A Look from Mars

A Look from Mars

Διάβασα τις προάλλες κάτι που μου φάνηκε ενδιαφέρον.

Ένα ψάρι, λέει, δεν μπορεί να μεγαλώσει ποτέ παραπάνω από το μέγεθος του ενυδρείου του.

Συνέχιζε μάλιστα, λέγοντας ότι αν κλείσεις έναν καρχαρία σε μια γυάλα, ο καρχαρίας αυτός στην ζωή του δεν θα μπορέσει να ξεπεράσει σε μέγεθος τους 20 πόντους, αλλά αν άφηνες τον ίδιο καρχαρία στον ωκεανό θα μπορούσε να φτάσει τα 2.5 μέτρα.

Τελικά ψάχνοντας το παραπάνω, καθώς όπως είπα μου φάνηκε ενδιαφέρον, ανακάλυψα ότι πρόκειται για έναν από τους πιο διάσημους μύθους που κυκλοφορούν στο ίντερνετ. Παρόλα αυτά δεν το έβαλα κάτω και ψάχνοντας το ακόμα παραπάνω το έκανα ακόμα χειρότερο για μένα. Ανακάλυψα την πραγματική εξήγηση πίσω από τον γαμάτο μύθο.

Που φυσικά ήταν βαρετή.

Πράγματι ένα ψάρι δεν μπορεί να μεγαλώσει παραπάνω από τη γυάλα που το έχουν κλεισμένο. Απλά όχι γιατί υπάρχει κάποιο ανεξήγητο εσωτερικό σήμα που λαμβάνει από το περιοριστικό του περιβάλλον, το οποίο με έναν μαγικό τρόπο το προγραμματίζει να μεγαλώσει μέχρι ένα συγκεκριμένο σημείο.

Όπως και θα έπρεπε!

Αντίθετα, υπάρχει μία σειρά από παράγοντες οι οποίοι επενεργούν σε δεύτερη φάση περιοριστικά στο περιβάλλον του και οι οποίοι δημιουργούν προβλήματα στην ανάπτυξη του, όπως η ποιότητα του νερού στο ενυδρείο, η ποσότητα του που αν είναι μικρή το κάνει πιο τοξικό, η σύνθεση, η δίαιτα, κτλ.

Η πραγματικότητα είναι ότι ήδη έχω ξεχάσει τους περισσότερους από τους λόγους. Βασικά περισσότερο θυμάμαι τις εικόνες που είχα στο μυαλό μου τα δευτερόλεπτα μεταξύ των κλικ από τη μια σελίδα στην άλλη παρά το τί διάβασα μέσα σε αυτές. Κατά βάση σκεφτόμουν να σώζω καρχαρίες μινιατούρες βγάζοντας τους στον ωκεανό.

Η μαγεία είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης.

Ο άνθρωπος από την αρχή της ιστορίας φτιάχνει μύθους, επινοεί μάγους και πληρώνει άλλους ανθρώπους για να τον κάνουν έστω για ένα δευτερόλεπτο να πιστέψει ότι είδε κάτι ξεχωριστό. Κάπως έτσι στον Καναδά υπάρχει Mount Aragorn, ο Σπίλμπεργκ έχει γύρω στα 4 δις περιουσία και το Τζόκερ που δείχνει τον πρωταγωνιστή να σκοτώνει τη μάνα του και να καρφώνει τον φίλο του με ένα ψαλιδι στο λαιμό έκοψε 1 δις σε εισιτήρια.

Η μαγεία είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης και ο άνθρωπος την εκτιμάει όταν την συναντά. Κάποιοι άνθρωποι είναι πραγματικά ιδιαίτεροι. Και αυτό που κάνουν δεν μπορεί να αντιγραφεί. Όσο και να αφιερώσουν την ζωή τους κάποιοι άλλοι σε αυτό.

Όσους τίτλους και να έπαιρνε ο Γιακούντιν ή ο Ζουμπέρ αυτός εδώ δεν μπορούσε να αντιγραφεί.

Είδα πριν λίγο καιρό το Τζόκερ. Και βλέποντας το από ένα σημείο και μετά σκεφτόμουν ένα πράγμα.

Πόσο τυχερός είμαι που ζει ο Χοακίν Φοίνιξ.

Και τελικά ακόμα περισσότερο και από αυτό κατέληξα να σκέφτομαι κάτι άλλο ακόμα μεγαλύτερο.

Πόσο χαίρομαι που 10 χρόνια μετά δεν έχει ξεχαστεί ο Χιθ Λέτζερ.

Ο Χιθ Λέτζερ πέθανε το 2008. Λίγο μετά το τέλος των γυρισμάτων του Dark Knight.

Το Dark Knight είναι μία από τις καλύτερες ταινίες που έχω δει.

Όχι γιατί ποιοτικά, ή θεματικά, ή σκηνοθετικά είναι ανώτερη από άλλες. Ναι, ο Νόλαν είναι ένας από τους καλύτερους της γενιάς μας. Ο Χανς Ζίμερ το ίδιο. Ο Κρίστιαν Μπέιλ το ίδιο. Ο Σίλιαν Μέρφι. Ο Γκάρι Όλντμαν. Δεν υπάρχει τέλος. Ωστόσο στην ιστορία έχουν υπάρξει και θα υπάρξουν πολύ καλύτερες, πολύ βαθύτερες και πολύ πιο σύνθετες ταινίες από αυτήν. Και σίγουρα κανένας από τους παραπάνω λόγους δεν ήταν για μένα καθοριστικός.

Το Dark Knight είναι μία από τις καλύτερες ταινίες που έχω δει γιατί ήταν η τελευταία ταινία του Χιθ Λέτζερ.

Όμως δεν θέλω να μιλήσω για το Dark Knight. Ίσως κάποια άλλη φορά. Γιατί ο Χιθ Λέτζερ πέθανε στα γυρίσματα μιας άλλης ταινίας που εξαιτίας του και μόνο θα θυμάμαι για πάντα.

Το Imaginarium of Dr. Parnassus.

Το Imaginarium of Dr. Parnassus είναι μία από τις ελάχιστες ταινίες του Τέρρυ Γκίλιαμ. Ο Τέρρυ Γκίλιαμ ήταν ένα από τα μέλη των Monty Python και μεταξύ άλλων υπεύθυνος για ταινίες όπως το Μπραζίλ και οι Περιπέτειες του Βαρόνου Μινχάουζεν.

Αλλά κυρίως είναι ο τύπος που έκανε τους 12 Πίθηκους.

Σε γενικές γραμμές ο Γκίλιαμ υπήρξε ένας από τους ανθρώπους που θεωρήθηκαν σε όλη την καριέρα τους πολύ φιλόδοξοι και πολύ περίεργοι για τα δεδομένα του Χόλιγουντ με αποτέλεσμα να μην βρίσκουν χρηματοδότηση για αυτά που πραγματικά ήθελαν να γυρίσουν σε αυτήν.

Είναι ο λόγος που περιμένουμε μια ολόκληρη ζωή τον Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο να γυρίσει το At the Mountains of Madness.

Τέλος πάντων.

Το Imaginarium of Dr. Parnassus ακολουθεί την ζωή του Δόκτορα Παρνάσσους.

Ο Παρνάσσους είχε ένα όνειρο. Να μπορεί να εξάπτει την φαντασία των ανθρώπων που στην πορεία της ζωής τους την έχαναν.

Για τον λόγο αυτό, πριν κάτι χιλιάδες χρόνια έκανε συμφωνία με τον Διάβολο να ζήσει για πάντα προκειμένου να αλλάξει τον κόσμο με την φαντασία του. Ο Διάβολος – στην ταινία Mr. Nick – πραγματοποίησε την επιθυμία του δίνοντας του το Imaginarium.

Το Imaginarium ήταν ένα περιφερόμενο θεατρικό παιχνίδι που θυμίζει κάτι μεταξύ λούνα παρκ και τσίρκου, στην είσοδο του οποίου ξεχωρίζει ένας μαγικός καθρέφτης.

Η συμφωνία τους ήταν η εξής. Για κάθε έναν άνθρωπο που θα περνούσε τον καθρέφτη, ο Παρνάσσους θα μπορούσε να μπει στο μυαλό του, γεμίζοντας τον με εικόνες που θα του εξάψουν την φαντασία. Ο Mr. Nick θα έκανε το αντίθετο. Θα προσπαθούσε να του την κλέψει. Αν ο συμμετέχοντας κατάφερνε να αφεθεί στην φαντασία του, βγαίνοντας έξω θα έβρισκε το νόημα της ζωής. Αν όχι, ο Mr. Nick θα του την έκλεβε για πάντα.

Με τα χρόνια ο Παρνάσσους άρχισε να χάνει από τον Nick. Η αποτυχία τον έκανε δυστυχισμένο, γέρο και μόνο. Χιλιάδες χρόνια μετά όμως ερωτεύτηκε μια γυναίκα. Και αποφάσισε να κάνει ακόμα μία συμφωνία με τον Nick. Θα γινόταν ξανά νέος για να κερδίσει την καρδιά της αλλά αν ποτέ έκανε παιδί θα έπρεπε να του το παραδώσει την ημέρα των 16ων γενεθλίων του.

Τελικά η μέρα αυτή έρχεται. Και ο Παρνάσσους θέλοντας να σώσει την ψυχή της κόρης του Βαλεντίνας, βάζει το τελικό στοίχημα με τον Mr Nick. Αν κατάφερνε να κάνει 5 ανθρώπους να ακολουθήσουν την φαντασία τους θα κρατούσε την κόρη του. Αν αυτοί αποφάσιζαν να ακολουθήσουν την λογική, ο Nick θα του την έπαιρνε για πάντα.

Η πρώτη σκηνή βρίσκει τους δύο αποτυχημένους βοηθούς του Παρνάσσους να προσπαθούν να πείσουν τους περαστικούς να περάσουν την πόρτα του Imaginarium…

Είχα πει πως τη μέρα που έφυγε ο Σισέ δεν ήθελα να την αποδεχτώ. Βασικά θυμάμαι ότι για καιρό έψαχνα τις ειδήσεις ελπίζοντας ότι θα κάπου θα διαβάσω ότι μπορεί να γυρίσει.

Και περίμενα.

Τελικά τα χρόνια πέρασαν και κάποια στιγμή είχα φτάσει στην θλιβερή κατάσταση ακόμα και όταν ο άλλος ήταν πλέον καλύτερος DJ από ποδοσφαιριστής να προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι θα είναι χρήσιμος αν αποφάσιζε να γυρίσει.

Όταν έφυγε ο Πιτίνο από την άλλη ήμουν περισσότερο προετοιμασμένος.

Το συναίσθημα όμως ήταν το ίδιο.

Με μία διαφορά…

Η επιστροφή Πιτίνο είναι για μένα η επιστροφή Σισέ που περίμενα για χρόνια. Ακριβώς πριν παραχαρακτεί η ιστορία για να έρθει ένας Τοτσέ και όλα όσα θα ζούσαμε τελικά να μην συμβούν ποτέ.

Στο Beyond the Aquila Rift είχα γράψει ότι αν ο Γιαννακόπουλος ανακοίνωνε την πρόσληψη Πιτίνο για 3 χρόνια την επόμενη μέρα θα είχε 18.000 διαρκείας. Και το είχα γράψει τη μέρα που είχε ανακοινωθεί ότι αποχωρούσε.

Λίγους μήνες μετά αυτό σχεδόν έγινε πραγματικότητα.

Σήμερα λοιπόν μπορώ να πω ότι η κίνηση αυτή είναι η κομβικότερη που έχει κάνει στην θητεία του στον Παναθηναϊκό.

Να πω τί εγώ τώρα για αυτό με λόγια που να το εκφράσει; Δεν λέω τίποτα.

“This music box reminds me of you, this little music box.
Its melody is a distant smile, a face I thought I knew.”

Βασικά επειδή για τον Πιτίνο έχω μιλήσει και στο Goblin, και στο Inches και στο Rift και κατά συνέπεια αν ξεκινήσω να μιλάω πάλι για αυτόν δεν θα σταματήσω ποτέ, θα προτιμήσω αυτή τη φορά να τον αγνοήσω επιδεικτικά και να εστιάσω στο λιγότερο σημαντικό από όλα.

Το αγωνιστικό.

Ο Πιτίνο έρχεται πίσω στον Παναθηναϊκό και βρίσκει ένα σύνολο παικτών στη θέση αυτών που άφησε τη μέρα που έφυγε. Παναθηναϊκός και Πιτίνο πλέον γίνονται ένα.

Ή μάλλον να ξεκινήσω διαφορετικά.

Ο μεγαλύτερος μου φόβος όσο στην ομάδα ήταν ο Πεδουλάκης δεν ήταν τί θα κάνει ή δεν θα κάνει ως προπονητής της ομάδας.

Σημειολογικά η κίνηση επαναπρόσληψης ενός προπονητή που είχες ήδη απολύσει 2 φορές βρισκόταν στο χαμηλότερο επίπεδο σε κλίμακα αξιολόγησης των ικανοτήτων του όταν μιλάμε για την ομάδα που τον διαλέγει και κυρίως στο υψηλότερο επίπεδο σε κλίμακα αρνητικής προκατάλλειψης όταν μιλάμε για τον κόσμο που θα έπρεπε να αξιολογήσει την επαναπρόσληψη του.

Ωστόσο ο μεγαλύτερος μου φόβος δεν ήταν η σημειολογία.

Ήταν ότι ένας κορμός παικτών που έχει αρχίσει και δημιουργείται δεν θα κατάφερνε να δει ποτέ πού θα μπορούσε να φτάσει.

Έτσι όπως είδαμε για παράδειγμα που κατάφερε να φτάσει ο Σλούκας από την στιγμή που αποφάσισε να φύγει από τον Ολυμπιακό για να ακολουθήσει τον Ομπράντοβιτς. Όσο καλός παίκτης και να γινόταν εξαιτίας της πρώτης ύλης του, ο Σλούκας με τον Σφαιρόπουλο – ή λίγο πολύ με τους περισσότερους από αυτούς με τους οποίους θα συνεργαζόταν στην καριέρα του – δεν θα αποκτούσε την αντίληψη του παιχνιδιού που απέκτησε με τον καλύτερο προπονητή της Ευρώπης. Ο Παπαπέτρου σε 6 μήνες έγινε άλλος παίκτης. Ο Τόμας το ίδιο. Οι παίκτες του κορμού της Φενέρ είναι καλοί. Δεν αναμενόταν όμως να είναι τόσο καλοί στην καριέρα τους όσο τους έχουμε τώρα στο μυαλό μας.

Και αυτό είναι κάτι πιο γενικό.

Όσο καθοριστική υπήρξε η αποχώρηση του Ομπράντοβιτς για τις μη επιτυχίες του Παναθηναϊκού, άλλο τόσο υπήρξε για την αδυναμία του οργανισμού να ανεβάσει επίπεδο τους παίκτες του μετέπειτα κορμού του.

Και ο Παναθηναϊκός αυτη την στιγμή ξεκινάει την συνεργασία του όχι με έναν προπονητή που έχει διώξει 2 φορές. Όχι με κάποιο ευρωπαίο προπονητή με ένα κάποιο στάτους και ιστορικό μετρίας δυναμικής επιτυχιών επιπέδου Περάσοβιτς. Ούτε καν με κάποιο αμερικανό κολεγιακό προπονητή με το στάτους του αγνώστου και με ιστορικό μετρίας δυναμικής επιτυχιών επιπέδου Σκάιλς. Που και πάλι πολλοί από αυτούς πιθανόν να αποδεικνύονταν καλοί.

Όχι.

Ο Παναθηναϊκός αυτή την στιγμή ξεκινάει την συνεργασία του με έναν άνθρωπο που θα έπρεπε να βρίσκεται μέχρι το 2026 στο Louisville και να παίρνει 8 εκατομμύρια το χρόνο.

Βασικά για να έχουμε μια εικόνα ο αντικαταστάτης του, ο Chris Mack, παίρνει ακριβώς τα μισά και είναι ο 4ος πιο ακριβοπληρωμένος κολεγιακός προπονητής σήμερα. Οι μόνοι που τον περνάνε είναι ο Σιζέφκσι, ο Καλιπάρι, ο Μπένετ και ο Izzo.

Ε, αν έμενε εκεί ο Πιτίνο σήμερα θα βρισκόταν πάνω κι απ’ αυτούς.

Και επειδή αυτό λειτουργεί αντίθετα στο θυμικό της αντίπαλης πλευράς (αλλά και μέρους της δικής μας), να προλάβω λέγοντας ότι τίποτα από όσα ανέφερα δεν αποτελεί εχέγγυο νικών.

Δεν σημαίνει ότι ο Παναθηναϊκός αυτομάτως πρέπει να κερδίζει σε δύσκολες έδρες ή να κάνει μεγάλες νίκες για να επαληθευτεί η ταυτότητα του προπονητή του.

Ούτε σημαίνει ότι δεν μπορεί να κάνει ήττες που δεδομένα μικρότεροι προπονητές από αυτόν δεν θα έκαναν. Ο Παναθηναϊκός μπορεί σήμερα να χάσει από την Μπαρτσελόνα και αύριο να διασυρθεί από την Φενέρ. Ουδόλως με απασχολεί.

Γιατί όλα αυτά είναι ανεξάρτητα ενδεχόμενα του βασικού αξιώματος.

