο αγώνων και με τον ίδιο να περιστοιχίζεται από ακόμα πιο ταιριαστό περιβάλλον.

Ο Παναθηναϊκός έπρεπε να αποφασίσει νωρίτερα. Ή του δίνεις 4-out περιβάλλον με ξεκάθαρη αποστολή ή άλλαξε τον.

Ή μην τον πάρεις ακόμα καλύτερα!

Το να τον χρησιμοποιείς λίγο και αμήχανα όλη τη χρονιά ήταν ένα μαρτύριο που τουλάχιστον φαίνεται να τελειώνει.

Είπα πριν Ρογκαβόπουλος.

Ο παίκτης στο Game 3 βάζει 16 πόντους και έχει 4 ασίστ για 0 λάθη. Δίνει μέγεθος, σουτ, δεύτερη απόφαση.

Και στο Game 4 παίζει 7 λεπτά.

Βάσει της χρονιάς που έχουμε δει εκπλήσσει κανέναν;

Μην τα πολυλογώ.

Ο Παναθηναϊκός του Αταμάν είχε την ιστορική τύχη το 2024 να μην έχει κανέναν από τους 7 βασικούς που έπαιξαν όλη τη χρονιά τραυματία επί μακρόν.

Και πήρε το ευρωπαϊκό.

Τη δεύτερη χρονιά είχε από την άλλη την ιστορική ατυχία να χάσει τον Λεσόρ, να μην καταλάβει ποτέ τί του έφερε ο Γκάμπριελ και την τρίτη να έχει τον Λεσόρ ακόμα σε στάδιο επανένταξης από ένα τραυματισμό που είχε 1.5 χρόνο πριν και μαζί με αυτό να χάσει τον Σλούκα out of all people ακριβώς πριν από τα πλέιοφ.

Τα μαχαίρια κάτω από τη στολή που λέγαμε.

Ο Γκραντ ως οργανωτής παίζει τίμια την σειρά έχοντας 30 ασίστ για 7 λάθη.

Είναι ωστόσο αυτή η εικόνα που μας έμεινε από αυτόν;

Προσωπικά έφτασα βλέποντας τον να τον παρομοιάζω σε ένα σημείο με τον Μάντζαρη. Κώλο-κώλο να περάσουμε τη σέντρα για να τη δώσουμε στο Σπανούλη.

Ξέρω, ολέθριο disservice για ένα παίκτη που προφανώς εκτιμώ απεριόριστα και θα θυμάμαι για πάντα με χρυσά γράμματα.

Εν προκειμένω ωστόσο ο Γκραντ φέτος ταλαιπωρήθηκε. Και ειδικά όσο προχωρούσε η φετινή χρονιά ήταν όλο και πιο φανερό ότι δεν τραβάει την άμυνα ως σκόρερ.

Δεν είναι ο παίκτης πλέον που θα τιμωρήσει σταθερά την αντίπαλη άμυνα.

Ο Μαρτίνεθ μπορούσε να ζήσει με το να οργανώνει ο Γκραντ αρκεί να μη δημιουργεί σκορ. Με αποτέλεσμα να βαρύνεται ο Ναν.

Κέντρικ Ναν λοιπόν.

Ενδεικτικά να πούμε ότι από το Game 3 και μετά ο Ναν έχει συνολικά 41 πόντους και 6 ασίστ για 14 λάθη.

Μία η λανθασμένη προσέγγιση του Αταμάν στον Σορτς, μία η αδυναμία του Γκραντ να παίξει επαρκώς ως κόμπο, έφερναν τον Ναν στη θέση να πρέπει πολύ συχνά να δημιουργήσει από το μηδέν.

Αποτέλεσμα τώρα αυτού είναι αφ’ ενός η Βαλένθια να τον σπρώχνει σε jumpers και αφ’ ετέρου ο Παναθηναϊκός να του δίνει να διαχειριστεί δράσεις χωρίς πλεονέκτημα.

Το παραπάνω είναι ένα πρόβλημα που είχε τονιστεί από την πρώτη στιγμή που ήρθε ο Ναν στην Ευρώπη.

Το τελευταίο σκαλί για αυτόν της απόλυτης κυριαρχίας στην Ευρώπη θα ήταν να γίνει πιο δημιουργός.

Ε δεν έγινε.

Και όσο περνάει ο καιρός φαίνεται όλο και πιο καθαρά ότι το πρόβλημα είναι ψυχολογικό και όχι θέμα ικανοτήτων. Το skill εκεί είναι. Ο δημιουργός ωστόσο έχει συγκεκριμένο mindset.

Ο Διαμαντίδης, δηλαδή ίσως ο GOAT τέτοιος τελείωσε την καριέρα του με καλάθι-πρωτάθλημα του Σπανούλη και όταν τον είχαν ρωτήσει μετά στη συνέντευξη χαμογελούσε και έλεγε α ρε Μπιλάρα.

Ενδεχομένως το ίδιο βράδυ να το είχε ξεχάσει.

Ο Ναν θα τον είχε πάρει στο κυνήγι.

Στην υπερβολή του αλλά ο άσσος πρέπει πρωτίστως να έχει καθαρό μυαλό και ηρεμία να δει τους συμπαίκτες του και να πάρει την σωστή απόφαση κάτω από τεράστια πίεση.

Είναι ό,τι κοντινότερο στη θέση του Quarterback στο NFL.

Αν δεν την έχει τότε πολύ απλά δεν μπορεί να είναι άσσος.

Και ο Ναν δεν είναι αυτός.

Με μια υποσημείωση.

Ο Αταμάν όλα αυτά πρέπει να τα ξέρει. Πολύ πριν από εμάς. Και να κάνει κάτι για αυτό.

Ο Μαρτίνεθ ας πούμε, ή μάλλον και ο κόσμος στην εξέδρα, ξέρει ότι με τον Ναν θα προσπαθήσεις πρώτα να παίξεις με το μυαλό του και μετά να τον σταματήσεις αγωνιστικά.