Και το αξίωμα είναι ότι αυτή την στιγμή στον πάγκο κάθεται ένας άνθρωπος που αναλογικά από όλους εμάς σίγουρα αλλά πλέον και από τους εν Ευρώπει συναδέλφους του ξέρει καλύτερα.

Και αυτό δεν είναι κάτι που μπορούν να πουν πολλοί από τους αντιπάλους της ομάδας. Ακόμα και αν την κερδίσουν.

Η Ζαλγκίρις είναι τελευταία αλλά αυτό δεν αφαιρεί ούτε στο ελάχιστο την δυναμική που έχει η ομάδα με τον Γιασικεβίτσιους προπονητή της. Ο Ομπράντοβιτς πριν λίγο καιρό βρισκόταν εκεί που είναι τώρα ο Γιασικεβίτσιους και κατά βάθος όλοι ήλπιζαν να τον απολύσει η Φενέρ για να τον πάρουν αυτοί.

Να το πω αλλιώς.

Μια ήττα του Πεδουλάκη δεν ισοδυναμεί με μια ήττα του Πιτίνο. Όπως μια ήττα του Ομπράντοβιτς δεν ισοδυναμεί με μια ήττα του Πεδουλάκη. Και ο Παναθηναϊκός πλέον γίνεται αυτός που έχει τον καλό στις 2 περιπτώσεις.

Όπως τον είχε πάντα δηλαδή.

Στην προκειμένη λοιπόν το επιχείρημα δεν είναι ότι ο Πιτίνο είναι μάγος.

Ή μάλλον fuck it. Είπα δεν θα μιλήσω γι’ αυτόν. Είναι.

Και τη φετινή χρονιά ετοιμάζεται να βρει στην ομάδα κάποιους που δεν είχε πέρυσι. Μάλλον πιο συγεκριμένα ετοιμάζεται να βρει στην ομάδα 4 από αυτούς που δεν είχε πέρυσι.

Τον αφήνω ευγενικά στην άκρη και περνάω την πόρτα του Imaginarium για να τους συναντήσω.

1. Τον Rice στη θέση του Λέκα

Ο Λεκαβίτσιους πιθανότατα είναι ο αναπληρωματικός παίκτης που έχει συζητηθεί περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον τα τελευταία τουλάχιστον 20 χρόνια. Μόνο ο Τέπιτς πιθανόν τον ξεπερνάει. Και αυτός ωστόσο έπαιξε όταν τα σόσιαλ μίντια δεν είχαν την θέση που έχουν σήμερα.

Παρένθεση, δεν σχολιάζω αν το τελευταίο είναι καλό ή κακό.

Λέω ωστόσο ότι το ιδιαιτέρως δημοφιλές επιχείρημα ότι τα σόσιαλ μίντια κάνουν μόνο κακό, δεν είναι όσο σωστό φαίνεται ότι είναι. Γιατί πριν τα σόσιαλ μίντια διάβαζες 10 άτομα από 3 εφημερίδες. Και διαμόρφωνες την γνώμη αυτών των 10 ατόμων.

Και στην απευκταία περίπτωση που θα διαφωνούσες διαβάζοντας, ας πούμε, για ανθρώπους που “άγονται και φέρονται περίεργα,” το μόνο που θα μπορούσες να κάνεις θα ήταν να κοιταχτείς στον καθρέφτη και να του εξηγήσεις αναλυτικά τη γνώμη σου.

Κλείνω την παρένθεση.

Ο Λεκαβίτσιους λοιπόν έπαιξε πέρσι κατά μέσο όρο 10 λεπτά. Σε αυτά τα 10 λεπτά έβαζε 4 πόντους, έδινε περίπου 1 ασίστ και έπαιρνε περίπου κανένα ριμπάουντ. Σούταρε με περίπου 40% στο τρίποντο. Αλλά και στο δίποντο…

Σε γενικές γραμμές ο Λεκαβίτσιους, εξαιτίας κυρίως της ανανέωσης του συμβολαίου του από τον Τσάβι, συζητήθηκε πολύ περισσότερο από ό,τι του αναλογούσε.

Πιο συγκεκριμένα με τον Λεκαβίτσιους συνέβησαν 3 πράγματα:

A. Ο Τσάβι – κυρίως λόγω της εκπληκτικής μεταμόρφωσης της ομάδας με τον Πιτίνο – θα μείνει στο Παναθηναϊκό συλλογικό ασυνείδητο ως πολύ χειρότερος προπονητής από ό,τι πραγματικά είναι. Η διαφορά ποιότητας και εμπειρίας είναι δεδομένη προφανώς. Ωστόσο ο Τσάβι με αποκλειστικά δική του ευθύνη άφησε πολύ άσχημη τελευταία εικόνα. Ο χρόνος θα την λειάνει βέβαια αλλά ακόμα οι εικόνες είναι φρέσκες. Στην προκειμένη ο Λεκαβίτσιους ταυτίστηκε με τον Τσάβι. Και ως εκ τούτου ένα μέρος από την κακή αύρα που συνόδευσε τον τελευταίο ακολούθησε και τον παίκτη.

Β. Στον Παναθηναϊκό συμβαίνει κάτι για το οποίο αξίζει και πρέπει κάποια στιγμή να αφιερωθεί ξεχωριστό άρθρο αν όχι άρθρα. Και είναι πολύ σοβαρότερο από μια υποσημείωση στα στοιχεία ενός παίχτη που αύριο θα έχουμε κρατήσει σαν μια θολή ανάμνηση.

Και αυτό είναι ότι η έλλειψη χρημάτων σε συνδυασμό με την απουσία από τις ευρωπαϊκές επιτυχίες του παρελθόντος, κάνει τους παίκτες να κρίνονται πολύ αυστηρότερα από όσο τους αναλογεί.

Ένας παίκτης που κάποτε θα ερχόταν, θα είχε τον χρόνο (ή τα χρόνια) του να βρει τον ρόλο και τη θέση του μέσα στο σύστημα του Ομπράντοβιτς, τώρα έρχεται, δουλεύεται από έναν προπονητή μαξ 2 χρόνια και αν μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα δεν έχει κάνει break out season προερχόμενη όχι από ένταξη στο σύστημα (καθώς αυτό αλλάζει από προπονητή σε προπονητή) αλλά από προσωπικές υπερβάσεις των ατελειών του, τότε βλέπει τον εαυτό του και την θέση του να απειλούνται άμεσα.

Ο 22 ετών και ύψους 2.18 Παπαγιάννης σχολιάζεται αρνητικά επειδή δεν έχει τις τοποθετήσεις του Τάουνς στο post και τους χρόνους του Γκομπέρ στο άλμα του.

Στα 22 του βέβαια ο Αγιόν σκούπιζε τον πάγκο μιας Χαλκόνες Χαλάπα, δεύτερης υπερδύναμης του Μεξικανικού πρωταθλήματος και ο Ταβάρες – που άγγιξε πρώτη φορά στη ζωή του μπάλα του μπάσκετ στα 17 του – έπαιζε στην Γκραν Κανάρια. Εκεί δηλαδή που τον πήγε ένας Γερμανός τουρίστας όταν στις διακοπές του στο Πράσινο Ακρωτήρι τον είχε δει να δουλεύει στο ψιλικατζίδικο της μάνας του.

Να το πω διαφορετικά.

Αυτό έγινε μία φορά στο παιχνίδι με τον Ολυμπιακό αλλά οι αποτυχίες ετών δημιουργούν την ανασφάλεια ότι ο παίκτης δεν θα το κάνει παραπάνω από μία ούτε στα 25 του.

Ο Παπαπέτρου αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα παίκτη που κατάφερε να κάνει αυτές τις προσωπικές υπερβάσεις με αποτέλεσμα να έχει αλλάξει στάτους εντός και εκτός ομάδας.

Ωστόσο το θέμα είναι άλλο.

Η ανασφάλεια για τον παίκτη Παπαπέτρου θα ήταν δυσανάλογα μεγάλη μετά τα 0/8 τρίποντα των 3 πρώτων αγωνιστικών. Η οποία για να ξεπεραστεί θα έπρεπε από τότε να σουτάρει με 59% και να παίζει σαν τον Πολ Τζόρτζ. Η ανασφάλεια των 7 χρόνων χωρίς Ομπράντοβιτς…

Τέλος πάντων.

Επιστρέφοντας στο προηγούμενο θέμα, σε γενικές γραμμές ο Λεκαβίτσιους συζητήθηκε πολύ περισσότερο από ό,τι του αναλογούσε. Εν μέρει λόγω ταύτισης με τον Τσάβι. Εν μέρει λόγω ρόλου. Αλλά αυτοί οι λόγοι ήταν απλά συμπληρωματικοί του βασικού προβλήματος στην περίπτωση του και όχι μετέωροι. Εξ ου και η περίπτωση του είναι τελείως διαφορετική από τους προαναφερθέντες.

Και το βασικό πρόβλημα του Λέκα ήταν το αθλητικό.

Στην πραγματικότητα με τον παίκτη Λεκαβίτσιους συνέβαινε το εξής παράδοξο. Στα χαρτιά φαίνεται πολύ καλύτερος από ό,τι είναι στην πραγματικότητα. Τα στοιχεία που έφερνε ο παίκτης και με βάση τον λόγο που τον έφερνε ο Τσάβι – με έμφαση στο “με βάση τον λόγο” – έβγαζαν νόημα.

Τα στοιχεία του δεν ήταν λάθος. Ήταν ένας shoot-first PG εν αντιθέσει με τον Νικ. Έπαιζε το PNR, δεν φοβόταν την επαφή, ήταν καλούτσικος στο fast-break, είχε συμπαθητικό χειρισμό και έβλεπε συμπαθητικά το γήπεδο. Ακόμα και ο ρόλος για τον οποίο τον ήθελε ο Τσάβι λάθος δεν ήταν. Ή μάλλον ήταν. Αλλά στα χαρτιά δεν ήταν. Σαν game-changer τον ήθελε, όταν είτε δεν μπορούσε είτε δεν έβγαινε το παιχνίδι στον Νικ.

Ήταν αυτή η ευλαβική αναζήτηση του ιδεατού που θα αποτελέσει το ταβάνι της καριέρας του Τσάβι μέχρι να καταλάβει αυτό που του λείπει σε σχέση με τους σέρβους κορυφαίους συναδέλφους του. Η αλητεία.

Υπάρχουν τέτοιοι game changer και είναι σπουδαίο να τους έχεις. Αλλά για ακόμα μία φορά ξεχνούσες ότι παίζεις στην Ευρώπη και δεν μπορείς να έχεις ούτε τον δικό σου Μόντε Μόρις στον Παναθηναϊκό, ούτε τον Μαλίκ Μπίσλει, ούτε τον Φρεντ Βαν Φλιτ. Γιατί για να φτάσεις να ασχοληθείς με αυτόν, έπρεπε πρώτα να έχεις τον δικό σου Γιόκιτς, τον δικό σου Μπάρτον και τον δικό σου Καουάι.

Αλλά και πάλι.

Τα στοιχεία του Λέκα όσο καλά και να ήταν, η προσαρμογή του εδώ πατούσε σε 2 σαθρά θεμέλια. Το πρώτο ότι στον Παναθηναϊκό θέλαμε έναν game changer για 10 λεπτά, σαν να είχαμε την πληρότητα και τις απαιτήσεις των Ντένβερ Νάγκετς στην regular season. Και το δεύτερο πως όλα τα θετικά στοιχεία του παιχνιδιού του ήταν ικανά να υπερκαλύψουν το ένα και μοναδικό που ούτε μπορούσε να δουλέψει, ούτε και θα ξεπεράσει ποτέ στην καριέρα του.

Το ύψος του.

Γενικά γιατί μιλάω για τον Λεκαβίτσιους;

Στη θέση του λοιπόν ήρθε ο Ράις.

Δηλαδή αυτός.

Θα ξεκινήσω με την άποψη του ίδιου του Πιτίνο για τον Ράις.

Αν αφήσουμε στην άκρη τις καλές σχέσεις, ή τις καλές αναμνήσεις που πιθανόν να διατηρεί ο Ρικ με το Βoston, η υπογραφή του Ράις δεν ήταν παράλογο να του αρέσει σαν κίνηση. Ούτε τον ανέφερε δύο φορές στην πρώτη του συνέντευξη τύπου σαν πρώην MVP τυχαία.

Προτού ωστόσο κάνω την συσχέτιση με τον Σίβα που ακούγαμε για καιρό πέρυσι, να πω ότι αυτή η ταύτιση του Σίβα με τον Ρικ μεγιστοποιήθηκε υπέρ το δέον από τα μέσα. Και απολύτως εσφαλμένα.

Υπήρξε ένα διάστημα πέρυσι που σε πιθανό δίλημμα ο Παναθηναϊκός να πρέπει να επιλέξει μεταξύ Λίλαρντ και Σίβα, ο Ρικ εμφανιζόταν ότι θα διάλεγε τον Σίβα.

Τέλος πάντων ξανά.

Κάνοντας κι εγώ ακριβώς αυτό που μόλις στηλίτευσα, ο Ράις είναι το στυλ παίκτη που ήταν και ο Σίβα.

Αντίστοιχο ύψος, αντίστοιχη αθλητικότητα, αντίστοιχη ταχύτητα, πρώτο βήμα, επιθετικότητα προς το καλάθι, ικανότητα στο τρανζίσιον, χειρισμό, αλλαγή κατεύθυνσης. Ο Σίβα ξεκίνησε την καριέρα του χωρίς εμπιστοσύνη στο σουτ του, το οποίο όμως στη συνέχεια βελτίωσε, ο Ράις ξεκίνησε με ΠΑΡΑΠΑΝΩ εμπιστοσύνη στο σουτ του, την οποία και δεν έχασε ποτέ.

Λίγο πολύ όλα φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Για να έχουμε καλύτερη εικόνα πήραμε τα χρόνια του Σίβα στο Λούιβιλ επί Πιτίνο με τα τελευταία 4 χρόνια του Ράις σε Χίμκι, Κίνα και Μπάμπεργκ. Για να φανεί καλύτερα και η ροπή των 2 αθλητών στα εκάστοτε στοιχεία, τα νούμερα είναι υπολογισμένα για 40 λεπτά αγώνα.

Ο Ράις σουτάρει περισσότερο. Παίρνει τα ίδια ριμπάουντ. Και δίνει τις ίδιες ασίστ. Λίγα χρόνια αργότερα που ο Σίβα φτιάχνει το σουτ του, σουτάρει κι αυτός περισσότερο.

Σε γενικές γραμμές ο Ράις, όπως και ο Σίβα, όπως και ο Λέκα, όπως και o Τζέιμς, ο Λάρκιν, ο Τζέρελς, ο Καμπάτσο, ο Ντίξον όπως και όλοι οι guard των οποίων το ύψος αποτέλεσε αξεπέραστο εμπόδιο για να κάνουν καριέρα απέναντι, εδώ όρισαν το ταβάνι τους, ο καθένας διαφορετικό προφανώς, βάσει του πόσο κατάφεραν να εξελίξουν τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του παιχνιδιού τους.

Ο Ράις δεν κατάφερε να εξελίξει κάποιο από τα χαρακτηριστικά του παιχνιδιού του σε elite βαθμό, αποκτώντας για παράδειγμα το σουτ του Ντίξον, το hustling του Καμπάτσο, ή το αggressiveness του Τζέιμς. Βρέθηκε όμως για ένα χρονικό διάστημα στην elite των γκαρντ της Ευρώπης. Και τον λόγο, για μένα, θα τον αναφέρω στο τέλος.

Το βασικό θέμα είναι ότι ο Ράις ήρθε στην θέση του Λεκαβίτσιους.

Ο Ράις μετά την Μακάμπι, τα χρόνια δηλαδή που είναι ενεργός και ο Λεκαβίτσιους, έχει παίξει 2 χρόνια στην Χίμκι, ένα στη Μπαρτσελόνα, ένα σε μια Shenzhen Leopards (αντικαθιστώντας τον Λάνγκφορντ), και ένα στην Μπάμπεργκ. Το επίπεδο των διοργανώσεων διαφέρει και ως εκ τούτου η σύγκριση δεν είναι όσο καθαρή θα έπρεπε.

Ωστόσο κάνοντας την μετατροπή των στατιστικών του σε 40 λεπτά αγώνα, τα βασικά στοιχεία των παικτών φαίνονται με σχετική ασφάλεια.

Καταρχάς όπως είπαμε ο Ράις σουτάρει περισσότερο.

https://static.wixstatic.com/media/5295ac_2de0ce25e5294693b073cdd4ed73f901~mv2.png/v1/fit/w_300,h_300,al_c,q_5/file.png

Βγάζοντας ένα μέσο όρο από όλες τις διοργανώσεις στις οποίες συμμετείχε την τελευταία 5ετία, αν ο Ράις έπαιζε 40 λεπτά θα σούταρε περίπου 7 τρίποντα ανά αγώνα. Σε σύγκριση με τον Λέκα, ο Ράις θα ήθελε να σουτάρει 3 τρίποντα παραπάνω ανά παιχνίδι.

Επίσης ο Ράις σουτάρει χειρότερα από τον Λέκα.

https://static.wixstatic.com/media/5295ac_a3d9b1eaa71a4a61936a5a458830d441~mv2.png/v1/fit/w_300,h_300,al_c,q_5/file.png

Ο Λέκα σουτάρει με 41%, ο Ράις με 34%.

Το παραπάνω έχει 2 αναγνώσεις. Είτε ο Λέκα έπαιρνε καλύτερες αποφάσεις υποβοηθούμενος και από το γεγονός ότι μέχρι τώρα στην καριέρα του λειτουργούσε αποκλειστικά σαν back-up γκαρντ σε ομάδες του Γιασικεβίτσιους και του Τσάβι, είτε ότι ο Ράις είναι εγγενώς inefficient παίχτης και θα είναι έτσι κάτω από τις οποιεσδήποτε συνθήκες και αν βρεθεί.

Το κρατάω για την συνέχεια.

Ο Λέκα με τον Ράις παίρνουν τα ίδια ριμπάουντ.

https://static.wixstatic.com/media/5295ac_0220f0b3048f47619c9bd2f77a7182ff~mv2.png/v1/fit/w_300,h_300,al_c,q_5/file.png

Αλλά ο Ράις δίνει περισσότερες ασίστ.

https://static.wixstatic.com/media/5295ac_90cd6646b30840a0818548071ea50ec1~mv2.png/v1/fit/w_300,h_300,al_c,q_5/file.png

Στην πραγματικότητα τα πρώτα 2 χρόνια του Λέκα στην Ζαλγκίρις, ο Ράις παίζει ένα χρόνο με την Χίμκι Ευρωλίγκα και ένα χρόνο με τη Χίμκι Γιούροκαπ. Η τεράστια διαφορά μεταξύ ενός back-up PG του Σάρας με mentality ρούκι, με έναν ball dominant παίχτη της Χίμκι με στάτους βετεράνου είναι λογικό να αποτυπώνεται κάπως έτσι και δεν είναι απολύτως ενδεικτική.

Η τρίτη χρονιά βρίσκει τον έναν ίσως στην δημιουργικότερη μέχρι σήμερα χρονιά του και τον άλλον στην χειρότερη του, ενώ τις επόμενες 2 ο Ράις επανέρχεται σε χαμηλότερης δυναμικής πρωταθλήματα, με σταθερά υψηλότερο στάτους.

Η σύγκριση είναι δύσκολη, αλλά η τάση γενικά φαίνεται.

Με βάση όσα έχουμε δει από τον Λεκαβίτσιους μέχρι σήμερα και όχι με βάση τί μπορεί να δούμε από αυτόν στην πορεία της καριέρας του, ο Ράις εκτός από το να σουτάρει περισσότερο, μοιράζει και περισσότερο.

Ο Πιτίνο δηλαδή συνολικά, βρίσκει έναν παίκτη που σουτάρει περισσότερο, που σουτάρει χειρότερα, αλλά μοιράζει καλύτερα από τον προκάτοχο του.

Μιλώντας σε όρους σουτ, τον Παναθηναϊκό περισσότερο τον προβληματίζει παρά τον χαροποιεί η υστέρηση στο σουτ του Ράις. Οποιοσδήποτε παίχτης προστίθεται στο σύνολο που οργανώνει ο Νικ Καλάθης οφείλει να έχει σουτ.

Ωστόσο o Ράις έφερε σε σχέση με αυτόν που αντικατέστησε:

1. Δημιουργία.
2. Άμυνα.
3. Aggressiveness και το σημαντικότερο:
4. Mentals

Κανένα εκ των στοιχείων δημιουργία, άμυνα, και aggressiveness δεν είναι elite όπως είπαμε. Γι’ αυτό και πληρώνεται όπως πληρώνεται. Το ύψος του αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στα πρώτα 2 στοιχεία. Δεν μπορεί να δει πάνω από την άμυνα και δεν μπορεί να μαρκάρει ψηλότερα γκαρντ. Η έλλειψη δύναμης στα πόδια αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για το 3ο. Ο Ράις δεν μπορεί να πατήσει δυνατά ώστε να τελειώνει τα drive με ασφάλεια παρά το γρήγορο πρώτο βήμα του.

Ωστόσο και στα 3 στοιχεία υπερτερεί σαφώς του Λεκαβίτσιους. Και κατά μία έννοια ο λόγος για αυτό είναι το 4ο. Το mentality.

Ο Ράις παίζει επιθετικά το PNR αναγκάζοντας τις άμυνες να τον παίξουν δυναμικά. Δεν φοβάται να εκτελέσει μετά από ντρίμπλα (τουναντίον..), και το κυριότερο, δεν φοβάται να φτάσει μέχρι το καλάθι. Εν αντιθέσει με Λέκα αλλά και Νικ, που θα προτιμούσαν το λιγότερο πιθανό να κοπεί – αλλά και λιγότερο πιθανό να μπει – floater. Στην πραγματικότητα, ο Ράις διαθέτει ένα πλήρες ρεπερτόριο από τις κινήσεις που θα έπρεπε να έχει ένας elite περιφερειακός και αυτό τον κάνει απρόβλεπτο.

Το παράδοξο στην περίπτωση του είναι ότι παρότι έχει καλύτερο ball-handling, καλύτερη δημιουργία και καλύτερη σωματοδομή από τον Λέκα, η ικανότητα του τελευταίου στο σουτ, θεωρητικά θα τον καθιστούσε ως τον πιο efficient παίχτη από τους δύο. Κι όμως.

Α. Το σουτ του Ράις δεν είναι ΤΟΣΟ χειρότερο και κυρίως:
Β. Ο Παναθηναϊκός μετά την φυγή του Τζέιμς χρειάζεται όση διεισδυτικότητα και όσο winning mentality μπορεί να πάρει.

Από οποιονδήποτε.

Αυτός είναι και ο λόγος που για μένα ο Ράις βρέθηκε στην elite της Ευρώπης χωρίς να έχει πραγματικά elite τίποτα. Το ένστικτο του νικητή.

Συνολικά, στο πρόσωπο του Ράις, ο Πιτίνο βρίσκει έναν πλήρη περιφερειακό, με χαμηλό ταβάνι λόγω ύψους, δύναμης και σουτ αλλά και με ηγετικές τάσεις, που δεν είχε μέχρι σήμερα, ενώ ο Παναθηναϊκός επιτέλους ξεφεύγει από την λογική του game-changer αναπληρωματικού του Καλάθη.

Στο πρόσωπο του Ράις, ο Πιτίνο βρίσκει όχι έναν αναπληρωματικό, αλλά τον MVP του φάιναλ φορ του 2014 και τον MVP του Eurocup και των τελικών του 2015.

Με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

2. Τον Wiley και τον Bentil

Αν θεωρήσουμε τον Λάσμε το περσινό 5άρι, τον Γκιστ 4αρι και τον Λοτζέσκι 3αρι, τότε οι Γουάιλι, Μπεντίλ και Μπράουν ήρθαν να αντικαταστήσουν τους προαναφερθέντες.

Προτού ξεκινήσω να θυμηθούμε ποιός ήταν ο Γκιστ.

Ο Γκιστ ήταν αυτός.

Όπως ακριβώς και στην περίπτωση του Τσάβι, έτσι και σε αυτήν του Γκιστ, η τελευταία εικόνα είναι καταδικαστική αλλά και πλήρως διαφοροποιημένη σε σχέση με αυτήν που θα ήταν αν δεν είχε μεσολαβήσει η τελευταία του μιάμιση σεζόν. Αυτό δεν σημαίνει ότι η εικόνα τους ήταν καλύτερη και θα δικαιολογούσε την παραμονή τους. Αλίμονο.

Ωστόσο ο Γκιστ δεν είναι αυτός που έχουμε τώρα όλοι στο μυαλό μας.

Στα prime του, την 5ετια 2012 – 2017, ο Γκιστ υπήρξε ένα από τα πιο αθλητικά 4αρια της λίγκας. Με πλάγια βήματα, ύψος και μάκρος που τον καθιστούσαν elite αμυντικό και ριμπάουντερ.

Το elite, είναι πολύ βασικό στοιχείο και δεν πρέπει να υποτιμάται. Ο περσινός Παναθηναϊκός για παράδειγμα, εκτός από το play-making του Καλάθη και το mid-range του Λάνγκφορντ, δεν είχε σε elite επίπεδο τίποτα και κανένας παίκτης.

Ο Γκιστ εκείνης της 5ετιας βέβαια, ακολουθώντας ευλαβικά το παράδειγμα των περισσότερων elite παικτών που παίζουν στην ευρωλίγκα, δεν δούλεψε τις αδυναμίες του. Ούτε ποστ απέκτησε ποτέ, ούτε το αργό release του έφτιαξε, ούτε σπουδαίος δημιουργός έγινε.

Νομοτελειακά, οι τραυματισμοί και η επιβάρυνση των συνεχόμενων ετών σαν υπεραπαραίτητος starter σε ένα αμιγώς αμυντικογενές, physical πρωτάθλημα όπως αυτό της ευρωλίγκας, είχαν σαν αποτέλεσμα να χάσει την αθλητικότητα του και μαζί με αυτήν να χάσει ουσιαστικά όλα τα στοιχεία που τον καθιστούσαν elite, προσπαθώντας μάταια να στηριχθεί σε αυτά που δεν δούλεψε ποτέ. Το ποστ και το τρίποντο.

Δεν είναι κάτι καινούριο και το κάνουν ιστορικά όλοι οι μεγάλοι παίκτες και σε όλα τα αθλήματα. Η έλλειψη αθλητικότητας που συνεπάγεται η ηλικία απαιτεί προσαρμογές για τις οποίες οι elite παίκτες δουλεύουν χρόνια πριν. Ο Διαμαντίδης έγινε σουτέρ του 40% και ο Σπανούλης θα τελειώσει την καριέρα του πρώτος σε ασίστ στην ιστορία της ευρωλίγκας.

Ο Ματέους έγινε από 10αρι λίμπερο. Ο Γκιστ από την άλλη έγινε χειρότερος του Γουάιλι.

Και αυτό δεν είναι μομφή για τον Γουάιλι. Το παιδί είναι 24 χρονών και αυτή τη στιγμή στην καριέρα του μπορεί να γίνει από παίκτης Eurocup, μέχρι παίκτης ευρωλίγκας.

Το σίγουρο είναι ότι αυτή την στιγμή, ο Γουάιλι φέρνει στο παιχνίδι του Παναθηναϊκού στοιχεία που ο προκάτοχος του δεν ήταν σε θέση να προσφέρει. Και επειδή αυτά που φέρνει ένας παίκτης είναι πάντα λιγότερο ενδιαφέροντα από αυτά που δεν φέρνει ας σταθούμε στο τί δεν έχει.

Δεν έχει καλό ύψος για 5άρι.
Δεν έχει τρίποντο για 4άρι.
Δεν έχει σουτ είτε για 4άρι, είτε για 5άρι.
Δεν έχει δύναμη.
Δεν έχει ποστ.
Δεν έχει δημιουργία.

Συμπερασματικά, αν ο Γουάιλι ήταν 30 χρονών θα έπρεπε να παίζει στον Προμηθέα.

Στην περίπτωση του Γουάιλι το μεγαλύτερο asset του δεν είναι κάποιο χαρακτηριστικό του. Είναι η ηλικία του. Και η ηλικία δεν αναφέρεται ως ευχολόγιο σχετικά με έναν νέο και άγνωστο παίκτη αλλά ως καθοριστικός παράγοντας παροχής κινήτρου για την αγωνιστική του βελτίωση.

Και δεν πρέπει να υποτιμάται.

Το γεγονός ότι είναι μακρύς και αθλητικός είναι η βάση του παιχνιδιού του. Από κει και πέρα, τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά που του λείπουν μπορούν να δουλευτούν.

Να σταθώ εδώ για ένα λεπτό λέγοντας πως το γεγονός ότι κατά την καλοκαιρινή επιλογή των παικτών χαμηλότερου ταβανιού, πρωταρχικός σκοπός ήταν το σουτ και η αθλητικότητα, ήταν απολύτως σωστό. Πέραν της κριτικής που πιθανόν να δέχτηκε ο Πεδουλάκης για τις συγκεκριμένες επιλογές, η σκέψη του λανθασμένη δεν ήταν.

Η λογική είναι ότι οι συνεργασίες διδάσκονται και σε βάθος χρόνου βελτιώνονται, η αθλητικότητα όχι.

Γενικά, ο Παναθηναϊκός, όπως είναι στημένος, έχει να κερδίσει πολλά περισσότερα από την καλύτερη εκδοχή ενός Μπεντίλ σε σχέση με την καλύτερη εκδοχή ενός Βεζένκοφ, ή ενός Χαραλαμπόπουλου. Όσο και αν βελτιώνονταν οι 2 τελευταίοι.

Και αν ο Γουάιλι με εξαίρεση την αθλητικότητα δεν έχει να επιδείξει κάποιο άλλο χαρακτηριστικό στο παιχνίδι του, ο Μπεντίλ είναι διαφορετική περίπτωση. Βάσει σωματοδομής και χαρακτηριστικών, ο Μπεντίλ έχει ξεκάθαρα μεγαλύτερο ταβάνι.

Βασικά τα πιο εξόφθαλμα αρνητικά του Μπεντίλ είναι 3:

  1. Η διάθεση για άμυνα.
  2. Η διάθεση για ριμπάουντ.
  3. Η δημιουργία.

Υπάρχει ένα παράδοξο ωστόσο στην περίπτωση του.

Τα σωματικά του χαρακτηριστικά είναι αυτά που χρειάζεται για να υπερκαλύψει τα συγκεκριμένα αρνητικά.

Έχει ύψος. Είναι 2.06.
Έχει τη σωματοδομή. Ζυγίζει 107 κιλά, μεγάλο μέρος αυτών μυικά.
Έχει το άνοιγμα χεριών. 2.16 μέτρα.

Και όπως είπαμε και στην περίπτωση του Γουάιλι, έχει την ηλικία. Είναι και αυτός 24 και είναι και για αυτόν άγνωστο το ταβάνι. Δεδομένης της ταχυδύναμης του, αν δουλέψει στις αδυναμίες του, τότε στην ομάδα πιθανόν να μπορέσει να βρει ρόλο. Στην πραγματικότητα, με αυτά τα σωματικά χαρακτηριστικά θα είναι έγκλημα για αυτόν να μην βελτιώσει τις αδυναμίες του.

Η περίπτωση Γουάιλι όπως και η περίπτωση Μπεντίλ είναι οι λιγότερο ποιοτικές στο ρόστερ. Παρά το γεγονός ότι μπορούν αμφότεροι να ανέβουν επίπεδο, σήμερα δεν είναι έτοιμοι να τα βάλουν με τους πληρέστερους παίκτες που θα βρουν μπροστά τους αν η ομάδα προκριθεί στα πλει οφ. Αν γινόταν προσθήκη είναι προφανές ότι θα έπρεπε να γίνει εκεί.

Παρόλα αυτά η παρουσία τους δεν ενοχλεί. Και αυτό γιατί σαν λογική ακολουθούν ένα κοινό pattern. Είναι μικροί. Είναι συμπληρωματικοί. Και είναι αθλητικοί.

Ο Πιτίνο έχει δουλέψει με πολλούς τέτοιους στην καριέρα του.

Αφήνω για το τέλος κάτι άσχετο.

Κάθε φορά που διαβάζω την προσωπική ιστορία κάποιου παίκτη σαν αυτή του Γουάιλι σκέφτομαι το ίδιο πράγμα. Το πόσο ξεχνάμε ότι όλοι αυτοί πριν από παίκτες είναι άνθρωποι. Και κατά βάση είναι βασανισμένοι άνθρωποι που για να φτάσουν εκεί που έφτασαν ξεπέρασαν εμπόδια που οι περισσότεροι σαν αυτούς δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν.

Η μάνα του Μπάτλερ του είπε στα 13 του “I don’t like the look of you” και τον έδιωξε από το σπίτι αφήνοντας τον να ζήσει στους δρόμους. Εκεί από όπου τον μάζεψε μετά από χρόνια η μητέρα ενός φίλου του για να ζήσει μαζί με τα υπόλοιπα 7 παιδιά της. Ο Μπάτλερ πήγε σχολείο, βρήκε κίνητρο στο μπάσκετ και επιλέχθηκε στο ντραφτ.

Την ημέρα του ντραφτ την αποκάλεσε “μαμά.”

Μπορεί να βλέπουμε τον Γουέστμπρουκ και να σκεφτόμαστε πόσο μαλάκας είναι επειδή ντύνεται περίεργα ή δεν του αρέσει να δίνει πάσες, αλλά ο Γουέστμπρουκ φοράει πάντα στο δεξί του χέρι ένα πλαστικό βραχιόλι που λέει RIP KB3.

Όταν ήταν 15 χρονών ο Γουέστμπρουκ δεν ήταν ο καλύτερος παίκτης του σχολείου του. Αυτός ήταν ένας Khelcey Barnes. Ένας τύπος που ήταν όλα όσα νομίζουμε ότι ήταν ο Γουέστμπρουκ. Στο επίκεντρο όλων και έτοιμος να κατακτήσει τα πάντα. Ο Γουέστμπρουκ στην πραγματικότητα ζούσε στην σκιά του Barnes.

Μέχρι που μια μέρα ο τελευταίος έπεσε αναίσθητος στη μέση του γηπέδου.