Είναι το μοναδικό που μπορεί να ανακόψει τον ρυθμό αυτού του παίκτη.

Ο Αταμάν λοιπόν δεν τον βοήθησε ποτέ στη σειρά. Ούτε να του πάρει τη μπάλα, ούτε να του βάλει παίκτη δίπλα του. Με αποτέλεσμα να είναι ο παίκτης που έχω δει να πέφτει στην ίδια παγίδα σε μία σειρά ίσως έβερ.

Συνδυαστικά τώρα όλα τα παραπάνω είχαν σαν φυσικό επακόλουθο ο Ναν εκτός των άλλων να μην οδηγηθεί καθόλου στις βολές στα τελευταία 3 παιχνίδια.

Αντίθετα με τα αφηγήματα που έπαιξαν αρκετά στα σόσιαλ των φίλων της ομάδας και έψαχναν αόρατους εχθρούς.

Και αυτή θα ήταν η αναφορά στη διαιτησία που θα διάβαζα σε αντίστοιχα παιχνίδια για παραπάνω από 20 χρόνια σε όλα τα αθλήματα του Παναθηναϊκού.

Δεν έχει πλάκα;

Η διαιτητική αντιμετώπιση του Ναν λοιπόν.

Να ξεκινήσουμε λέγοντας ότι ο Ναν σουτάρει 5 βολές στη σειρά. Για να δώσουμε μία τάξη μεγέθους ο Μοντέρο σουτάρει 27.

Συνολικά στη σειρά, ο Παναθηναϊκός χρεώνεται με 17 περισσότερα φάουλ (109 έναντι 92) και η Βαλένθια σουτάρει 31 περισσότερες βολές (68 έναντι 99). Η διαφορά βολών-φάουλ δε είναι και σχετικά κολακευτική καθότι πολλά δίνονται στον Παναθηναϊκό στο τέλος περιόδων.

Εν προκειμένω, μέχρι το Game 3 η εικόνα δεν είναι εξωφρενική. Στο Game 1 έχουμε πλεονέκτημα Παναθηναϊκού στις βολές με 17-10, στο Game 2 έχουμε 23-15 υπέρ της Βαλένθια και στο Game 3 πλεονέκτημα Παναθηναϊκού με 16-13.

Στα Games 4-5 ωστόσο έχουμε μια διαφορετική ιστορία.

Συγκεκριμένα, ο Παναθηναϊκός σε αυτά τα 2 παιχνίδια σουτάρει 33 βολές λιγότερες (20 έναντι 53), κάνει 11 περισσότερα φάουλ (49 έναντι 38), ενώ έχει 18 περισσότερα FGA (145 έναντι 127) και 3 περισσότερα επιθετικά ριμπάουντ (33 έναντι 30).

Ο Παναθηναϊκός δηλαδή έχει περισσότερες προσπάθειες εντός παιδιάς, περισσότερα επιθετικά ριμπάουντ και την πλειονότητα των επιθέσεων του από Λεσόρ, Οσμάν, Ναν, Χέιζ Ντέιβις.

Εν ολίγοις ο Παναθηναϊκός βλέπει μεταχείριση των επαφών έναντι του αντιπάλου του που είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί πλήρως από το shot profile των δύο ομάδων.

Το Game 5, στο οποίο ο Παναθηναϊκός καταρρέει από ένα σημείο και μετά, η διαφορά είναι ακόμα πιο χαρακτηριστική.

Η Βαλένθια έχει 29 FTA / 64 FGA = 45.3% FTr και ο Παναθηναϊκός 8 FTA / 67 FGA = 11.9% FTr.

Και οι δύο ομάδες δε έχοντας σχεδόν ίδιο shot mix: Βαλένθια 33 δίποντα / 31 τρίποντα, Παναθηναϊκός 35 δίποντα / 32 τρίποντα.

Αν ωστόσο θα ήθελες να πάρεις πόντους αντικειμενικότητας σε αθλητικά ΜΜΕ και σόσιαλ θα μπορούσες να πεις ότι “η Βαλένθια πήγαινε μέσα και ο Παναθηναϊκός σούταρε μόνο τρίποντα”.

Χμ.

Ας το κάνουμε λίγο πιο πενηνταράκια.

Στα Games 4 και 5 οι Λεσόρ, Οσμάν, Ναν και Χέιζ Ντέιβις παίρνουν το 63.4% των επιθέσεων του Παναθηναϊκού (92/145) και το 69.9% των σουτ 2 πόντων. Η εικόνα μεταξύ Game 4 και Game 5 είναι σχεδόν πανομοιότυπη (62.% των σουτ και 71.7% των 2πόντων στο Game 4 και 64.2% των σουτ και 67.4% των 2πόντων στο Game 5).

Με άλλα λόγια, περίπου τα 2/3 των επιθέσεων του Παναθηναϊκού και το 70% των σουτ εντός παιδιάς περνούν από τους 4 physical primary attackers της ομάδας.

Και συνολικά εκτελούν τις 16 από τις 20 βολές του Παναθηναϊκού στα 2 παιχνίδια. Αναμενόμενα θα μου πεις. Με μια υποσημείωση. Τις 12 τις εκτελεί ο Οσμάν και τις 4 ο Χέιζ Ντέιβις.

Να το κάνουμε ακόμα πιο πολύ narrow down;

Οι Ναν και Λεσόρ παίρνουν 42 προσπάθειες για σουτ και δεν σουτάρουν βολή.

Θέλουμε ακόμα περισσότερο;

Συνολικά στη σειρά ο Ναν κερδίζει 9 φάουλ και ο Μοντέρο 28.

Στο Game 4 συγκεκριμένα ο Ναν κερδίζει 0 φάουλ και ο Μοντέρο 8. Στα δε Games 3 μέχρι 5 που η σειρά γυρίζει η διαφορά σε φάουλ είναι 4-17 και σε βολές είναι 0-15.

Ναι, αλλά “ο Μοντέρο πήγαινε περισσότερο προς τα μέσα”.

Ναν και Μοντέρο έχουν 32 / 31 FGA αντίστοιχα εκ των οποίων 16 / 19 2PA και 16 / 12 3PA. Με τα νούμερα αυτά η αναγωγή κερδισμένων φάουλ ανά αγώνα για τους δύο παίκτες είναι 1.8 για τον Ναν έναντι 7.8 για τον Μοντέρο σε 40 λεπτά αγώνα.

Θα μου πεις ναι αλλά έχει Αθηναϊκές πινακίδες (ο Αχταρμάν σουτάρει μόνο τρίποντα).

Ο Παναθηναϊκός στο Game 4 σουτάρει 30 τρίποντα και 48 δίποντα. Η Βαλένθια σουτάρει 1 λιγότερο τρίποντο και 14 λιγότερα δίποντα.

Αν κάποιος «σουτάρει μόνο τρίποντα» λοιπόν αυτός μάλλον ήταν η ισπανική ομάδα.

Θα μου πεις ναι αλλά η Βαλένθια παίζει μπάσκετ κτλ κτλ (aka όταν τα κάνατε με τον Μάμρα ήτανε καλά).

Ναι, τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι αυτόματα κάθε φάση ήταν φάουλ. Η αμυντική τακτική του Παναθηναϊκού επίσης, ειδικά όταν οι περιστροφές δεν δουλεύουν όπως πρέπει βοηθούν τον επιτιθέμενο να πάει στη γραμμή.

Και ναι, ο Μοντέρο έμπαινε σε καταστάσεις όπου ο αμυντικός του Παναθηναϊκού ήταν συχνά καθυστερημένος μετά από hedge/recover, σε rotation, με λάθος γωνία σώματος, ή σε mismatch μετά από αλλαγή, καταστάσεις δηλαδή που παράγουν φάουλ.

Ο Ναν, αντίθετα, βρισκόταν συχνά σε πιο στατικές συνθήκες, με περισσότερο self-creation. Άρα οι επαφές του ήταν συχνότερα contested pull-ups, crowded drives ή αποφάσεις πάνω σε set άμυνα.

Όλα όσα θα μπορούσα να αντιπαραβάλω για τους πόντους αντικειμενικότητας που λέγαμε.

Η διαφορά εν προκειμένω των βολών στα Game 4 και 5 δεν παρατίθεται για να εξηγήσει τις ήττες από μόνη της αλλά για να υποδείξει ένα σοβαρό statistical outlier.

Όπως αυτό ότι η ίδια ομάδα, δηλαδή η Βαλένθια, στο τέλος του τρίτου δεκαλέπτου του παιχνιδιού της με τον Ολυμπιακό είχε σουτάρει 6 έναντι 26 βολών του αντιπάλου της.

Αφήνω τον καθένα να βγάλει τα συμπεράσματα που θέλει.

Και προχωράω.

Μίλησα παραπάνω για τέλεια καταιγίδα.

Και κατά ένα παράδοξο τρόπο η σειρά με την Βαλένθια ανέδειξε όλα τα θέματα που κουβαλά η ομάδα την φετινή χρονιά.

Μπορεί ο Αταμάν να έχει κάνει λάθη διαχείρισης σε αυτούς τους αγώνες, μπορεί η διοργάνωση να στέλνει για τη γιορτή σου καρτ ποστάλ από τον Άδη.

Αυτό όμως που δεν περίμενες να έχει ο Παναθηναϊκός είναι ψυχολογικό πρόβλημα.

Και φέτος έχει.

Ο Παναθηναϊκός ανεξαρτήτως της ανάλυσης που έχει προηγηθεί μπαίνει στο Game 3 έχοντας επιβληθεί με δύσκολο μεν, ενδεχομένως unsustainable, αλλά ταυτόχρονα τόσο εμφατικό τρόπο στο Game 2 που οποιαδήποτε άλλη ομάδα στον κόσμο θα ήθελε απλά ένα δεκάλεπτο για να επιβληθεί πλήρως ψυχολογικά στον αντίπαλο της και να προκριθεί πανηγυρικά στο φάιναλ φορ που γίνεται στην έδρα της.

Ο Παναθηναϊκός έφαγε 52 στο ημίχρονο.

Βασικά ο Παναθηναϊκός δεν έφαγε απλώς 52. Ο Παναθηναϊκός προσπαθεί να μειώσει στο τρίτο δεκάλεπτο με τρίποντα του Ρογκαβόπουλου που ξεσηκώνουν το γήπεδο και μονίμως δέχεται daggers.

Ο προπονητής αποβάλλεται, το γήπεδο ξεσηκώνεται έτι παραπάνω και πάντα η Βαλένθια καταφέρνει να απαντάει.

Kudos στη Βαλένθια θα μου πεις.

Ε όσο kudos και να πεις στη Βαλένθια αυτό που κάνει ο Παναθηναϊκός στο τέλος του Game 3 είναι ακόμα μια απόδειξη της πνευματικής ανεπάρκειας της φετινής ομάδας.

Ο Παναθηναϊκός βρίσκεται 16 πόντους πίσω 5.5 λεπτά πριν τη λήξη του παιχνιδιού. Ή αν θες 15 πίσω 4.5 λεπτά πριν τη λήξη.

Και φτάνει αυτό το παιχνίδι 5 πόντους πίσω, με την μπάλα δική του 2.5 λεπτά πριν τη λήξη, τρέχοντας σερί 14-2. Με τον Λεσόρ να κερδίζει επιθετικό φάουλ και το γήπεδο να βρίσκεται στα κάγκελα. Με την Βαλένθια να κάνει τις πιο στατικές επιθέσεις του παιχνιδιού (shoutout στον Σερέλη εδώ που αυτό ακριβώς φώναζε στο τάιμ αουτ 2 λεπτά νωρίτερα όταν η Βαλένθια έτρεχε στον κατήφορο).