Ο Barnes ζούσε με τη γιαγιά του και την μικρή του αδερφή. Από εκείνη τη μέρα και μέχρι να φύγει για το UCLA, ο Γουέστμπρουκ θα πήγαινε κάθε μέρα στο σπίτι του φίλου του και θα έκανε όλες τους τις δουλειές. Όπως ακριβώς θα τις έκανε ο Barnes αν ζούσε. Θα έκανε ακόμα και το βούρτσισμα των μαλλιών της μικρής του αδερφής.

Σήμερα αυτή τον αποκαλεί αδερφό της.

Ο Όντομ δεν πρόλαβε να ζήσει μαμά γιατί πέθανε από καρκίνο όταν αυτός ήταν παιδί. Ο πατέρας του ήταν χρήστης ηρωίνης. Το παιδί του πέθανε όταν ήταν μωρό. Μπροστά στα μάτια του πέθανε ο ξάδερφος του και ο κολλητός του.

O πατέρας του Λεμπρόν που αγαπάμε να μισούμε ήταν ένας πρώην κατάδικος που άφησε έγγυο τη μάνα του στα 16 της και δεν θέλησε ποτέ να γνωρίσει το παιδί. Το έκανε όμως λίγο πριν το ντραφτ του Λεμπρόν και αμέσως αφότου είχε συλληφθεί για κλοπές.

Το 2014 ο Λεμπρόν τον ευχαρίστησε που δεν εμφανίστηκε ποτέ στην ζωή του γράφοντας του: “Could have said why me with you not being there. But look what I made of myself.”

Ο Γουάιλι λοιπόν περισσότερο κι από το μπάσκετ μπορεί να ήθελε να μην έχει αλκοολικό πατέρα. Ή απλά να έχει ακόμα πατέρα. Η ιστορία του όμως υπάρχει για να μας θυμίζει ένα πράγμα.

Ότι όλοι αυτοί είναι ήδη νικητές.

3. Τον Wesley Johnson

Πόσο καιρό περίμενα να μιλήσω για τον Γουέσλι Τζόνσον.

Ξεκινάω χωρίς πολλά.

Από τότε λοιπόν που η ευρωλίγκα έγινε το πρωτάθλημα που αντί να πρωταγωνιστεί ο Ντανίλοβιτς και ο Μποντίρογκα πρωταγωνιστεί ο Λάρκιν και ο Βέσελι, κάθε ομάδα αποφασίζει κάθε καλοκαίρι να δώσει κάποια μεγάλα συμβόλαια σε κάποιους μεγάλους παίκτες.

Και αυτοί οι μεγάλοι παίκτες είναι 3 ειδών:

Α. Αμερικάνοι στα prime τους που δεν βρίσκουν θέση απέναντι και έρχονται εδώ να αναλάβουν ηγετική θέση σε μια ομάδα. Λάρκιν, Τζέιμς, Γουοναμέικερ, Ντιλέινι.

Β. Ευρωπαίοι ρούκι προτού κάνουν το βήμα για απέναντι που έρχονται εδώ να αναλάβουν ηγετική θέση σε μια ομάδα. Μπογκντάνοβιτς, Ντόνσιτς, Μπιέλιτσα.

Γ. Αμερικάνοι μετά τα prime τους που έρχονται από απέναντι εδώ για να αναλάβουν συμπληρωματική θέση σε μία ομάδα.

Οποιοσδήποτε άλλος συνδυασμός μεγάλου παίκτη και ρόλου είναι καταδικασμένος να αποτύχει.

Από αυτούς τους 3 συνδυασμούς τώρα, είναι προφανές ότι ο μεσαίος είναι και ο πιθανότερος να σε οδηγήσει σε τίτλους. Το πρόβλημα με τον μεσαίο συνδυασμό είναι πως εκτός από πιθανότερος να σε οδηγήσει σε τίτλους είναι και ο ακριβότερος. Ως εκ τούτου και καθότι ούτε βγαίνουν κάθε μέρα Μπογκντάνοβιτς, αλλά που και να έβγαιναν θα είχε το σαφές προβάδισμα ο Ομπράντοβιτς έναντι όλων των ανταγωνιστών του (πλέον και ο Πιτίνο..), για τις υπόλοιπες ομάδες μένουν οι άλλες 2 κατηγορίες παικτών.

Από τις άλλες 2 κατηγορίες τώρα, οι ομάδες που καταφέρνουν να έχουν παίκτες της πρώτης έχουν ήδη ένα μικρό προβάδισμα έναντι των υπολοίπων. Το βλέπουμε γενικά τα τελευταία 10-15 χρόνια. Ένα μικρό σύνολο παικτών που ανακυκλώνεται μεταξύ των πλουσιότερων ομάδων που έχουν στόχο την διάκριση. Άλλο θέμα.

Στην προκειμένη, το θέμα είναι πως το να έχεις παίκτες από την τρίτη κατηγορία, αυτό αποτελεί πολυτέλεια. Και δεν συμβαίνει συχνά. Όχι μόνο για τον Παναθηναϊκό. Αλλά για ολόκληρη την ευρωλίγκα.

Βασικά στην Ευρώπη δεν συμβαίνει σχεδόν ποτέ.

Ο Wesley Johnson παίζει 10 χρόνια στο ΝΒΑ και φέτος ήρθε στον Παναθηναϊκό. Αν ερχόταν σαν το βασικό 3άρι από το οποίο η ομάδα θα περίμενε να αναλάβει όλη την περιφερειακή της εκτέλεση για παράδειγμα, τότε ο Johnson θα κρινόταν στην βάση της πρώτης κατηγορίας.

Και κατά 99% θα κρινόταν ανεπαρκής.

Ο Johnson όμως ως NBAer με 10ετή θητεία στο ΝΒΑ που ήρθε να αναλάβει συμπληρωματικό ρόλο σε αυτόν τον Παναθηναϊκό, είναι σχεδόν ψέμα.

Ο παίκτης στο ΝΒΑ από το 2010 μέχρι πέρυσι, σκοράρει περίπου 7 πόντους, βάζει 1 τρίποντο, σουτάροντας με 34%, μαζεύει 3.5 ριμπάουντ, δίνει 1 ασίστ, κάνει 1 κλέψιμο και 1 τάπα σε 20 λεπτά αγώνα. Ενδεικτικά της απόστασης των 2 πρωταθλημάτων, τα αντίστοιχα νούμερα για τον Ντε Κολό σε Τορόντο και Σαν Αντόνιο ήταν 3.8 πόντοι, 36% τρίποντο, 1.5 ριμπάουντ, 1.5 ασίστ και 0.3 κλεψίματα. Για τον Ντε Κολό που ήρθε στην Ευρώπη ως σταρ.

Προτού ξεκινήσω τέλος πάντων, να πω ότι ερχόμενος ένας παίκτης αυτού του επιπέδου από το ΝΒΑ εδώ, μπορείς να εστιάσεις σε 2 πράγματα:

Στο τί δεν έκανε ο παίκτης καλά απέναντι.
Ή στο τί μπορεί να κάνει ο παίκτης εδώ.

Το να εστιάσεις στο τί δεν μπορεί να κάνει όμως ένας παίκτης στο ΝΒΑ και να το μεταφέρεις στην εδώ παρουσία του ενέχει τόσο μεγάλη πιθανότητα να κρίνεις λάθος όση να κρίνεις τον Σπανούλη κατά την επιστροφή του στην ευρωλίγκα ως turnover machine.

Βάσει αυτού, ο Johnson είναι πολλά αυτά που ΔΕΝ κάνει.

Στην πραγματικότητα ο Johnson είναι ένας παίκτης που δεν με απασχόλησε ποτέ. Βασικά ο παίκτης στο ΝΒΑ ανήκει σε αυτή την κατηγορία των εκατοντάδων παικτών ανά τα χρόνια, που υπάρχουν, ξέρεις ότι είναι εκεί, τους βλέπεις να παίζουν, αλλά σχεδόν ποτέ δεν σε έχουν εντυπωσιάσει. Ο κοντινότερος που μου έρχεται στο μυαλό είναι ο Wayne Ellington.

ΩΣΤΟΣΟ.

Ανήκει σε αυτή την κατηγορία παικτών που αν έκαναν το βήμα να έρθουν από δω αυτομάτως θα εντυπωσιαζόσουν. Διότι απλά δεν είναι για εδώ. Τώρα το να έκαναν το βήμα να έρθουν από δω για να ΜΗΝ πάρουν κιόλας πρωταγωνιστικό ρόλο, αυτό καθιστά την κίνηση πολυτέλεια που λέγαμε προηγουμένως.

Όπως πολυτέλεια είναι ότι ο Γκρεγκ Μονρό παίζει φέτος στη Μπάγερν.

Πριν πούμε λοιπόν γιατί ο Wesley Johnson ήρθε από εδώ, ας δούμε γιατί δεν ερχόταν όλα αυτά τα χρόνια.

Ο Johnson είναι ψηλός, μακρύς, και αθλητικός. Έχει μεγάλο άνοιγμα χεριών (2.15), είναι γρήγορος και σουτάρει καλά. Δεν είναι τυχαίο ότι επιλέχθηκε στο νούμερο 4 του ντράφτ. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι παίζει 9 χρόνια γεμάτες χρονιές εκεί.

Γενικά, το θέμα είναι το εξής.

Α. Ένας παίκτης για να σταθεί και να διακριθεί στο επίπεδο της ευρωλίγκας αρκεί να έχει έστω ένα στοιχείο του σε elite επίπεδο ανεξαρτήτως σωματικών προσόντων. Αν το έχει αυτό, τότε μπορεί σε όλα τα άλλα να υστερεί. Μάλλον δεν μπορεί απλά να υστερεί. Υστερεί. Γιατί αν δεν υστερούσε δεν θα έπαιζε εδώ.

Β. Ένας παίκτης για να σταθεί και να διακριθεί στο ΝΒΑ θα πρέπει να έχει περισσότερα από ένα στοιχεία του σε elite επίπεδο και ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ να έχει και τα σωματικά του προσόντα σε elite επίπεδο.

Γ. Ένας παίκτης για να σταθεί ΧΩΡΙΣ να διακριθεί στο ΝΒΑ, όπως ο Wesley Johnson, θα πρέπει να έχει περισσότερα από ένα στοιχεία σε ικανοποιητικό επίπεδο και τα σωματικά προσόντα σε elite.

Αυτός ακριβώς είναι.

Από το 2010 και με εξαίρεση την τελευταία του χρονιά που έγινε trade από Νέα Ορλεάνη σε Ουάσινγκτον, ο Wesley Johnson μόλις μία φορά (το 2013) έπαιξε λιγότερα από 65 παιχνίδια. Την σεζόν ’17-’18 μάλιστα, προτού γίνει trade, ήταν starter στα 40 από τα 74 παιχνίδια που έπαιξε στους Κλίπερς.

Άρα έπαιζε. Πολύ. Όμως τί του λείπει και δεν διακρίθηκε;

Η απάντηση είναι και το παράδοξο που συμβαίνει στην περίπτωση του για το οποίο θα μιλήσω στη συνέχεια.

Αρχικά να πούμε ότι ο Johnson επιλέχθηκε στο νούμερο 4 του draft του 2010 από τους Τίμπεργουλβς του Kurt Rambis. Ο Rambis ήταν παλιός παίκτης των Λέικερς του Μάτζικ. Σαν προπονητής βέβαια τρολ. Τίποτα το ιδιαίτερο. Την σεζόν 2010 – 2011 οι Τίμπεργουλβς του τελείωναν με το υπερηχητικό 17-65.

Επίσης fun fact: πριν παίξει στους Showtime Lakers ο Rambis, έπαιξε για ένα χρόνο στην ΑΕΚ, πήρε ελληνική υπηκοότητα και έπαιξε με το όνομα Κυριάκος Ραμπίδης.

Οι Γουλβς λοιπόν εκείνης της σεζόν είχαν στα γκαρντ έναν υπέροχα κακό παίκτη ονόματι Luke Ridnour, ο οποίος στην ιστορία θα μείνει επειδή έγινε trade 4 φορές σε 6 μέρες. Στην μία από αυτές για τον Γιάνις Τίμμα. Στη συνέχεια, στα forward είχαν τον λατρεμένο Michael Beasley, που έχουν συλλάβει σε διαφορετικές περιπτώσεις για: ναρκωτικά, ξύλο, επικίνδυνη οδήγηση και ντόπινγκ. Και στο σέντερ είχαν τον Ντάρκο Μίλισιτς που λίγο αργότερα παράτησε το μπάσκετ για να γίνει kick-boxer και τώρα είναι αγρότης.

Σε αυτό το γκρουπ παικτών ο Ραμπίδης έβαλε τον Wesley Johnson.

Ο λόγος ήταν τα προφανή στοιχεία που οι Γουλβς είχαν ανάγκη άμεσα. Την αθλητικότητα και το σουτ.

Και στη βάση του αυτό δεν είναι παράλογο.

Γενικά στο ΝΒΑ, οι μέρες που ο Bowen έμπαινε undrafted και ο Danny Green επιλεγόταν κάπου στην 50αδα έχουν περάσει εδώ και καμιά δεκαριά χρόνια. Όταν περάσουν τα πρώτα pick, που κατά βάση οι παίκτες που επιλέγονται εκεί θα έχουν κάποιο ή κάποια πραγματικά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, οι υπόλοιπες ομάδες ψάχνουν αυτούς τους παίκτες που είναι σε θέση να βοηθήσουν όσο πιο άμεσα γίνεται.

Και δεν υπάρχει πιο άμεσος τρόπος να βοηθήσεις μια ομάδα σήμερα από το να της δώσεις έναν 3 and D παίκτη, ακόμα και αν έχει χαμηλό ταβάνι. Οι πιθανότητες είναι ότι όχι απλώς θα κάνει καριέρα εκεί, αλλά μπορεί και να περάσει πολλούς αντικειμενικά καλύτερους του παίκτες.

Κάπως έτσι ο κάθε Mikal Bridges περνάει στο ροτέισον τον Josh Jackson, ο κάθε Stanley Johnson πέφτει στα αζήτητα και ο Josh Hart καταλήγει να θεωρείται η μεγαλύτερη απώλεια μιας ομάδας που χάνει Lonzo και Ingram.

Μέσα σε αυτό το διαμορφωμένο περιβάλλον, ο Wesley Johnson μπήκε στο ΝΒΑ, πιο ψηλά από όσο θα έπρεπε λόγω των λανθασμένων προσδοκιών που είχε από αυτόν ένας οργανισμός που δεν λειτουργούσε σωστά (περνώντας Κάζινς, Χέιγουορντ και… Πολ Τζόρτζ). Είχαν τουλάχιστον για παρηγοριά τους Σίξερς που ήταν ακόμα χειρότεροι και επέλεγαν στο νούμερο 2 τον Έβαν Τέρνερ.

Αλλά από πού γεννήθηκαν οι προσδοκίες τους;

Η απάντηση είναι αυτό το παράδοξο που ανέφερα πριν.

Ο Wesley Johnson λοιπόν είναι ένας σωματικά προικισμένος παίκτης. Με ένα ολόσωστο, δύσκολο να κοπεί σουτ. Με ταχύτητα, με γρήγορα πόδια, με τεράστιο άνοιγμα χεριών, με άλμα. Χωρίς καλό ball-handling μεν, στοιχείο που τον καθιστά σχετικά εξαρτώμενο, αλλά με υψηλό IQ.

Σε κάθε περίπτωση, όλα τα παραπάνω συνηγορούν ότι ο Johnson έχει όλα όσα χρειάζεται προκειμένου να απειλεί το καλάθι με κάθε τρόπο και από όλες τις θέσεις. Είτε επιλέγοντας να σηκωθεί από την περιφέρεια, είτε να επιτεθεί στα close out, είτε να ποστάρει, είτε να τελειώσει τις φάσεις κάτω από το καλάθι.

Ε, δεν το κάνει.

Ο Johnson στην καριέρα του μέχρι σήμερα είχε μόνο ένα στοιχείο που δεν τον άφησε να πάει στο επόμενο επίπεδο. Δηλαδή αυτό για το οποίο προοριζόταν.

Την επιλογή των σουτ του.

Σε ποσοστό καριέρας άνω του 80% των επιθέσεων που επιλέγει, ο Johnson θα τελειώσει την φάση που θα πάρει με jumper, έναντι όλων των υπόλοιπων επιλογών εντός του ζωγραφιστού. Το μέτριο ball-handling του συντελεί σίγουρα στην άνοδο αυτού του ποσοστού. Χωρίς όμως να δικαιολογεί το νούμερο εξ ολοκλήρου.

Αφ’ ενός δεν είναι τόσο κακό.

Και το κυριότερο:

Η ικανότητα του στο σουτ σε συνδυασμό με τα σωματικά του προσόντα σχεδόν παρακαλάνε να εκμεταλλευτεί τους χώρους που θα του δίνονταν.

Είναι πολλοί οι λόγοι για τους οποίους ο Παπαπέτρου είναι ο παίκτης που έχει πάει ήδη στο επόμενο επίπεδο. Πνευματικά είναι πιθανότατα ο σκληρότερος παίκτης της ομάδας. Αγωνιστικά όμως ο βασικότερος λόγος είναι αυτός.

Η σημασία της προσωπικής φάσης.

Ένα πράγμα το οποίο δεν έχουν κατά βάση οι παίκτες που αγωνίζονται στην Ευρώπη είναι την δυνατότητα να δημιουργούν για τον εαυτό τους. Στο ΝΒΑ αυτό είναι σχεδόν προαπαιτούμενο για να βρεις θέση σε κάποιο ρόστερ. Εδώ είναι μια πολυτέλεια την οποία οι ομάδες χρυσοπληρώνουν. Και συνήθως στις περισσότερες περιπτώσεις έρχεται και με τρανταχτά μειονεκτήματα.