Και πρώτα με τον Μοντέρο και στην συνέχεια με τον Μπαντιό να σουτάρουν τρίποντα στα οποία βρίσκουν μόνο ταμπλό.

Ας το κάνουμε λίγο εδώ εικόνα για την Βαλένθια πριν προχωρήσουμε.

Η σειρά βρίσκεται στο 0-2 για εσένα. Έκανες ένα σχεδόν τέλειο παιχνίδι σε μία από τις σκληρότερες έδρες της διοργάνωσης. Προηγείσαι με διψήφια διαφορά σχεδόν σε όλο το ματς.

Και βλέπεις τον αντίπαλο να γυρίζει τούμπα το παιχνίδι και να έχει 2.5 λεπτά και τη μπάλα για να καλύψει διαφορά 5 πόντων.

Είσαι 5 πόντους από τον αποκλεισμό ενώ σουτάρεις μόνο ταμπλό.

Και τελικά κερδίζεις.

Ή για την ακρίβεια χάνει ο αντίπαλος σου.

Πώς γίνεται τώρα αυτό και ενώ έχεις καταρρεύσει ψυχολογικά, ενώ ο αντίπαλος σου κάνει σερί, ενώ η έδρα καίγεται;

Είπα παραπάνω ότι ο Σορτς είχε 2/4 τρίποντα. Στατιστικό που θα μπορούσε να θεωρηθεί καλό ως εξαιρετικό δεδομένης της δυσκολίας του παιχνιδιού.

Τα 2 χαμένα ωστόσο ήταν ακριβώς στο διάστημα που οι μεγάλες ομάδες αγοράζουν τα μεγάλα γκαρντ. Το πρώτο στο 1.5 λεπτό πριν τη λήξη και το δεύτερο κάπου στα 50 δευτερόλεπτα.

Και ο Σορτς τα έχασε με τον αμυντικό να τον παίζει στη βολή.

Άρα ο παίκτης που παίρνεις για τις μεγάλες στιγμές έχει το ένα πρόβλημα στο οποίο νομοτελειακά στο μπάσκετ θα καταλήξεις.

Δηλαδή στο σουτ.

Λέγαμε, λέγατε, λέγανε.

Ο Παναθηναϊκός τέλος πάντων στο Game 3 δεν είναι ούτε μόνο ο Σορτς, ούτε μόνο ο Αταμάν, ούτε μόνο το σουτ, ούτε μόνο ένας και ο άλλος.

Ο Παναθηναϊκός στο Game 3 απλά επανέρχεται στις εργοστασιακές ρυθμίσεις της φετινής χρονιάς κάθε φορά που έκανε μία μεγάλη επιτυχία.

Ο έλεγχος των ριμπάουντ -το ένα πράγμα που έπρεπε και δεν κατάφερε ποτέ να ελέγξει ο Παναθηναϊκός- πάει περίπατο, ο Μοντέρο αρχίζει να διαβάζει τις άμυνες του Αταμάν (από 4 και 6 ασίστ αντίστοιχα στα πρώτα 2 παιχνίδια δίνει 9 στο Game 3), ο Χέιζ Ντέιβις σκέφτεται ακόμα τί ωραία που ήταν η Πέτρα και όλοι μαζί ξαναμπαίνουν στην ίδια δίνη που έχουμε δει τόσες και τόσες φορές μέσα στη σεζόν.

Αυτή της πλήρους αδυναμίας να ελέγξεις τον ρυθμό.

Και από τη στιγμή που το έπαθες με την Παρί, γιατί να μην το πάθεις με τη Βαλένθια και 3 και 4 και 104 φορές αν χρειαστεί μέσα στη χρονιά.

Ωστόσο να πω κάτι εδώ.

Είναι σαφές ότι το φετινό κυνηγητό στα ματς οφείλεται εν πολλοίς στην αδυναμία του συγκεκριμένου συνόλου να παίξει hedge και στην ιστορική πλέον ανελαστικότητα του προπονητή του.

Να πω εδώ ότι έχω σκεφτεί πολλές φορές μέσα στη χρονιά πώς είναι δυνατόν ένας προπονητής που έχει κερδίσει τα πάντα και δεν έχει να δώσει λόγο σε κανέναν και για τίποτα να μην βλέπει ότι αυτό που κάνει δημιουργεί πρόβλημα στην ομάδα.

Και η απάντηση συμπεριλαμβάνεται ακριβώς στην διατύπωση του προβλήματος.

Ο Αταμάν είναι ένας προπονητής που έχει κερδίσει τα πάντα και τα έχει κερδίσει με αυτό τον τρόπο.

Όσο πιο πολύ κερδίζεις τόσο πιο δύσκολο γίνεται να αλλάξεις τον τρόπο που κέρδισες. Άλλος θα το πει ανελαστικότητα, άλλος θα το πει κόλλημα, άλλος θα το πει τρέλα.

Να θυμίσω εδώ ότι ο Μπαρτζώκας πριν 3 καλοκαίρια άφησε τον Σλούκα να φύγει και ο Παναθηναϊκός πήρε το ευρωπαϊκό μαζί του.

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι αυτά τα «κολλήματα» είναι ίδιον πολλών αν όχι των περισσότερων προπονητών και δεν θα πρέπει να θεωρείται αυτονόητη η προσαρμοστικότητα που εύκολα ευαγγελίζονται όσοι βρίσκονται έξω από τον χορό.

Σε επαγγέλματα διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού όπως αυτό του προπονητή δεν είναι παράλογο να υπάρχει.

Ο διαχειριστής πολλές φορές από κατασκευής έχει συχνά ισχυρά παγιωμένες θέσεις για το πώς πρέπει να γίνεται μια δουλειά. Όσο δε πιο πετυχημένος, τόσο δυσκολότερο να τις αλλάξει.

Στη Συμπεριφορική Επιστήμη αυτό λέγεται Myside bias.

Σε κάθε περίπτωση, η κατακόρυφη άνοδος των ασίστ του Μοντέρο δεν είναι τυχαία βάσει του hedge που έκανε ξανά την εμφάνιση του στο ΟΑΚΑ μετά τα ματς της Ισπανίας.

Το γιατί ο Παναθηναϊκός θα συνέχιζε να παίζει αυτή την άμυνα για 3 παιχνίδια απέναντι ίσως στην πιο δουλεμένη ομάδα στην Ευρώπη σε αυτού του είδους την αντιμετώπιση εναπόκειται στην… επιστήμη που λέγαμε.

Αλλά ακόμα και έτσι.

Ακόμα και με τους 52 πόντους στο ημίχρονο ακόμα και με την κακή εμφάνιση του Game 3, ο Παναθηναϊκός είχε την ευκαιρία να γυρίσει τη σειρά.

Και δεν το έκανε.

Όπως δεν το έκανε σχεδόν ποτέ φέτος.

Η ίδια ομάδα που το 2024 έμπαινε το τέταρτο δεκάλεπτο και γυάλιζε το μάτι της, φέτος έμπαινε το τέταρτο δεκάλεπτο, γύριζε τα ματς και τα έχανε.

Ουδέποτε δεν κατάφερε να παίρνει ο Παναθηναϊκός μομέντουμ συστηματικά.

Ουδέποτε.

Και προφανώς βασικός λόγος για αυτό ήταν η αδυναμία πρώτα των γκαρντ και στη συνέχεια των πενταριών του να δίνουν stops.

Χολμς, Γιούρτσεβεν, λοιπές δυνάμεις (Ντίνος) δεν ήταν φέτος σε θέση να προσφέρουν αυτό το ένα χαρακτηριστικό που έδωσε ο Γκάμπριελ που πολλοί κορόιδευαν και που σε πήγε στο φάιναλ φορ πέρυσι.

Αδυναμία των γκαρντ, αδυναμία των ψηλών, καλή τύχη να παίρνεις μομέντουμ από τα σουτ των πλάγιων.

Πόσα τέτοια παιχνίδια να πάρεις μέσα στη χρονιά και για πόσο δεν θα καταρρεύσεις ψυχολογικά όταν πίσω βλέπεις τα τρένα να περνούν;

Ξαναλέω, το Game 2 ήταν συγκλονιστικό στο μάτι αλλά αυτό που σου θυμίζει τελικά είναι το πόσο πολύ ποιότητα είχε ο φετινός Παναθηναϊκός, όχι το πόσο καλή ομάδα.

Έχω πει πολλά ως προς τις αστοχίες στη σειρά με την Βαλένθια. Αστοχίες που ως επί το πλείστον και δικαίως βαραίνουν τον Αταμάν.

Αυτό ωστόσο που παρακολουθούσαμε να συμβαίνει με την αντιμετώπιση του εν λόγω προπονητή τόσο πριν έρθει η αποτυχία όσο και τώρα που ήρθε είναι μία ιστορική αναντιστοιχία έργων και αποτύπωσης της πραγματικότητας.

Που με φέρνει στο τρίτο και τελευταίο κομμάτι της φετινής αποτυχίας.

Το πρόβλημα νοοτροπίας μετά την κατάκτηση του ευρωπαϊκού.

Συγκεκριμένα τη φετινή χρονιά ο Παναθηναϊκός έχανε και από τη μία πλευρά υπήρχε η πτέρυγα «μην μιλάς για τον προπονητή γιατί έχει 3 ευρωπαϊκά» και από την άλλη υπήρχε η πτέρυγα «Αχταρμάν.»

Ο Αταμάν είναι έντονη προσωπικότητα και ως εκ τούτου ο κόσμος πιο εύκολα νιώθει και ένιωθε ότι μπορεί να τον κρίνει.

Η ίδια η προσωπικότητα ας πούμε το κάνει πιο εύκολο. Αυτός που θα κρίνει, θα νιώσει ότι αυτός που γίνεται στόχος θα μπορεί να το διαχειριστεί πιο εύκολα, από μία πιο low profile προσωπικότητα, ας πούμε ως παράδειγμα τον Ιβάν Γιοβάνοβιτς.

Ο Αταμάν προσωπικά δεν ήταν ένας προπονητής που πίστευα ότι θα πετύχει στον Παναθηναϊκό γι’ αυτό και έλεγα ότι περίμενα -και από ό,τι φαίνεται θα περιμένω για πολύ- άλλον.

Όλοι καταλαβαίνουμε ποιον.

Ο Αταμάν ωστόσο με διέψευσε και όπως και να τελειώσει η σχέση του με τον Παναθηναϊκό θα γραφτεί στην ιστορία της ομάδας με χρυσά γράμματα.

Ανεξαρτήτως της εξέλιξης που είχαν οι επόμενες χρονιές, ο Αταμάν έδειξε ότι είχε την προσωπικότητα να σταθεί στον Σύλλογο και για το μεγαλύτερο μέρος της θητείας του στον Παναθηναϊκό να σταθεί ενάντια σε ένα σύστημα που τον πολέμησε.

Και να ξεκαθαρίσω εδώ.

Η κριτική και κάθε κριτική που του έγινε, ή που του γίνεται, ενδεχομένως να είναι δίκαιη.

Όταν ωστόσο η κριτική γίνεται συστηματικά για την μία πλευρά και γεμάτη στρογγυλεμένες γωνίες για την άλλη δεν είναι κριτική, είναι δολοφονία χαρακτήρα.

Και ο συγκεκριμένος προπονητής έπεσε από νωρίς σε αυτό το πηγάδι.

Ο Αταμάν έκανε τεράστια λάθη, ειδικά την τρίτη χρονιά του στην ομάδα. Λάθη που όσο προχωρούσαμε και τα stakes γίνονταν υψηλότερα φαίνονταν όλο και πιο καθαρά και έκαναν όλο και πιο θόρυβο.

Ωστόσο, όλα του τα λάθη ήταν consistent με τον χαρακτήρα του.