Αν έδινες την μπάλα στον Ραντούλιτσα θα είχε τον τρόπο να φτάσει στο καλάθι χωρίς καμιά βοήθεια. Απλά θα θεωρούσε περιττό να γυρίσει πίσω μετά που θα το έβαζε.

Ο παίκτης που αρχίζει να αποκτά την ικανότητα να δημιουργεί για τον εαυτό του αλλάζει επίπεδο. Και αυτό ειδικά στην Ευρώπη τον καθιστά εν δυνάμει υποψήφιο να γίνει ο παίκτης που θα ψάχνει η ομάδα στα μεγάλα παιχνίδια που θα κληθεί να αντιμετωπίσει.

Και ο Παπαπέτρου το έχει μέσα του. Τα επιθετικά ριμπάουντ του πριν λίγο καιρό δεν ήταν επειδή τυχαία βρέθηκε εκεί.

Ο Τζόνσον από την άλλη δεν το έχει μέσα του.

Στο ΝΒΑ δεν το έκανε ποτέ και κάπως έτσι έγινε ο παίκτης που δεν με ενδιέφερε ποτέ. Ένας σχετικά inconsistent, 3 and D περιφερειακός που κατά βάση περίμενε να του δώσουν τη μπάλα για να την σουτάρει.

Αυτό σημαίνει ότι θα κάνει το ίδιο και στον Παναθηναϊκό;

Για την οικονομία της συζήτησης ας αγνοήσουμε πλήρως την διαφορά ποιότητας μεταξύ ΝΒΑ και Ευρωλίγκας. Βασικά ας θεωρήσουμε ότι τα πάντα σε επίπεδο δυσκολίας και διαφορών μεταξύ των 2 λιγκών εξισώνονται.

Σε μια τέτοια περίπτωση μας μένουν τα παρακάτω 2 πιθανά ενδεχόμενα:

Α. Να κάνει το ίδιο.
Στη περίπτωση αυτή η ομάδα θα επωφεληθεί από τα στοιχεία που είχε και στις ομάδες που έχει παίξει και στην καριέρα του απέναντι. Σουτ. Απειλή από το τρίποντο με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Γρήγορα πόδια, άμυνα και ριμπάουντ.

Β. Να μην κάνει το ίδιο.

Στην περίπτωση αυτή θα μιλήσουμε για την περίπτωση του φίλου, συμπαίκτη και με κοινή πορεία στο ΝΒΑ με αυτή του Wesley Johnson και εσχάτως δικού μας γνώριμου. Του Derrick Williams.

Οι θεοί του μπάσκετ μας γυρίζουν ξανά στην υπέροχα κακή ομάδα της Μινεσσότα των αρχών αυτή της δεκαετίας.

Είπαμε πριν ότι ο Johnson επιλέχτηκε στο νούμερο 4 του 2010 από την Μινεσσότα του Rambis. Ο Rambis λοιπόν στο τέλος της σεζόν φεύγει, στη θέση του έρχεται ένας άλλος βετεράνος μέτριος προπονητής, ο Rick Adelman και η Μινεσσότα καλείται να επιλέξει στο νούμερο 2 του επόμενου ντραφτ.

Στο ντραφτ του 2011 λοιπόν αυτή τη φορά, μία θέση κάτω από τον Kyrie Irving (για τον οποίο υπήρχαν και σκέψεις μήπως πρέπει να βρεθεί χαμηλότερα), αλλά 7 θέσεις πάνω από τον Kemba Walker, 9 από τον Klay Thompson και 13 από τον Kawhi, οι Timberwolves επιλέγουν… τον Derrick Williams.

Και ναι, αν ήμασταν οπαδοί της Μπάγερν του 2018, ή της Φενέρ του 2019, πιθανώς θα πανηγυρίζαμε για την υπογραφή ενός τέτοιου παίκτη. Αν ήμασταν όμως της Μινεσσότα του 2011;

Ο Williams το καλοκαίρι του 2011 μπαίνει στην ομάδα του Beasley, του Ridnour και του Milicic που λέγαμε προηγουμένως. Εκεί βρίσκει εκτός από αυτούς φυσικά, τον Love, τον δικό μας Pekovic, τον ρούκι Rubio και τον… Wesley Johnson.

Ο Williams μπαίνει στην ουσία σε μια ομάδα που τότε ήθελε να βάλει τις βάσεις για να πρωταγωνιστήσει τα επόμενα χρόνια, χτισμένη γύρω από τον Love. Είχε νέο προπονητή, τον πιτσιρικά Ρούμπιο, τον πιτσιρικά Ellington, τον σούπερ ανερχόμενο Beasley για τον οποίο είχαν δώσει 2 μελλοντικά πικ. Είχαν επίσης το νούμερο 4 του προηγούμενου ντραφτ και το νούμερο 2 εκείνου.

Κανείς δεν έπαιξε περισσότερο από τον Derrick Williams εκείνη την σεζόν. 66 παιχνίδια. Ένα μόλις λιγότερο θα είχε ο Wesley Johnson. Ο Johnson έπαιζε περίπου 22 λεπτά, ο WIlliams περίπου 21. Τελικά, κανείς από τους δύο δεν θα έμενε εκεί για παραπάνω από 1.5 χρόνο. Το επόμενο καλοκαίρι ο Johnson θα πήγαινε στο Φοίνιξ και τον μεθεπόμενο Νοέμβρη ο Williams θα γινόταν trade στο Σακραμέντο για τον Mbah a Moute…

Βέβαια το Σακραμέντο δεν θα τον κρατούσε πάνω από 6 μήνες. Το επόμενο καλοκαίρι θα πήγαινε στο νεκροταφείο του μπάσκετ, την Νέα Υόρκη. Από εκεί στο Μαϊάμι του Σπόλστρα για 6 μήνες. Και από κει στο Κλίβελαντ του Λεμπρόν για 10 μέρες όπου και είχε την μέχρι σήμερα μεγαλύτερη στιγμή της καριέρας του στο ΝΒΑ:

Την δήλωση του Λεμπρόν ότι δεν βρίσκεις εύκολα παίκτες σαν αυτόν με 10ήμερα συμβόλαια και αισθάνονται τυχεροί που τον έχουν.

Βέβαια παρότι αισθάνονταν τυχεροί που τον είχαν, δεν του ανανέωσαν το συμβόλαιο το καλοκαίρι και ο Williams βρέθηκε χωρίς ομάδα. Μετά βρέθηκε στην Κίνα για 2-3 μήνες, μετά στους Λέικερς για 10 μέρες, μετά έμεινε πάλι άνεργος και μετά…

Και μετά βρέθηκε στην Μπάγερν και φέτος τον ήθελε η μισή Ευρώπη.

Στην πραγματικότητα ο λόγος που παίκτες σαν τον Williams πετυχαίνουν εδώ και δεν πετυχαίνουν απέναντι είναι απλός.

Η κατάρα των Tweeners.

Στο ΝΒΑ συμβαίνει το εξής παράδοξο. Αυτό που για το μπάσκετ στην Ευρώπη θεωρείται πλεονέκτημα, για το μπάσκετ απέναντι θεωρείται μειονέκτημα. Και ο λόγος είναι απλός. Στην Ευρώπη δεν υπάρχουν παίκτες με σοβαρά σωματικά χαρακτηριστικά. Γιατί ακόμα και όσοι επρόκειτο να υπάρχουν βρίσκονται απέναντι.

Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα παίκτες με απλά αξιόλογα σωματικά χαρακτηριστικά να γίνονται dominant στο εδώ μπάσκετ σχεδόν μόνο από την άμυνα που μπορούν να δώσουν. Αν τώρα έχουν και σουτ τότε αυτομάτως γίνονται ακριβοί. Γιατί είναι δυσεύρετοι. Όσο άσχημη χρονιά και να κάνουν. Και για όσα χρόνια. Το παράδειγμα του Σίνγκλετον είναι δίπλα μας.

Ο Williams λοιπόν στους Timberwolves δεν ήταν αρκετά ψηλός για να παίξει Power Forward (2.03) και δεν ήταν ήταν αρκετά αθλητικός για να παίξει Small Forward.

Στους Timberwolves του Adelman μάλιστα βρήκε πολλούς με την ίδια κατάρα. Τον SF/PF Beasley που πλέον βρίσκεται στην Κίνα, τον PF/C Randolph (ένα άλλο παράδειγμα παίκτη με παρόμοια πορεία) που εδώ και χρόνια βρίσκεται στην Ρεάλ και… τον SG/SF Johnson που πλέον βρίσκεται στον Παναθηναϊκό.

Από όλους αυτούς την μεγαλύτερη καριέρα απέναντι την έκανε ο Johnson. Και ο λόγος είναι αυτός.

Την χρονιά που Johnson και Williams έπαιξαν μαζί ο Johnson έδινε όλα όσα μπορεί να δώσει ένας tweener στις υπόλοιπες κατηγορίες όπως ακριβώς ο Williams, με μία διαφορά. Ο Johnson σούταρε με 31.4% έναντι 26.8% του δεύτερου.

Ένα πρόβλημα που ο νυν παίκτης της Φενέρ δεν ξεπέρασε ποτέ. Την τελευταία του χρονιά στην Μινεσσότα ο Williams σούταρε με 13%. Τελικά στην καριέρα του απέναντι, μόλις μία φορά άγγιξε το 30%, ενώ όλες τις υπόλοιπες σούταρε λίγο πάνω από 20%.

Φωτεινή εξαίρεση εκείνες οι 20 μέρες στο Κλίβελαντ του Λεμπρόν που σούταρε με 40%…

Για έναν tweener παίκτη του ΝΒΑ γενικά το πιο πιθανό θα είναι το εξής: Είτε θα είναι μικρός σε μέγεθος για να μαρκάρει παίκτες της θέσης του. Είτε θα είναι αργός για να μαρκάρει παίκτες της παρακάτω θέσης. Και καθότι να ψηλώσει δεν γίνεται, η μοναδική λύση για έναν παίκτη αυτού του είδους που θέλει να βρει τη θέση του απέναντι είναι:

Να ελαφρύνει.
Να γίνει πιο γρήγορος, και φυσικά
Να φτιάξει το σουτ του.

Για έναν παίκτη αυτού του είδους τώρα, που θέλει να βρει την θέση του ΕΔΩ, ισχύει το ακριβώς ανάποδο.

Ο δρόμος για να γίνει dominant είναι να εκμεταλλευτεί τα σωματικά του χαρακτηριστικά και να δει μέχρι ποιά θέση μπορεί να ανέβει. Το σουτ αν υπάρχει τότε είναι το extra στοιχείο που θα τον καταστήσει cheat.

Ο Wesley Johnson είναι ήδη αθλητικός.

Με τα χρόνια έγινε τόσο αθλητικός ώστε να μπορεί να μαρκάρει παίκτες της παραπάνω θέσης. Η αθλητικότητα του εδώ θα του επιτρέψει να μαρκάρει παίκτες σχεδόν σε όλες τις θέσεις.

Επίσης έχει ήδη σουτ.

Δεν έχει το σταθερό σουτ που θα ήθελε ώστε να εξασφαλίσει την παρουσία ενός tweener σαν αυτόν σε οποιαδήποτε ομάδα απέναντι όπως θα έκαναν παίκτες της γενιάς του. Όπως έκανε ο PJ Tucker για παράδειγμα. Έχει όμως σουτ που ο αμυνόμενος σίγουρα δεν μπορεί να αγνοήσει. Για τον αμυνόμενο στο SF πιθανόν θα είναι κανονικός. Για τον αμυνόμενο στο PF θα είναι γρήγορος.

Αν ο Welsey Johnson αποφασίσει ότι βλέπει το μέλλον του στην Ευρώπη, τότε δεν έχει παρά να κοιτάξει τί έκαναν τα χρόνια που αυτός περίμενε στην αδύναμη πλευρά των Κλίπερς, οι γυρολόγοι tweeners forward πρώην συμπαίκτες του.

Θεωρώ ότι βλέποντας στην πορεία των αγώνων με τί παίκτες έχει να κάνει θα το ανακαλύψει μόνος του. Και θα γίνει ένας άλλος παίκτης.

4. Τον Jimmer Fredette

Σκεφτόμουν πώς να ξεκινήσω να μιλάω για τον Fredette.

Ο Lonely Master των Κινέζων. Το παπούτσι με το όνομα του. Η Jimmermania. Οι μεγάλες μεταγραφές του παρελθόντος. Ο θρύλος του NCAA. Ο Πιτίνο.

Υπήρχαν πολλοί τρόποι να ξεκινήσω να μιλάω για αυτόν. Δεν ξεκινάω με κανέναν τους.

Θα ξεκινήσω με τον ίδιο.

Jimmer Fredette Destroys Gonzaga.

Ο τίτλος είναι ξεκάθαρα πορωτικός. Το ότι δεν έχει περιγραφή τον κάνει ακόμα καλύτερο. Το βίντεο ξεκινάει. Ακούς μόνο τον κόσμο για 2 δευτερόλεπτα. Και μετά βλέπεις τον Fredette να βάζει ένα τρίποντο στον αιφνιδιασμό πάνω σε άμυνα στο πρώτο λεπτό του αγώνα. Είμαστε στο 2011.

Αυτός είναι ο Fredette.

Ο,τιδήποτε ακολουθήσει από εδώ και ο,τιδήποτε προηγήθηκε, στην πραγματικότητα δεν θα πουν τόσα πολλά όσα υπόσχονται. Όσα βίντεο και να δούμε και όσες αναλύσεις και να διαβάσουμε, ο παίκτης είναι αυτός που βλέπουμε στα πρώτα 3 δευτερόλεπτα ενός αγώνα που έγινε όταν ο παίκτης ήταν 20 χρονών.

Και παρότι είναι προφανές ότι μπορείς εύκολα να φανταστείς το τί μπορεί να προσφέρει σήμερα σε αυτή την ομάδα.

Ή στην προηγούμενη.

Ή στην προ-προηγούμενη…

Τέλος πάντων αυτό μπορεί να συνεχιστεί αρκετά.

Παρότι λοιπόν είναι προφανές ότι μπορείς εύκολα να φανταστείς το τί μπορεί να προσφέρει σήμερα σε αυτή την ομάδα ένας παίκτης σαν τον Fredette, η εστίαση σε αυτό θα ήταν ξεκάθαρα αποπροσανατολιστική.

Στην πραγματικότητα, με τον συγκεκριμένο, δεν υπάρχει πιο αποπροσανατολιστική βάση αξιολόγησης, από το να δεις 1, 2, ή και 10 παιχνίδια του και να περιμένεις να δεις αν θα σουτάρει καλά, ή αν θα βάλει πολλούς πόντους, για να κρίνεις αν ο παίκτης ήταν καλός στο εκάστοτε παιχνίδι ή όχι.

Και αυτό γιατί ο Fredette σαν παίκτης είναι ιδιαίτερος.

Υπάρχουν πολλοί τεράστιοι παίκτες που είναι ιδιαίτεροι. Τόσο στα θετικά τους. Όσο και στα αρνητικά τους. Αν ερχόταν ο Χάρντεν εδώ, που επιθετικά είναι ό,τι πιο πλήρες κυκλοφορεί στον κόσμο την τελευταία τουλάχιστον 3ετία, θα ήταν… ιδιαίτερος. Και ο Jimmer Fredette είναι τέτοιος.

Γενικά ο κάθε παίκτης τέτοιας αξίας που έρχεται σε μια ομάδα έχει από πίσω του μια ιστορία. Όσο μεγαλύτερος είναι ο παίκτης τόσο μεγαλύτερη θα είναι και η ιστορία που θα έχει πίσω του. Και για το μπάσκετ και πιθανότατα και για τον ίδιο, ο Fredette είναι μία τραγική ιστορία. Μία τραγική ιστορία γεμάτη συμπεράσματα όμως. Μία ιστορία που ξεκινάει με τον ίδιο να ετοιμάζεται να παίξει στο απώγειο της μέχρι τώρα καριέρας του στον Παναθηναϊκό. Και πηγαίνει προς τα πίσω.

Μέχρι την στιγμή που παίζει ενάντια στο Gonzaga και ετοιμάζεται να σουτάρει αυτό το τρίποντο στον αιφνιδιασμό στο πρώτο λεπτό του αγώνα.

Μέρος Πρώτο: Επίλογος

Ο Fredette πριν λίγες μέρες σηκώθηκε από τα 10 μέτρα. Στην πιο winner στιγμή μιας ομάδας που ξαφνικά γέμισε winners.

Αυτό είναι το σήμερα.

Και παρότι είναι αρκετά πιθανό το ΟΑΚΑ να βρίσκεται σύντομα στο πόδι για αυτόν, η ιστορία του είναι διδακτική – περισσότερο ίσως από οποιονδήποτε άλλο μου έρχεται αυτή τη στιγμή στο μυαλό – για ένα πράγμα.

Την σημασία της εύρεσης του κατάλληλου προπονητή για τα χαρακτηριστικά των παικτών της ομάδα σου.

Είναι πλέον καλοκαίρι του 2019.