Χαρακτήρα που δεν είχε μόνο ο Αταμάν αλλά και ολόκληρος ο οργανισμός του Παναθηναϊκού.

Ο πρώτος φόνος που καλούνται να ερευνήσουν ο Σόμερσετ και ο Μιλς στο Seven είναι ενός παχύσαρκου άντρα που είχε αναγκαστεί να φάει μέχρι να εκραγεί το στομάχι του.

Στον τοίχο πίσω από το πτώμα του άντρα ο δολοφόνος είχε γράψει τη λέξη «Gluttony.»

Η «Λαιμαργία» ήταν η πρώτη θανάσιμη Αμαρτία από τις επτά.

Αν υπήρχε λοιπόν κάτι που θα χαρακτήριζε όχι μόνο τον προπονητή αλλά και το σύλλογο στο σύνολο του τα τελευταία 2 χρόνια θα ήταν αυτό.

Πρώτα ο ίδιος ο Αταμάν και κατ’ επέκταση όλος ο οργανισμός τα κέρδισαν όλα και τα κέρδισαν γρήγορα.

Αποτέλεσμα ήταν να ξεχάσουν γρήγορα τί ήταν αυτά που τους έκαναν πρωταθλητές Ευρώπης.

Ο Παναθηναϊκός της πρώτης χρονιάς είχε για πρωταγωνιστές παίκτες που είτε σήμερα λοιδωρούνται για την μη προσφορά τους (Γκριγκόνις, Ντίνος), είτε θεωρούνται χαμηλότερης ποιότητας (Βιλντόζα, Κώστας), είτε το έχουν κόψει (Παπαπέτρου).

Δεν ήταν μόνο ο Σλούκας, ο Ναν, ο Γκραντ, ο Χουάντσο και ο Λεσόρ.

Ήταν και αυτοί ήταν που σου έδωσαν το ευρωπαϊκό.

Fast-forward στο σήμερα και σκέψου λίγο τί παίκτες έχει ο Παναθηναϊκός και το κυριότερο πόσους.

Όπως ακριβώς και στην Εφές της τελευταίας του χρονιάς, ο Αταμάν ζητάει και παίρνει όποιον είναι ο καλύτερος διαθέσιμος στην αγορά. Όχι όποιος είναι το καλύτερο φιτ. Όποιος είναι καλύτερος. Τώρα. Να έρθει πρώτα και θα δούμε πώς θα τον χρησιμοποιήσουμε.

Όπως ακριβώς έγινε με τον Σορτς που είχε επιδοκιμάσει δημόσια προτού υπογράψει στον Παναθηναϊκό, ή όπως ενδεχομένως να γίνει αύριο με τον χειροκρότημα στο standing ovation του Μοντέρο.

Ο Παναθηναϊκός φέρνει τον Χέιζ Ντέιβις για να κάνει τον Χουάντσο από ακρογωνιαίο λίθο της αμυντικής λειτουργίας της ομάδας στον παίκτη που μπαίνει με τη second unit πρώτα για να δώσει ανάσες στον Χέιζ Ντέιβις και στη συνέχεια για να καλύψει τα λεπτά που βρίσκεται εκτός παρκέ ο Λεσόρ.

Και προς τιμήν του ο Χουάντσο έχει αποδείξει ότι δεν είναι glue guy μόνο στο παρκέ αλλά και εκτός αυτού.

Ωστόσο δεν είναι υποχρεωμένος κάθε παίκτης να νιώθει έτσι.

Και για κάθε Χουάντσο θα είναι άλλοι δέκα Σορτς, Βιλντόζα, Λορέντζο, Χολμς που ενδεχομένως στην πορεία θα χαθούν.

Και αυτά δεν τα λέω επιχειρηματολογώντας ότι ο κάθε Σορτς αξίζει να παίζει παραπάνω. Τα λέω για να υπερτονίσω την σημασία της στελέχωσης με τα καλύτερα φιτ και όχι με τους καλύτερους παίκτες.

Ο Παναθηναϊκός χάνει -ή μάλλον δεν μπορεί καν να κοντράρει- καμία fast-paced ομάδα σε συνέχεια γιατί πολύ απλά θέλεις αθλητικότητα που ο Παναθηναϊκός δεν διαθέτει.

Και όσο και να προσπαθήσεις να πείσεις τον Γιούρτσεβεν ας πούμε να αμυνθεί απέναντι σε αθλητικούς ψηλούς, ή τον Χολμς να παίξει hedge, ή τον Σορτς να γίνει Έξουμ στην περιφέρεια, ε δεν θα γίνουν.

Αλλιώς δεν θα είχε ποτέ νόημα η στελέχωση. Θα έπαιρνες ένα παίκτη και θα του έλεγες εσύ θα γίνεις τέτοιος.

Δεν πάει έτσι.

Απλά ο Παναθηναϊκός και συγκεκριμένα ο Αταμάν λειτούργησε και λειτουργεί με αυτό το mindset.

Το οποίο στα δικά μου μάτια, τώρα πλέον που τον έχουμε δει και εκτός της χώρας του σε ομάδα με στόχους, απαιτήσεις αλλά και τοξικότητα αποτελεί τον Κρυπτονίτη του.

Και αυτό δεν είναι ότι «άρχισε πάλι να παίζει hedge από το τρίτο ματς.»

Είναι ο λόγος που το έκανε.

Μου είχε πει κάποια στιγμή ένας φίλος μου μιλώντας για αυτόν, ότι ο Αταμάν όταν η μπάλα καίει και το ματς κρίνει τίτλους μπορεί να είναι ίδιος για να μη σου πω και καλύτερος από τον Ζέλικο με την όποια υπερβολή.

Με μια υποσημείωση.

Αν έχει κίνητρο.

Αν ο ίδιος δεν έχει κίνητρο μπορεί να γίνει ο χειρότερος προπονητής του κόσμου.

Και δεν θα μπορούσε να είναι πιο ακριβής η περιγραφή του ανθρώπου Αταμάν.

Το επίτευγμα της πρώτης χρονιάς του στον Παναθηναϊκό δεν θα μπορούσε να ξεπεραστεί. Ήμασταν εκεί, το είδαμε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο και ξέρουμε.

Η πολεμική μηχανή του δευτέρου μισού εκείνης της σεζόν θύμισε, ή μάλλον ήταν ακριβώς στο ίδιο επίπεδο, με τις πιο ένδοξες μέρες του Συλλόγου.

Και ο Αταμάν ήταν στο επίκεντρο αυτής.

Η προσωπικότητα του ήταν εμφανής και γινόταν όλο και πιο εμφανής όσο οι απαιτήσεις αυξάνονταν.

Ο Παναθηναϊκός είχε και πάλι προπονητή στον πάγκο του.

Και δεν χόρταινες να το βλέπεις.

Από το επόμενο φθινόπωρο και έπειτα το έβλεπες ότι δεν υπήρχε κίνητρο. Πρώτα από όλους από τον προπονητή και εν συνεχεία από κανέναν.

Θα μου πεις λογικό.

Δεν είναι ακριβώς έτσι.

Δυναστείες χτίζονται πάνω στη λογική μιας δουλειάς που θα δίνει καρπούς σε βάθος χρόνου.

Και για αυτό το πράγμα χρειάζεται κίνητρο.

Κίνητρο που ας πούμε έβλεπες να έχει ο Αταμάν στα παιχνίδια της Εθνικής Τουρκίας. Δεν το λέω φυσικά με οιονδήποτε εθνικιστικό τρόπο. Το λέω με καθαρά αγωνιστικά κριτήρια πάνω σε ένα project που ο ίδιος ενδεχομένως πιστεύει ότι δεν έχει κατακτήσει.

Από την επόμενη κιόλας χρονιά της κατάκτησης του ευρωπαϊκού δεν χρειαζόταν να δεις τα ταξίδια στην Κύπρο (που ήταν κομβικό γεγονός), ή το πανηγυρικό κλίμα εκείνης της προετοιμασίας (ας την πούμε τυπικά προετοιμασία).

Να είμαι ειλικρινής δεν με ένοιαζε όλο αυτό όσο αρκετούς που το έθεταν στα σόσιαλ (ενδεχομένως σωστά βέβαια in retrospect).

Θεωρώ ότι ήταν τέτοιο το επίτευγμα της προηγούμενης χρονιάς που είναι απόλυτα δικαιολογημένη η όποια χαλάρωση μιας ομάδας που είχε δείξει πόσο έτοιμη είναι να κυριαρχήσει και τα επόμενα χρόνια ανεξαρτήτως οποιουδήποτε χαλαρού ξεκινήματος.

Είπαμε, η κάθε ομάδα αποκτά την ταυτότητα του προπονητή της.

Ο Αταμάν είχε δείξει τον ρεαλισμό που τον διέπει στο θέμα συγκέντρωση όταν μετράει και όχι όποτε εμείς θέλουμε. Το κάνουν στο ΝΒΑ, ο Αταμάν είναι τέτοιος και γενικότερα first world problems, επόμενη γραμμούλα.

Ή μήπως όχι;

Να σταθώ σε κάτι εδώ.

Έχει μείνει και πιθανόν θα μείνει στην συλλογική μνήμη ότι ο Παναθηναϊκός πέταγε μέχρι να τραυματιστεί ο Λεσόρ.

Δεν ισχύει αυτό.

Ο Παναθηναϊκός ξεκινάει την δεύτερη χρονιά παίζοντας άσχημα με τρόπο που ένα χρόνο αργότερα θα αποτελούσε κοινό τόπο για την ομάδα. Το καλό διάστημα που έχει μείνει ήταν ακριβώς 1.5 παιχνίδι, αυτό με την Αρμάνι και το γνωστό καταραμένο ματς.

Αμέσως πριν η ομάδα έχει φάει 20 από την Παρτιζάν και 30 από την Εφές.

Γενικά, η αρχή εκείνης της χρονιάς ήταν το Phantom Menace αυτού που είδαμε την τρίτη σεζόν του Αταμάν στον Παναθηναϊκό.

Και δεν μιλάω για την απόδοση αυτού ή της ομάδας. Όπως θα έλεγα και τότε αν με ρωτούσες το ίδιο θα πω και τώρα.

Καμία ήττα ή καμία κακή απόδοση δεν έχει σημασία αν δεν της δίνει ο Αταμάν σημασία.

Ο λόγος είναι ότι ο συγκεκριμένος προπονητής αν αποφασίσει ότι κάτι έχει σημασία, η ομάδα του αυτομάτως θα γίνει ίσως η πιο επικίνδυνη του θεσμού.

Για αυτό και μόνο τον λόγο λέω ότι δεν είχαν σημασία τα παιχνίδια.

Αλλά οι αντιδράσεις του στον πάγκο.

Προχωρούσε όπως προχωρούσε η φετινή χρονιά και περίμενες να διαβάσεις αν έκανε δήλωση ο Αταμάν ότι ο Παναθηναϊκός φέτος θα το πάρει.

Δεν το έχω ξαναδεί ποτέ αυτό σε προπονητή και ούτε νομίζω ότι θα το ξαναδώ.

Να περιμένεις να ακούσεις αν ο προπονητής σου θα κάνει μία υπερβολική δήλωση για την ομάδα σου προκειμένου να αρχίσεις να πιστεύεις.

Κάτσε και αναρωτήσου γιατί.

Ένας από τους πολλούς που αγαπάνε να μισούν την ομάδα και τον προπονητή της θα σου πει ότι ήσουν αφελής (το λέω ευγενικά).

Η απάντηση σε αυτό είναι ότι ο Αταμάν έχει πάρει τίτλους κατ’ αυτό τον τρόπο.

Το ερώτημα λοιπόν είναι τελικά, είχε κίνητρο ο Αταμάν μετά την κατάκτηση της ευρωλίγκας;

Θα απαντήσω με ένα ερώτημα.