Λίγες μέρες πριν υπογράψει στον Παναθηναϊκό θα έπαιζε το τελευταίο του παιχνίδι στα γήπεδα της πατρίδας του. Στο summer league των Warriors. Ο ίδιος θα προσπαθούσε για δεύτερη φορά μέσα στη χρονιά να βρεθεί κοντά στο σπίτι του μετά το 10ήμερο πέρασμα του την άνοιξη από τους Suns.

Την χειρότερη ομάδα του ΝΒΑ μέχρι πέρυσι.

Βασικά χρονικά αυτό που έγινε ήταν: ο παίκτης υπογράφει τον Μάρτιο στους Suns, με τους τελευταίους να έχουν option ανανέωσης για τον επόμενο χρόνο. Τελικά παίζει 6 παιχνίδια με αυτούς. Παίρνει συνολικά 29 σουτ και ευστοχεί στα 8. Επίσης προλαβαίνει να σουτάρει και 13 τρίποντα.

Δεν ευστόχησε σε κανένα.

Το ερχόμενο καλοκαίρι η χειρότερη ομάδα του ΝΒΑ τον απορρίπτει. Ο ίδιος επιλέγει να παίξει στο summer league των Warriors, οι οποίοι τον εξετάζουν σαν λύση χαμηλού ρίσκου και υψηλής απόδοσης. Στην πορεία ωστόσο αποφασίζουν να δώσουν προτεραιότητα στα draft pick τους.

Τον Jordan Poole. Τον Eric Paschall και έναν Alen Smailagic.

Αυτόν.

Ο Fredette έπαιξε 2 παιχνίδια σε αυτό το summer league. Αγωνίστηκε σχεδόν 20 λεπτά σε καθένα από αυτά. Έβαλε σχεδόν 10 πόντους και σούταρε με σχεδόν 45% από το τρίποντο. Μετά το τέλος του δεύτερου παιχνιδιού είχε αποφασίσει να δεχτεί την πρόταση του Παναθηναϊκού αφήνοντας το summer league, το NBA και το όνειρο να γυρίσει στην πατρίδα του γενικότερα.

Πιθανόν μέχρι το τέλος της καριέρας του.

Όταν ρωτήθηκε για τον λόγο που το έκανε αυτό ο προπονητής του στο summer camp, Alan Miles, είπε: “Δεν ξέρω τον λόγο που έφυγε. Μπορεί ακόμα να παίξει. Όχι μόνο αυτό. Πιστεύω ΠΡΕΠΕΙ να παίξει. Του εύχομαι τα καλύτερα. Δεν ξέρω ακριβώς γιατί φεύγει, αλλά ξέρω σίγουρα πως υπάρχει ακόμα πολύ μπάσκετ μέσα του.”

Λίγες μέρες μετά θα υπέγραφε στον Παναθηναϊκό.

Μέρος Δεύτερο: The Lonely Master

Και κάπου εκεί τελειώνει το παρόν. Και αρχίζει ένα παρελθόν γεμάτο μικρές τραγικές ιστορίες.

Όπως το standing ovation της Δευτέρας 25 Μαρτίου 2019.

Ο Fredette πράγματι έπαιξε μόλις 6 παιχνίδια με τους Suns. Σε ένα από αυτά όμως θα έπαιζε στη Γιούτα. Η ομάδα του έχανε με 30 πόντους. Είχε περίπου 2 λεπτά για το τέλος. Ο ίδιος είχε 0 πόντους με 0/8 σουτ. Κάπου εκεί σε έναν αιφνιδιασμό, ο Μπούκερ του δίνει τη μπάλα και ο Fredette κερδίζει φάουλ. Την ώρα που ετοιμάζεται να εκτελέσει την πρώτη βολή, ο κόσμος σε όλο το γήπεδο σηκώνεται και τον αποθεώνει.

Από εκείνο το σημείο και μέχρι το τέλος του αγώνα ο κόσμος στις εξέδρες θα πανηγύριζε κάθε του καλάθι εναντίον της ομάδας τους. Έβαλε 6 μέχρι τη λήξη.

Οι παίκτες της Γιούτα που ρωτήθηκαν μετά τη λήξη του αγώνα θα το θεωρούσαν προσβλητικό.

Πριν από αυτές τις 10 μέρες λοιπόν, ο Fredette βρισκόταν στην Κίνα παίζοντας για τους Shanghai Sharks.

Τα τελευταία 3 χρόνια.

Γενικά για έναν παίκτη επιπέδου Ευρωλίγκας, το να πάει στην Κίνα θεωρείται εξορία. Ο Delaney υπέγραψε στην Μπαρτσελόνα και δήλωσε ότι δούλευε για αυτό τα τελευταία 3 χρόνια.

Για έναν παίκτη του ΝΒΑ, το να βρεθεί στην Κίνα θεωρείται ακόμα μεγαλύτερη εξορία. Ο Stephon Marbury, ο πιο πετυχημένος αμερικανός στην ιστορία του κινέζικου πρωταθλήματος που πήγε εκεί και πήρε 3 τίτλους, βγήκε 2 φορές MVP, έπαιξε σε 4 ομάδες, αγόρασε την μία, η άλλη τον έκανε άγαλμα έξω από το γήπεδο της, τον έκαναν ταινία, τον έκαναν όπερα (!!), και τώρα ετοιμάζονται να τον βάλουν σε μουσείο (!!!), δήλωνε πέρυσι ότι θα ήθελε αν βρισκόταν η ομάδα, να κλείσει την καριέρα του στο ΝΒΑ.

Τώρα. Για έναν παίκτη που ξεκινάει την καριέρα του με τις περγαμηνές του Fredette, το να βρεθεί στην Κίνα προτού καν παίξει κανονικά στο ΝΒΑ, είναι απορίας άξιο το πώς το διαχειρίζεται. Σίγουρα 2 εκατομμύρια για 4 μήνες δουλειάς κάνουν πιο διαχειρίσιμο τον πόνο βέβαια.

Ωστόσο.

Η αποτυχία σε οποιαδήποτε έκφανση της ζωής είναι αποτυχία για αυτόν που τη βιώνει. Και δεν αναπληρώνεται χρηματικά.

Τα χρόνια πριν βρεθεί στην Κίνα ο Fredette πήγε από τους Kings στους Bulls, από τους Bulls στους Pelicans, από τους Pelicans στους Knicks, όπου έπαιξε 2 παιχνίδια και από εκεί τον υπέγραψαν οι Spurs για το training camp. Ένα από τα αρκετά low points της καριέρας του.

Δύο έβδομάδες πριν ξεκινήσει η σεζόν, ο Fredette δήλωνε για τη νέα χρονιά: “Μέχρι τώρα έχουν γίνει μερικά ωραία πράγματα και μερικά άσχημα. Πιστεύω ότι έχω εξελιχθεί και ξέρω πώς να προσαρμόζομαι στο παιχνίδι. Πιστεύω ότι γίνομαι ολοένα και καλύτερος παίκτης. Πρέπει πάντα να έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και να μην αφήνεις τίποτα να σε καταβάλλει. Πρέπει να μένεις πνευματικά δυνατός ώστε μόλις έρθει η ευκαιρία να την αρπάξεις.”

Λίγες μέρες αργότερα, θα ήταν ο τελευταίος παίκτης που κόβουν οι Spurs από το ρόστερ τους μαζί με έναν Youssou Ndoye, έναν Keifer Sykes και τον.. Deshaun Thomas.

“Μπορεί οι ρεπόρτερ όταν τον ρωτούσαν γιατί παίζει στους Westchester Knicks αντί για τους New York Knicks αυτός να χαμογελούσε και να απαντούσε ευγενικά αλλά ήξερα ότι δεν ήταν καλά,” δήλωνε λίγο αργότερα ο πατέρας του.

Η συνειδητοποίηση ότι δεν θα γινόταν ο παίκτης που πίστευε ότι μπορεί να γίνει σε μια ομάδα του ΝΒΑ δεν ήρθε εύκολα γι’ αυτόν. Ούτε γρήγορα.

Όμως τουλάχιστον έγινε.

Και ο Fredette πήγε να παίξει στους Sharks της Σανγκάης.

Οι Κινέζοι δίνουν στις ομάδες τους όλων των ειδών τα ζώα. Λιοντάρια, πάπιες, τίγρεις, δράκους, δεινοσαύρους, λεοπαρδάλεις. Οι Sharks είναι η ομάδα του Yao Ming. Και τα χρόνια πριν έρθει ο Fredette, οι Sharks πάλευαν να μπουν στα play off με παίκτες σαν τον Beasley που λέγαμε, τον Arenas και τον Delonte West (fun fact εκεί έπαιζε ο Σκόλα μέχρι φέτος).

Κάθε ομάδα λοιπόν στη CBA δικαιούται να έχει 2 ξένους στο ρόστερ της και ως εκ τούτου οι προπονητές προτιμούν κυρίως βραχύσωμους αμερικανούς για τις δύο θέσεις. Τον Fredette τον έφερε στους Sharks ένας assistant oνόματι Brian Goorjian, εν μέσω αντιδράσεων για την άμυνα που θα έφερνε ο νέος παίκτης. Αντιδράσεων ακόμα και από τους ίδιους τους Κινέζους συμπαίκτες του, οι οποίοι έχοντας συνηθίσει στα θηρία που αναφέραμε θεωρούσαν τον Fredette μικρόσωμο σαν αυτούς.

Τελικά στον πρώτο του αγώνα θα έβαζε 42 πόντους. Στον δεύτερο 50.

Πριν πάει δεν τον ήξερε σχεδόν κανείς. Το γήπεδο κατά βάση ήταν άδειο. Λίγο καιρό μετά ο κόσμος στις εξέδρες θα άρχιζε να φωνάζει “Jimo Dashen.” The lonely master. Όταν ρώτησε κινέζους δημοσιογράφους να του πουν τί σημαίνει είχε απαντήσει ότι δεν του άρεσε το παρατσούκλι γιατί δεν είναι μοναχικός τύπος, πριν του εξηγήσουν:

“Not lonely like that. It means lonely god, or lonely master. You’re so far ahead of everyone else in the league, you’re lonely. Like a god.”

Ο Fredette έμεινε 3 χρόνια στην Κίνα. Έκανε δική του σειρά παπουτσιών. Δική του σειρά ρούχων (με όνομα The Lonely Master). Η φανέλα του ξεπούλησε. Το γήπεδο έγινε sold out. Το ESPN τον έκανε ντοκιμαντέρ. Έσπασε το ρεκόρ πόντων στο πρωτάθλημα με 75, η ομάδα του άρχισε να μπαίνει στα play off και ο ίδιος βγήκε μια φορά MVP και 2 πρώτος σκόρερ.

“Ο στόχος μου ήταν να παίξω στο ΝΒΑ και το έκανα. Θα πήγαινα ξανά για την κατάλληλη πρόταση. Δεν ξαναπάω για να κάθομαι στον πάγκο.”

Μέρος Τρίτο: Inferno, Purgatorio, Paradiso

“With the 10th pick in the 2011 NBA draft, the Millwaukee Bucks select Jimmer Fredette.”

Ο Fredette είναι 22 χρονών. Δεν τον έχουν ειρωνευτεί ακόμα ρεπόρτερ για την ομάδα που παίζει. Δεν έχει αναγκαστεί να πάει στην Κίνα για να λατρευτεί. Ούτε του έχει κάνει ντοκιμαντέρ το ESPN για το πού ήταν και πού βρίσκεται σήμερα. Αντίθετα, είναι 22 χρονών και βρίσκεται στο καλύτερο σημείο της ζωής του. Ετοιμάζεται να παίξει στο ΝΒΑ για τους Sacramento Kings.

Και να ζήσει όλα όσα θα καθόριζαν το υπόλοιπο της καριέρας του.

Ο Fredette λοιπόν επιλέγεται στη θέση 10 του ντραφτ του 2011 από τους Millwaukee Bucks. Αμέσως γίνεται trade στους Kings που ένα χρόνο πριν είχαν πάρει στο νούμερο 5 του ντραφτ τον Cousins και δύο χρόνια πριν στο νούμερο 4 τον Tyreke Evans. Οι Kings έχουν επίσης με το τελευταίο pick της χρονιάς του Fredette, τον Isaiah Thomas και με το 33ο της προηγούμενης τον Whiteside. Γενικά το Σακραμέντο έχει φουλ ταλέντο.

Μαζί με το ταλέντο βέβαια έχουν και ακόμα έναν προπονητή/παλιά δόξα/τίποτα ονόματι Paul Westphal, που λίγο μετά την θητεία του στους Kings θα πήγαινε σαν βοηθός στους ακόμα πιο αστείους Nets της εποχής και μετά θα αποσυρόταν. Βασικά η θητεία του Westphal στους Kings του Fredette θα κρατούσε ελάχιστα. Περίπου τρεις μήνες μετά την έναρξη της σεζόν απολύεται. Στη θέση του έρχεται ο ακόμα πιο αστείος Keith Smart ο οποίος θα απολυόταν ένα χρόνο αργότερα ακολουθώντας και αυτός καριέρα βοηθού στο επόμενο χειρότερο franchise της πρόσφατης πλέον ιστορίας, τους Grizzlies, και εν συνεχεία στο χειρότερο franchise της σημερινής εποχής, τους Knicks.

Ο Fredette τέλος πάντων μπαίνει σε ένα καλό σε άποψη ταλέντου, κακό σε άποψη συνοχής και χείριστο σε άποψη καθοδήγησης, σύνολο.

Σε μια μεταγενέστερη συνέντευξη του, όταν πλέον είχε κατασταλάξει ως προς την ζωή και πορεία του στο μπάσκετ, ο Fredette είχε πει για τους λόγους που δεν στέριωσε απέναντι:

“Πολλές φορές για τους παίκτες που δεν είναι ακόμα σταρ, όλα έχουν να κάνουν με την συγκυρία. Πολλές φορές πρέπει να βρεις την σωστή συγκυρία, στην σωστή στιγμή. Να βρεις την ομάδα που πιστεύει σε σένα, να βρεις τον προπονητή που πιστεύει σε σένα και να τα εκμεταλλευτείς. Απλά δεν βρήκα αυτή την συγκυρία.”

Και δεν είχε άδικο.

Σήμερα μπορούμε να δούμε τί έγινε λάθος.

Καταρχάς οι Kings όπως είπαμε στο 1 είχαν τον έτερο ρούκι (sophomore τέλος πάντων) Tyreke. Ο Tyreke, παρότι παιχταράς σήμερα και με τεράστια καριέρα σε Grizzlies, Pelicans και Pacers, την καλύτερη του χρονιά την είχε κάνει.. ακριβώς μια χρονιά πριν. Το 2010, χρονιά που μπήκε στη λίγκα, ο Evans θα έβαζε 20 πόντους ανα παιχνίδι, θα έδινε 6 ασίστ και θα έπαιρνε 5 ριμπάουντ. Σαν ρούκι. Φυσικά θα έβγαινε και ρούκι εκείνης χρονιάς.

Το θέμα είναι ότι ο Evans δεν κουνιόταν.

Επίσης ο Evans δεν σούταρε κιόλας εκτός των άλλων. Τη χρονιά που βγήκε ROTY σούταρε με 25%. Την επόμενη θα σούταρε με 28% και την μεθεπόμενη με 20%. Το πρόβλημα βέβαια δεν ήταν μόνο αυτό. Το πρόβλημα ήταν ότι από εκείνη την ομάδα δεν σούταρε σχεδόν κανένας στο ρόστερ. Βασικά την χρονιά του Fredette οι Kings θα έπαιρναν για αυτό τον λόγο τους Thornton και Salmons (γελάμε) που σούταραν με 34% και 29% αντίστοιχα.

Ε, σε αυτή την ομάδα μπήκε ο Fredette που σούταρε με 40% από τα 10 μέτρα υπό πίεση. Και κάπου εκεί ξεκινάνε τα προβλήματα.

Αρχικά να πούμε ότι ο Fredette στο κολέγιο έπαιζε κυρίως στο 1, όντας τόσο η αρχή όσο και το τέλος της επίθεσης. Οι άμυνες, προσπαθώντας να περιορίσουν το σουτ του τον ντούμπλαραν μονίμως, έχοντας σαν αποτέλεσμα να ανοίγουν παντού διάδρομοι προς τους ελεύθερους συμπαίκτες του.

Στο κολέγιο.

Φοβούμενος τα προβλήματα όμως που θα αντιμετώπιζε ο Fredette στην άμυνα και έχοντας τον ήδη πετυχημένο (αλλά χωρίς σουτ) shoot-first PG του στην περιφέρεια, ο προπονητής του Fredette τον ξεκινάει αρχικά στον άσσο και μεταφέρει τον Evans στο 2. Ο Fredette τελικά στην πρώτη του χρονιά στο ΝΒΑ θα έπαιρνε το 34% των επιθέσεων του Σακραμέντο στο 1 και μόλις το 10% στο 2. Από αυτά τα λεπτά θα έπαιρνε το 87% των επιθέσεων του με jump shoot και το 13% με επίθεση στο close out.

Στην πραγματικότητα ο Westphal ψάχνοντας τον pass-first PG που θα εκμεταλλευόταν τον Cousins και προσπαθώντας να κρύψει τον Fredette στην άμυνα του 2, άφησε μόνο του στην οργάνωση μιας άσουτης ομάδας έναν shoot-first PG ρούκι, που εκτός από το ότι είναι ο μόνος που μπορεί να σουτάρει έχει ένα ακόμα χαρακτηριστικό. Είναι αδύναμος.