Ξαναείδες ποτέ τις larger than life δηλώσεις και το larger than life conviction που είδες από αυτόν την πρώτη του χρονιά στην ομάδα;

Προφανώς δεν είμαι στο μυαλό του και μπορώ να κάνω μόνο εκτιμήσεις.

Αν μπορούσα ωστόσο να εικάσω θα έλεγα ότι για τον ίδιο τον Αταμάν ο Παναθηναϊκός είναι «πιο κάτω» από αυτόν.

Ή μάλλον ότι ο ίδιος ο Αταμάν είναι πιο πάνω από τον Σύλλογο.

Ένας προσωπικός εγωισμός που προσιδιάζει στην αλαζονεία. Την αίσθηση ότι δεν έχω να αποδείξω σε κανέναν τίποτα και θα ασχοληθώ όταν βρω λόγο να ασχοληθώ. Ή μάλλον όταν θα έχει νόημα.

Ο Αταμάν από την δεύτερη χρονιά και μέχρι το τέλος θύμιζε τον άντρα στη σχέση με γυναίκα που κυνηγούσε και όταν την κατέκτησε βαρέθηκε και έμενε από υποχρέωση.

Μια σχέση που είχε συγκινήσεις και μετά αλλά ποτέ αυτές που είχε όταν ακόμα την διεκδικούσε.

Και να είμαι ειλικρινής προτιμώ να τον θυμάμαι έτσι.

Σε κάθε περίπτωση αυτό που έχει σημασία είναι ο ίδιος ο Σύλλογος να μην συνεχίσει να δείχνει αυτή την αλαζονεία που επέδειξε την τελευταία διετία.

Και όταν λέω αλαζονεία δεν λέω να γίνει ταπεινός.

Η επίπλαστη ταπεινότητα -αυτή που ειρήσθω εν παρόδω να πούμε ότι επέδειξε ο Μαρτίνεθ στη σειρά- μου είναι προσωπικά απεχθής αλλά είναι και αγωνιστικά απόλυτα ξεπερασμένη.

Η ίδια επίπλαστη ταπεινότητα που τα αθλητικά μέσα και λοιπά σόσιαλ κοιτάζουν να αποθεώσουν σε κάθε ευκαιρία φέρνοντας την σε αντιδιαστολή με τον θρασύ χαρακτήρα του Αταμάν.

Δυστυχώς ήθελα όσο τίποτα όχι να τoν κερδίσει, ήθελα να την πατήσει κάτω τη Βαλένθια, αλλά είπαμε ο Αταμάν είναι consistent σε όλα του.

Δεν είναι τέλειος αλλά είναι αληθινός.

Εν προκειμένω ο Παναθηναϊκός του υπέπεσε στην πρώτη από τις επτά αμαρτίες.

Άρχισε να παίρνει ό,τι βρίσκει μπροστά του χωρίς να κοιτάζει φιτ, να αδιαφορεί για ματς με κατώτερους αντιπάλους, να δικαιολογεί ταξίδια, να λειτουργεί σαν να είναι σίγουρη η επιτυχία, να λειτουργεί διεκπεραιωτικά, ή για να το πω απλά να βαριέται, να γαβγίζει χωρίς να δαγκώνει.

Να γαβγίζει χωρίς να δαγκώνει ξαναλέω.

Να συμμετέχει σε μία διοργάνωση της οποίας διαιτητές έχουν συλληφθεί για ποινικά αδικήματα και να διασύρεται από αυτήν.

Ένα brand ταυτόσημο με το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης τα τελευταία 40 χρόνια να αντιμετωπίζεται σαν παρίας.

Όχι άλλο.

Anyway, κάπου πρέπει να βάλω μια τελεία.

Είναι γεγονός ότι στον πρωταθλητισμό οι αποτυχίες πονάνε και πονάνε περισσότερο από τις επιτυχίες.

Ο Ολυμπιακός μεθαύριο δεν θα κρατά βασιλικό ή φύλλα δυόσμου.

Σε κάθε περίπτωση ωστόσο έλεγα και στην αρχή ότι ο Παναθηναϊκός θα είναι εδώ και του χρόνου και θα διεκδικήσει τις ίδιες επιτυχίες.

Έχει τους παίκτες, έχει το γήπεδο, έχει την δυναμική να κυριαρχήσει αλλά για να γίνουν όλα αυτά προέχει να αναγνωρίσει τα προβλήματα του.

Και η τελευταία διετία μας δίδαξε ότι αυτά εκτός από αγωνιστικά και εξωαγωνιστικά ήταν πρωτίστως προβλήματα νοοτροπίας.

Προβλήματα που μπορούν είτε να ρίξουν τον οργανισμό κάτω από το βάρος των απαιτήσεων του Συλλόγου αν τα υποτιμήσεις, είτε να τον ανεβάσουν πιο ψηλά από εκεί που βρισκόταν αν αντιμετωπιστούν όπως πρέπει.

Προβλήματα που μπορούν να τα διαχειριστούν μόνο μεγέθη ανάλογα του Συλλόγου.

Και όταν λέμε για μεγέθη ανάλογα του Συλλόγου ας μην κοροϊδευόμαστε, όλοι νομίζω τα ίδια σκεφτόμαστε.

Ο Παναθηναϊκός έχει λειτουργήσει πολύ καιρό τώρα χωρίς πραγματική δίψα και προσωπικά δεν αντέχω να βλέπω τέτοια επένδυση και τόση δυναμική να της κάνει αυτάκια ένας Πουέρτο.

Μην τα πολυλογώ.

Ο Σύλλογος πρέπει να συνέλθει από το σοκ και να εστιάσει εκεί που πρέπει.

Και αυτό σημαίνει να αναγνωρίσει τα λάθη του, να αναλογιστεί πόσο μεγάλο μέγεθος είναι και να αποφασίσει ποιος θα τον οδηγήσει στην επόμενη μέρα.

Γιατί οι τελευταίες ήταν μέρες αργίας.