Τελικά στα 18 λεπτά που θα βρισκόταν στο παρκέ θα έδινε 1.8 ασίστ για 1.1 λάθος. Σε 48 λεπτά αυτό μεταφράζεται σε 4.5 ασίστ για 3.5 λάθη. Το 18% εξ αυτών στο PNR.

Δεν είναι παράλογο. Ο αδύναμος Fredette ήταν η μοναδική απειλή στην περιφέρεια. Οι άμυνες εδώ δεν τον φοβούνταν πλέον μετά το σκριν. Οι αντίπαλοι στο ΝΒΑ δεν χρειαζόταν να τον ντουμπλάρουν. Εδώ έπρεπε να ψάξει να βρει μόνος του τους διαδρόμους για τους ελεύθερους συμπαίκτες του. Ένας δυνατός παίκτης με το σουτ του Fredette σε αυτή την περίπτωση θα πήγαινε συνεχώς να επιτεθεί προς το καλάθι αναγκάζοντας τους αμυντικούς σε βοήθεια. Ο Fredette προσπαθούσε να το κάνει γιατί έχει τα στοιχεία. Αλλά στο ΝΒΑ οι αμυντικοί δεν χρειάζεται να πάνε σε βοήθεια για παίκτες με το δικό του σώμα.

Δεν είχε ούτε το ύψος, ούτε τα χέρια, ούτε τα πόδια για αυτό. Αποτέλεσμα ήταν είτε να δυσκολεύουν οι πάσες που θα προσπαθούσε ορθώς να βγάλει. Είτε να δυσκολεύουν τα off-the-dribble σουτ στα οποία θα αναγκαζόταν να καταφύγει.

Και αν στην επίθεση το στήσιμο εκείνης της ομάδας δεν θα επέτρεπε ποτέ ο Fredette να γίνει κεντρικός της άξονας, το πραγματικό πρόβλημα που του στοίχισε όχι μόνο την παρουσία του εκεί, αλλά την καριέρα του ολόκληρη, αυτό ήταν η πολυδιαφημισμένη του άμυνα.

Ο λόγος που οι προπονητές του εκεί δεν τον είδαν ουσιαστικά ποτέ σαν οτιδήποτε άλλο εκτός από έναν undersized PG, ήταν ότι ο ίδιος δεν θα μπορούσε ποτέ να σταθεί αμυντικά απέναντι σε οποιονδήποτε SG. SG χωρίς καλό off-the-dribble παιχνίδι θα είχαν αβαντάζ έναντι του πιο μικρόσωμου Fredette.  PG χωρίς καλό post θα μπορούσαν να τον ποστάρουν.

Στην πρώτη του επαφή με αντιπάλους επιπέδου ΝΒΑ, ο Fredette:

Δεν είχε τα πόδια για να περάσει πάνω από τα σκριν αναγκάζοντας μονίμως τους εκάστοτε ψηλούς της ομάδας του σε hedge. Δεν είχε τα πόδια καν για να προλάβει κακούς σουτέρ κάτω από τα σκριν. Δεν μπορούσε να μείνει μπροστά από γρήγορο επιθετικό γιατί οι επιθετικοί εκεί κατά βάση είχαν σουτ και ο ίδιος είναι αργός. Και ουσιαστικά η μόνη του ελπίδα για να είναι θετικός στην άμυνα ήταν να μένει 2 βήματα πίσω μαρκάροντας έναν μέτριο επιθετικό, ελπίζοντας ότι ο τελευταίος: είτε δεν θα πάρει την απόφαση να επιτεθεί κατά πρόσωπο, είτε ότι θα σουτάρει και θα αστοχήσει.

Ο Smart το άλλαξε αυτό με την έλευση του δοκιμάζοντας τον περισσότερο στο 2 και μεταφέροντας ξανά τον Evans στο 1. Αλλά και πάλι είπαμε. Ο Fredette είναι ένας πολύ ιδιαίτερος παίκτης.

Το ότι είναι ο σουτέρ που είναι δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αν τον έβαζες να παίξει off θα απέδιδε σε elite επίπεδο. Ο Fredette δεν είναι ο JJ Redick. Δεν σημαίνει ότι αλλάζει το βήμα του όταν τρέχει πίσω από τα σκριν, δεν σημαίνει ότι επιδιώκει την επαφή με τον αμυντικό του και δεν σημαίνει ότι αλλάζει εύκολα κατευθύνσεις.

Ότι κάνει αυτά δηλαδή.

Συνοπτικά, ο Fredette ΔΕΝ είναι ο κλασσικός off ball shooter.

Παρόλα αυτά ο Smart τον έβαλε να παίξει εκεί. Και σε σχέση με τις μέρες του στο 1 δεν ήταν κακός. Το πρόβλημα του ήταν ότι με την άμυνα του αυτό δεν ήταν διατηρήσιμο για έναν παίκτη που προορίζεται για starter σε ομάδα του ΝΒΑ με φιλοδοξίες. Παίζοντας στο 2 ο Fredette σούταρε σχεδόν με 54% σε catch-and-shoot και σχεδόν 32% σε off-the-dribble. Το ένα συγκλονιστικό, το άλλο καλό. Για ρούκι πολύ καλό. Αλλά δυστυχώς.

Ο Fredette ήταν ένα combo με συγκλονιστικές ικανότητες που προσπάθησε να παίξει στο ΝΒΑ με το σώμα κολεγιόπαιδου.

Ο χρόνος του σταδιακά μειώθηκε. Ο ρόλος του δεν υπήρξε ποτέ αυτός που είχε μάθει μέχρι τότε στη ζωή του. Οι Kings αποφάσισαν ότι δεν μπορούν να χτίσουν πάνω σε έναν παίκτη με τόσο τρανταχτό μειονέκτημα και 3 χρόνια μετά ο Fredette έγινε trade στους Bulls των GarPax. Δηλαδή στο front office που είχε να διαχειριστεί το μεγαλύτερο brand name του παγκόσμιου αθλητισμού, την ομάδα που έχει ταυτιστεί με τον καλύτερο παίκτη στην ιστορία του αθλήματος και από τα τελευταία 20 χρόνια τα μισά δεν έχουν περάσει play off, και από τα υπόλοιπα 10, τα 7 έχουν αποκλειστεί στον πρώτο γύρο.

Bulls, Pelicans, summer league.

Λίγο αργότερα ο Fredette θα έπαιρνε τον δρόμο για την Κίνα.

Γενικά αν μας δείχνει κάτι το πέρασμα του από το Sacramento είναι ότι μειώνοντας σε αυτό τον παίκτη τον αριθμό των σουτ που παίρνει είναι σαν να του κλέβεις το mojo.

Και οι ομάδες του ΝΒΑ δεν ήταν διατεθειμένες να του τα δώσουν. Γιατί το να του τα δώσουν θα σήμαινε να χτίσουν πάνω του. Ωστόσο η μοναδική ομάδα που θα μπορούσε να το κάνει αυτό θα ήταν εκείνο το Σακραμέντο. Το κακό χτίσιμο και ο κακός προγραμματισμός ενός κακού franchise δεν το έκαναν και ο Fredette αναγκάστηκε να ζήσει με τα ελάχιστα σουτ που θα του έδιναν οι επόμενες ομάδες από τον πάγκο τους.

Κατά μία έννοια ο Fredette υπήρξε ένας παίκτης που αντιμετωπίστηκε από τους μικρούς προπονητές στους οποίους είχε την ατυχία να πέσει σαν ένας αδύνατος JJ Barea, ενώ όλα στο παιχνίδι του προσιδίαζαν σε έναν αδύνατο Κάρι.

Και αυτός το ήξερε αυτό.

Την πρώτη του χρονιά στο κολέγιο ο Fredette σούταρε περίπου 200 σουτ σε 35 αγώνες. Σχεδόν 6 σουτ ανά αγώνα, τα 3 εκ των οποίων τρίποντα. Την αμέσως επόμενη ο ρόλος του θα μεγάλωνε. Και μαζί με αυτό θα μεγάλωνε και ο αριθμός των σουτ που έπαιρνε. Σχεδόν τα διπλάσια. Τη δεύτερη χρονιά θα σούταρε σχεδόν 12 φορές, τις 4 από αυτές με τρίποντο. Αυτό θα είχε σαν αποτέλεσμα το ποσοστό του από 34% να γίνει 38%. Την αμέσως επόμενη θα σούταρε ακόμα παραπάνω. Σχεδόν 500 φορές στους 35 αγώνες. Περίπου 15 σουτ ανά αγώνα, τα 5 από αυτά τρίποντα.

Το ποσοστό του θα γινόταν 44%.

Μέχρι να έρθει η τελευταία του χρονιά στο κολέγιο. Τη χρονιά εκείνη ο Fredette θα σούταρε 765 φορές σε 37 αγώνες. 25 παραπάνω από τον δεύτερο Kemba Walker και 65 από τον τρίτο Goudelock. Σε κάθε αγώνα δηλαδή θα σούταρε περίπου 20 φορές. Θα ευστοχούσε περίπου στις 10. Από τις 20 αυτές φορές οι 9 ήταν για τρίποντο. Οι 4 έμπαιναν.

Ο Fredette εκείνη τη χρονιά θα έβγαινε αθλητής της χρονιάς στο NCAA. Την επόμενη χρονιά θα έβγαινε ο Anthony Davis.

Μέσα σε ένα καλοκαίρι θα άλλαζαν όλα. Ή μάλλον όχι όλα. Ένα πράγμα σίγουρα.

Ο ρόλος.

Στο Σακραμέντο την πρώτη του χρονιά, ο Fredette πήρε τις περισσότερες μπάλες που θα έπαιρνε σε όλο το πέρασμα του από το ΝΒΑ. Δηλαδή μόλις 7. Από τα 7 συνολικά σουτ που θα έπαιρνε στα σχεδόν 20 λεπτά που έπαιζε, τα 4 θα ήταν για τρίποντο. Θα έβαζε λίγο πάνω από 1. Τρία χρόνια μετά θα έπαιρνε μόλις 3 σουτ ανά παιχνίδι.

Δεν θα έβαζε σχεδόν κανένα.

Ο Fredette στην καριέρα του σούταρε τόσο στο NCAA όσο και στο NBA. Τίποτα δεν του στέρησε την ικανότητα του. Απέναντι σε όποιο αντίπαλο και να έπαιξε, με οποιονδήπτε ρόλο και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Σούταρε πάντα με 40%.

Μέχρι που σταμάτησαν να του δίνουν τις μπάλες που είχε μάθει να παίρνει σε όλη την καριέρα του.

Τότε σούταρε με 19%.

Ωστόσο ο ίδιος δεν σταμάτησε ποτέ να ψάχνει το σουτ. Την πρώτη του χρονιά στο Σακραμέντο έπαιζε 18 λεπτά. Αν έπαιζε 40 θα έπαιρνε 8 τρίποντα. Σχεδόν όσα την πρώτη χρονιά του στο κολέγιο.

Θα σούταρε με το ίδιο ακριβώς ποσοστό.

Τελικά την τελευταία του χρονιά στο ΝΒΑ ο Fredette κατέληξε να παίζει για 10 λεπτά αγώνα. Αν έπαιζε 40 με βάση τα σουτ που πήρε, θα έπαιρνε 4 τρίποντα ανά αγώνα. Αν το έκανε θα έβαζε λίγο λιγότερο από 1.

Λίγο λιγότερο από ένα…

Στα 7 πρώτα του παιχνίδια στον Παναθηναϊκό, ο Fredette έπαιξε αποκλειστικά σαν SG. Και αποκλειστικά σαν οff. Βρέθηκε στο παρκέ περίπου 21 λεπτά ανά παιχνίδι και πήρε περίπου 9 σουτ, σχεδόν τα 5 από αυτά τρίποντα.

Ευστόχησε σχεδόν στα 2.

Αν εξαιρέσουμε τα πρώτα 2 παιχνίδια στα οποία έπαιξε πάνω από 25 λεπτά, από τα επόμενα 5 παιχνίδια με τον Πεδουλάκη στον πάγκο ο Fredette στα 3 από αυτά έπαιξε λιγότερο από 18 λεπτά.

Τα ποσοστά του στα παιχνίδια που σούταρε πάνω από 3 και κάτω από 3 τρίποντα είναι αυτά.

Σε 5 παιχνίδια έχει σουτάρει 3 τρίποντα. Σε 3 έχει βάλει από 1 και σε 2 κανένα. Στα υπόλοιπα 5 έχει σουτάρει από 5 μέχρι 8 ανά παιχνίδι. Έχει βάλει συνολικά 16. Να το πω διαφορετικά.

Σε όσα έχει σουτάρει κάτω από 3 τρίποντα σουτάρει με 25%. Σε όσα έχει σουτάρει πάνω από 3 σουτάρει με 54%.

Ο Fredette στα πρώτα 8 παιχνίδια του σούταρε συνολικά 41 τρίποντα. Ενδεικτικά ο Shved σούταρε 86. Στην σχετική λίστα με τα περισσότερα εκτελεσμένα βρισκόταν μόλις 22ος. Μία θέση πάνω του ήταν ο Ντέρικ Γουίλιαμς του 26% καριέρα – αν εξαιρέσεις εκείνο το 10ημερο. Ακόμα πιο ενδεικτικά, μόλις 5 λιγότερα από τον Fredette είχε σουτάρει ο Παπαπέτρου και 7 ο Καλάθης.

Ο Fredette στο πρώτο του παιχνίδι με τον Πιτίνο στον πάγκο σούταρε από το κέντρο.

Αγωνιστικά το γεγονός δεν λέει τίποτα. Σημειολογικά λέει τα πάντα.

Στο πρώτο παιχνίδι του Πιτίνο ο Fredette έπαιξε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο παιχνίδι φέτος. Σούταρε με το καλύτερο ποσοστό στο τρίποντο που έχει σουτάρει φέτος. Σούταρε τα περισσότερα δίποντα που έχει σουτάρει φέτος. Για την ακρίβεια σούταρε 6 περισσότερα από τα περισσότερα που είχε σουτάρει στις πρώτες 7 αγωνιστικές. Και έδωσε και τις περισσότερες ασίστ από όσες έχει δώσει φέτος.

Στο δεύτερο παιχνίδι του έπαιξε 12 λεπτά λιγότερα και σούταρε 9 σουτ λιγότερα. Στο πρώτο παιχνίδι σούταρε 0.58 σουτ για κάθε λεπτό που βρέθηκε στο παρκέ, στο δεύτερο 0.5. Σε όλα τα προηγούμενα που έδωσε μέχρι σήμερα σούταρε περίπου 0.4 ανά παιχνίδι.

Ο Πιτίνο δείχνει ότι θέλει να του δώσει τα σουτ που χρειάζεται. Και ο Fredette δείχνει σε κάθε παιχνίδι πόσο τα χρειάζεται. Η εικόνα του να περιμένει την πρώτη πάσα σχεδόν στο κέντρο του γηπέδου είναι ενδεικτική κάθε φορά που πατάει το παρκέ.

Είπαμε ο ίδιος ξέρει ότι πρέπει να σουτάρει για να είναι καλός.

Θεωρώ ότι ο Fredette ιδανικά αν ήταν στο χέρι του θα ήθελε να διαχειρίζεται όλες τις μπάλες της επίθεσης. Η εικόνα που μου δείχνει είναι ενός παίκτη που έχει άγνοια κινδύνου και προσπαθεί να επιτεθεί κατά μέτωπο χωρίς να υπολογίζει τον αντίπαλο αμυντικό. Και ξέρω ότι πρέπει να το καταδικάσω. Και ξέρω ότι: “The second thing he has to learn to stop going one-on-one and pass the basketball in crucial situations.”

Αλλά είναι υπέροχο.

Είναι βασικά όσο υπέροχη ήταν η προχτεσινή παράσταση του Ράις. Και ο λόγος είναι ότι επιτέλους βλέπεις στην ομάδα παίκτες που είναι έτοιμοι να πάρουν την μπάλα και να σκοράρουν. Ο Παναθηναϊκός δεν έχει τυχαία το 2ο υψηλότερο ORAT στη διοργάνωση λίγο κάτω από την Εφές, περνώντας ομάδες όπως η Ρεάλ, η ΤΣΣΚΑ και η Μπαρτσελόνα. Αυτοί οι παίκτες σε βάθος χρόνου θα χρειαστεί να σκοράρουν όταν η επίθεση θα έχει κολλήσει. Όταν θα έχεις βρεθεί αρκετά πίσω στο σκορ και θα θέλεις να κρατηθείς κοντά του για να το γυρίσεις.

Και κυρίως τέτοιοι παίκτες είναι ικανοί να σου δώσουν το πιο σημαντικό στο σύγχρονο μπάσκετ.

Μομέντουμ.

Ο Ράις είναι baller και ο Fredette θα πάρει εκτός λογικής σουτ για να βρει το χέρι του. Όταν όμως ο κάθε Brandon Paul έχει βάλει 5 τρίποντα και σε έχει σκοτώσει ψυχολογικά το παιχνίδι δεν θα γυρίσει από το σωστό σκριν. Θα γυρίσει από τις ατομικές και κυρίως τις πνευματικές ικανότητες των παικτών που έχουν το ένστικτο του σκόρερ.

Και ο Παναθηναϊκός φέτος έχει αρκετούς.

Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι τον Fredette θα τον δούμε και στο 1 σύντομα αν βρεθούν τα κατάλληλα σχήματα στις υπόλοιπες θέσεις. Και αυτό γιατί η παρουσία του στο γήπεδο είναι σημαντική μόνο και μόνο επειδή υπάρχει.

Κατά μία έννοια για τον Fredette ισχύει ό,τι και για τον Wesley Johnson. Παίκτες με τεράστιες δυνατότητες που έρχονται για πρώτη φορά Ευρώπη και προσπαθούν να καταλάβουν πόσο δύσκολος είναι ο προσωπικός αντίπαλος που συναντάνε κάθε φορά μπροστά τους.

Το ότι στο πρώτο πέρασμα αμφότερων συναντάνε τον καλύτερο κολεγιακό προπονητή που θα μπορούσαν να βρουν, αποτελεί για αυτούς τύχη ικανή να καθορίσει το υπόλοιπο της καριέρας τους.

Και αν ο Johnson έχει τελείως διαφορετικό ρόλο και ταβάνι, ο Fredette στην καριέρα του έχει δείξει ότι αν βρει τον ρόλο του μέσα στο παρκέ και καταφέρει να προσαρμοστεί σε αυτά που θα του ζητήσει ο προπονητής του, είναι ικανός να σου δώσει πίσω στιγμές που θα γραφτούν στην ιστορία.

Μένει να δούμε αν ο Παναθηναϊκός θα είναι μία από αυτές.

Άφησα την πιο γνωστή αντί επιλόγου.

Μέρος τέταρτο: Η Jimmermania του 2011

Ο Fredette πλέον είναι ακόμα μικρότερος.

Δεν έχει δει τί πρόκειται να αντιμετωπίσει στο ΝΒΑ. Δεν ξέρει πώς είναι να φοβάται να σε βάλει ο προπονητής σου στο παιχνίδι. Ούτε καν ξέρει ότι έχει πρόβλημα στην άμυνα. Είναι λίγους μήνες πριν επιλεγεί στο ντραφτ.

Έχει μόλις γίνει εξώφυλλο στο Sports Illustrated. Κάνουν ερώτηση για αυτόν στον Ομπάμα και αυτός δηλώνει ότι είναι απίστευτος. Ο Ντουράντ τουιτάρει για αυτόν αυτό.

Και κάπως έτσι ξεκινάνε όλα.

Ο Fredette έρχεται από μία μικρή πόλη, το Glens Falls που βρίσκεται κοντά στη Βοστώνη. Και παίζει μπάσκετ σε ένα μικρό κολέγιο, το Brigham Young που βρίσκεται στη Utah. Από την εποχή που παίζει μπάσκετ στο σχολείο της πόλης του, οι περισσότεροι που παρακολουθούσαν την εξέλιξη του είναι επιφυλακτικοί. Τον θεωρούν πολύ “λευκό” και πολύ αργό για το άθλημα που ήθελε να παίξει. Τελικά τελειώνει το σχολείο σαν ο 6ος μεγαλύτερος σκόρερ της ιστορίας του.

“Πάντα πετύχαινε όταν τον αμφισβητούσαν. Ο Jimmer τρέφεται από αυτό.” θα δήλωνε μετά από χρόνια ο πατέρας του. Η ιστορία θα τον δικαίωνε.

Οι Cougars ήταν μια ιστορικά αδύναμη ομάδα ενός ιστορικά αδύναμου κολεγίου. Η τελευταία επιτυχία τους, μία νίκη στο Sweet 16 είχε έρθει το 1981. Πρωταγωνιστής αυτής ο Danny Ainge. Ο Fredette πηγαίνοντας εκεί παίζει σε όλους τους αγώνες αλλά γενικά δεν κάνει πολλά πράγματα. Τελειώνει την σεζόν όντας ο 5ος σκόρερ της ομάδας του. Την επόμενη χρονιά σταδιακά ανεβαίνει. Γίνεται ο 2ος σκόρερ της ομάδας του και επιλέγεται στους All-Star της Περιφέρειας του Πανεπιστημίου του.

Όμως η τρίτη του χρονιά ήταν αυτή που ο κόσμος αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι στον παίκτη αυτόν βρίσκεται κάτι ξεχωριστό. Σε έναν από τους πρώτους αγώνες της σεζόν ο Fredette βάζει 49 πόντους απέναντι στην Arizona, σπάζοντας το ρεκόρ πόντων που βάζει παίκτης στην ιστορία του Πανεπιστημίου του. Οι μέσοι όροι του σε όλες τις κατηγορίες αρχίζουν να ανεβαίνουν δραματικά.

Το BYU είχε να κάνει νίκη στο NCAA 17 χρόνια. Η επόμενη θα ερχόταν στο τέλος εκείνης της σεζόν. Αντίπαλος θα ήταν οι παντοδύναμοι Gators του Billy Donovan. Και θα ερχόταν στην δεύτερη παράταση. Θα ήταν μία από τις μεγαλύτερες νίκες στην ιστορία του Πανεπιστημίου.

Ο Fredette έβαλε 37 πόντους.

Ο κόσμος των κολεγίων αρχίζει να παραμιλάει για ένα λευκό παιδί που σηκώνεται και σουτάρει από τα 10 μέτρα. Η έκφραση “you got Jimmered” μπαίνει όλο και σε περισσότερα σπίτια. Στο Glens Falls ο παίκτης παίρνει διαστάσεις ζωντανού θρύλου. Τα ΜΜΕ αρχίζουν και τον ακολουθούν παντού. Το Sports Illustrated τον κάνει εξώφυλλο. Το γήπεδο γεμίζει. Ο κόσμος αρχίζει να παρακολουθεί ακόμα και τις προπονήσεις.

Εκείνο το καλοκαίρι βρίσκεται πλέον σε όλες τις λίστες των ειδικών. Οι ομάδες του ΝΒΑ τον καλούν να συμμετάσχει στα training camp τους. Ο ίδιος σκέφτεται να αφήσει το BYU για το ΝΒΑ πριν την τελευταία του χρονιά. Τελικά αποφασίζει να γύρισει για μια ακόμα σεζόν.

Η σεζόν που θα γινόταν η μεγαλύτερη παράσταση από αθλητή οποιουδήποτε αθλήματος στην ιστορία του Πανεπιστημίου του.

Στον πρώτο αγώνα απέναντι στο Fresno State ο Fredette βάζει 24 πόντους. Οι Cougars κερδίζουν τους επόμενους 10 αγώνες σε 2 εκ των οποίων βάζει άλλους 30. Η πρώτη ήττα έρχεται από το UCLA πριν κάνουν ακόμα ένα σερί 10 νικών. Είχε μπει ο Ιανουάριος. Το μικρό BYU ήταν πλέον 9ο σε όλη την Αμερική και όλα τα φώτα βρίσκονταν πάνω τους. Ο κόσμος πλέον χρησιμοποιούσε την έκφραση “you got jimmered” για να περιγράψει κάθε απίθανο καλάθι.

Και κάπου εκεί η Jimmermania θα ετοιμαζόταν να ζήσει τις μεγαλύτερες ημέρες της.

Πρώτα ενάντια στην Utah. Εκεί ο Fredette θα έβαζε 47 πόντους στην εκτός έδρας νίκη των Cougars επί των Utes. Σε ένα αγώνα που θα σημαδευόταν από τους 32 πόντους του στο πρώτο ημίχρονο και ένα buzzer-beater από το κέντρο του γηπέδου που θα έκανε τον κόσμο στις εξέδρες των αντιπάλων να σηκωθεί όρθιο.

Μετά στους 42 πόντους μέσα στην έδρα του Colorado State.

Και αμέσως μετά, στις 26 Ιανουαρίου του 2011, σε αυτή που θεωρούν την ιστορικότερη παράσταση που είδαν ποτέ από παίκτη τους. Τους 43 πόντους ενάντια στους Aztecs του παντοδύναμου San Diego State, μπροστά σε ένα sold-out κοινό 23.000 ατόμων, μεταξύ των οποίων 24 σκάουτερ από το ΝΒΑ. Ήταν η εμφάνιση που θα έκανε τον Ντουράντ να γράψει γι’ αυτόν ότι είναι ο μεγαλύτερος σκόρερ στον κόσμο.

Την μέρα εκείνη ο ίδιος ο Ντουράντ είχε βάλει 47.

Απέναντι του εκείνο το βράδυ ο Fredette θα είχε έναν παίκτη που θα έβαζε 17 πόντους, θα έπαιρνε 13 ριμπάουντ και θα έδινε 4 ασίστ.

Τον Kawhi Leonard.

Από τους επόμενους 8 αγώνες οι Cougars θα κέρδιζαν τους 7, μεταξύ των οποίων ακόμα μία φορά το μισητό San Diego, στην έδρα του αυτή τη φορά. Το Jimmer Range χρησιμοποιούνταν πλέον ως όρος. Τα παιχνίδια του BYU άρχισαν να έχουν πανεθνικό ενδιαφέρον. Όλοι έψαχναν να μάθουν για αυτόν τον παίκτη που σουτάρει από τα 10 μέτρα. Ένα μήνα μετά οι Cougars φτάνουν στους ημιτελικούς περιφέρειας απέναντι στο New Mexico. Την μοναδική ομάδα που τους είχε κερδίσει 2 φορές μέσα στη σεζόν.

Κέρδισαν με 87-76. Ο Fredette θα έβαζε 52 πόντους. Μόλις ένας θα ήταν με βολή.

Θα έκαναν 3 ακόμα νίκες μετά από αυτήν. Σε όλες θα έβαζε πάνω από 30 πόντους. Η τελευταία του θα ήταν αυτή απέναντι στο Gonzaga. Η νίκη που θα έσπαγε μια κατάρα που κρατούσε 30 χρόνια και θα τους έδινε το εισιτήριο για το Sweet 16.

Εκείνο το τρίποντο στον αιφνιασμό, στο πρώτο λεπτό του αγώνα χωρίς περιγραφή, θα ακολουθούσαν άλλα 6. Πολλά από αυτά από τα 10 μέτρα. Εκείνο το βράδυ ο Fredette θα διέλυε το Gonzaga με 34 πόντους και θα έπαιρνε την θέση του στην κορυφή των μεγαλύτερων σκόρερ της ιστορίας της ομάδας του.

Στο Sweet 16 θα έπεφταν από τους Gators του Donovan που με τη σειρά τους θα έπεφταν από τους Bulldogs του Stevens. Γίγαντες ανάμεσα σε γίγαντες.

Είχα πει ξεκινώντας ότι το Dark Knight είναι η καλύτερη ταινία που έχω δει επειδή ήταν η τελευταία ταινία του Χιθ Λέτζερ.

Το Dark Knight το έχω δει μία φορά. Τότε.

Εκείνος ο Τζόκερ υπήρξε για μένα μια παράσταση από έναν ηθοποιό, που αν συνέχιζε θα γινόταν ο Μάρλον Μπράντο της εποχής μας. Και προτίμησα να τον αφήσω έτσι.

Το Dark Knight θα το ξαναδώ τώρα γιατί μετά από 10 χρόνια είδα τον Χοακίν Φοίνιξ και ο Χιθ Λέτζερ μπορεί επιτέλους να γίνει στο μυαλό μου κομμάτι της ιστορίας.

Έλεγα και πριν ότι τους ξεχωριστούς ανθρώπους τους καταλαβαίνεις. Κυρίως γιατί δεν τους καταπίνει η ιστορία. Την παίρνουν και την κάνουν δική τους.

Ο Τζόκερ του Φοίνιξ δεν είναι ο Τζόκερ του Λέτζερ. Γιατί ο Φοίνιξ είναι ο Άρθουρ Φλεκ. Και ο Άρθουρ Φλεκ είναι αυτός.

Η φιγούρα του Ομπράντοβιτς υπήρχε παντού στον Παναθηναϊκό.

Ήταν τέτοια η φυσιογνωμία του, ήταν τέτοιες οι επιτυχίες της ομάδας με αυτόν, ήταν τέτοιες οι αναμνήσεις που της έδωσε, που ήταν σχεδόν σαν να υπάρχει ακόμα. Τον έβλεπες με την Φενέρ και πάντα κάτι δεν κόλλαγε στην εικόνα. Κανείς από όσους ακολούθησαν δεν μπορούσε να συγκριθεί μαζί του στο μυαλό κανενός.

Ο Ρικ Πιτίνο ήρθε ποστάροντας φωτογραφίες από τα ελληνικά νησιά χωρίς να νοιάζεται για καμία ιστορία.

Αν το καλοσκεφτείς δεν υπήρχε άλλος τρόπος.

Έβλεπες επί 7 ολόκληρα χρόνια τον πάγκο της ομάδας που είχε μάθει να έχει τον καλύτερο προπονητή της Ευρώπης με ανθρώπους που ήταν μικρότεροι από την ίδια την ομάδα. Όσο καλοί προπονητές, επαγγελματίες, ή άνθρωποι και να ήταν. Δεν με ενδιαφέρει. Δεν ήταν και ούτε επρόκειτο να γίνουν ποτέ Ομπράντοβιτς.

Και αυτή η ομάδα είναι γαμημένα μεγάλη για να έχει περάσει τόσα χρόνια χωρίς να ξέρεις ότι έχει τον κορυφαίο στον πάγκο της.

Ο Παναθηναϊκός ό,τι και να κάνει από εδώ και πέρα ξαναγίνεται ένα πράγμα που δεν συγκρίνεται με κανέναν τίτλο από όσους κατακτήθηκαν αυτά τα 7 χρόνια.

Η ομάδα που δεν ασχολείται με το τί κάνει αυτός που κάθεται στον πάγκο της. Γιατί “αυτός ξέρει.”

Η εποχή που ξεκινάει είναι σημαντικότερη από ένα κακό παιχνίδι ενός παίκτη, μια κακή ήττα, ή μια κακή εμφάνιση. Όπως ακριβώς συνέβαινε όταν στην ομάδα ήταν ο Ομπράντοβιτς. Και όσα μπορεί να βλέπουμε ή να ακούμε μετά από ένα τέτοιο πλέον, θα υπάρχουν μόνο για να μας θυμίζουν τα κατάλοιπα που μας άφησε η περίοδος που μεσολάβησε.

Η ομάδα αυτή ήταν πάντα στο μυαλό μου ξεχωριστή. Κυρίως γιατί πάντα βρίσκονταν σε αυτήν ξεχωριστοί άνθρωποι. Από τον Γκάλη και τον Ντομινίκ. Μέχρι τον Μποντίρογκα και τον Διαμαντίδη. Τεράστιες προσωπικότητες που έπαιρναν την ιστορία και την πήγαιναν όπου ήθελαν αφήνοντας την παρακαταθήκη στους επόμενους να την συνεχίσουν.

Και τα τελευταία χρόνια έχουν αρχίσει να μαζεύονται πολλές τέτοιες.

Μικρά κομμάτια ενός συνόλου που δείχνει όλο και πιο καθαρά ότι αν μείνει μαζί και αρχίσει να δουλεύεται σωστά θα δώσει ξανά μεγάλες στιγμές. Χτες ήταν ο Ράις, προχτές ο Παπαπέτρου, αύριο θα είναι ο Φριντέτ και μεθαύριο ο Μήτογλου. Δεν με ενδιαφέρει το όνομα. Με ενδιαφέρει ότι έχουν αρχίσει και μαζεύονται προσωπικότητες γεμάτες ψυχή.

Και αυτό δεν φαίνεται στα νούμερα.

Για 13 χρόνια έβλεπα τον Παναθηναϊκό να χάνει ένα λεπτό πριν την λήξη και απλά έψαχνα να βρω τον τρόπο που θα κερδίσει. Η αλλαγή από αυτή την κατάσταση στην ακριβώς αντίθετη ήταν επώδυνη. Ο Παναθηναϊκός δεν γινόταν να είναι η ομάδα που φοβάται να κερδίσει όταν βρίσκεται πίσω στο σκορ.

Μπορεί το προχθεσινό να θεωρείται τυχαίο. Ή μπορεί και να είναι.

Αυτό που σίγουρα δεν είναι τυχαίο είναι πώς ό,τι και να γινόταν θα σκεφτόσουν τον επόμενο αγώνα. Και αυτό γιατί κατά βάθος θα ήξερες ότι είσαι πλέον ικανός για θαύματα.

Και αυτό είχες ξεχάσει πώς είναι να συμβαίνει.

Ο Χιθ Λέτζερ δεν πρόλαβε να τελειώσει τον Δόκτορα Παρνάσσους. Παρόλα αυτά έκανε 10 χρόνια μετά κάποιους στην άλλη άκρη του κόσμου να μιλάνε για το Imaginarium του.

Είμαι σίγουρος ότι σε 10 χρόνια από τώρα θα υπάρχουν κάποιοι που θα μιλάνε με νοσταλγία για τον Παναθηναϊκό όταν σε αυτόν ήταν προπονητής ο Ρικ Πιτίνο.

Απλά δεν το έχουμε ζήσει ακόμα.

When anything is blocking my head or there’s worry in my life, I just go sit on Mars or something and look back here at Earth. All you can see is this tiny speck. You don’t see the fear. You don’t see the pain. You don’t see thought. It’s just one solid speck. Then nothing really matters. It just doesn’t.

Heath Ledger.

Photo Credits: BYU.EDU, Paobc
Video Credits: Eurosport, Paobc
Data Sources: Basketball Reference, Overbasket, Euroleague