Το καλοκαίρι του 1996 είχα βρεθεί στο σπίτι ενός μακρινού θείου στη Χαλκίδα.
Πιτσιρικάς εγώ, ψιλοαργά το απόγευμα είχα κάτσει μέσα όσο οι υπόλοιποι ήταν στον κήπο και έβλεπα ένα καλοκαιρινό φιλικό του Παναθηναϊκού.
Αυτός ο θείος ήταν άρρωστος Ολυμπιακός. Με βλέπει λοιπόν σε ένα σημείο ότι βλέπω τον Παναθηναϊκό έτσι όπως περνούσε το σαλόνι και μου λέει κάτι που θα το θυμόμουν μέχρι και σήμερα, σχεδόν 30 χρόνια μετά.
«Ό,τι κάνατε, κάνατε. Από του χρόνου αλλάζουν τα κόζα. Δεν πρόκειται να ξαναδείτε πρωτάθλημα ποτέ.»
Όταν μου το λέει, τον ρωτάω με ένα κράμα ευγένειας και παιδικής αφέλειας, τί εννοείς «αλλάζουν τα κόζα;»
Μου λέει «θα δεις.»
Όταν μου το είπε θυμάμαι να έχω αυτό το συναίσθημα που έχεις όταν έχεις μάθει κάτι κακό, για το οποίο δεν είσαι ακριβώς σίγουρος αν πρέπει να του δώσεις σημασία ή όχι.
Δεν του έδωσα παραπάνω σημασία, αλλά δεν το ξέχασα και ποτέ.
Να θυμίσω για τους νεότερους, το 1996 ήταν η καλύτερη χρονιά στην ιστορία του Παναθηναϊκού. Στο δικό μου μυαλό.
Μόλις είχαμε πάρει το Ευρωπαϊκό στο μπάσκετ με τον ήρωα – επίσης στο δικό μου μυαλό – Ντομινίκ Γουίλκινς. Και στο ποδόσφαιρο είχαμε κερδίσει τον Άγιαξ στο Ντε Μεερ. Να πω ότι το όνομα το γράφω όπως το θυμάμαι από τότε. Αν θυμάμαι καλά ήταν το τελευταίο παιχνίδι εκείνου του Άγιαξ σε αυτό το γήπεδο.
Και τον είχε κερδίσει ο Παναθηναϊκός.
Αν με ρωτήσεις σήμερα πιθανόν μπορώ να σου πω και όλη την ενδεκάδα. Του Άγιαξ.
Και ναι, στο ΟΑΚΑ χάσαμε 3-0. Και ο Λιτμάνεν έγινε σύνθημα για τους Ολυμπιακούς. Αλλά εμένα ήταν η πρώτη φορά που πήγαινα στο γήπεδο.
Και το συναίσθημα ότι ανήκω στους κορυφαίους δεν με άφησε ποτέ.
Ο Παναθηναϊκός του 1996 σε μπάσκετ και ποδόσφαιρο ήταν ο Παναθηναϊκός που έμαθα, και από τότε μέχρι σήμερα θεωρώ ότι σε αυτό το επίπεδο δικαιωματικά ανήκει.
Ήταν η ομάδα των σταρ. Σε μπάσκετ και ποδόσφαιρο. Η ομάδα του Ντομινίκ Γουίλκινς, του Νίκου Γκάλη και του Δημήτρη Σαραβάκου. Η ομάδα που σου έβγαζε και στα δύο αθλήματα την αίσθηση της ανωτερότητας έναντι του αντιπάλου. Ανεξαρτήτως τελικού αποτελέσματος.

Για μπάσκετ έχουμε μιλήσει αρκετές φορές.
Στο ποδόσφαιρο όμως, για όσους έχουν ζήσει τον Παναθηναϊκό του Δημήτρη Σαραβάκου θα καταλάβουν αυτομάτως τί λέω. Για όσους δεν τον έχουν προλάβει, προσπαθώντας να το περιγράψω θα πω απλά ότι ήταν σαν να παίζει ο Γκάλης, ο Τζόρνταν, ο Ζιντάν, σε όρους μεγέθους στο μυαλό σου και να παίζει στην ομάδα σου.
Ένας παίκτης που είναι πρώτα σύμβολο ανωτερότητας και μετά παίκτης.
Αυτός ήταν ο Παναθηναϊκός του Όσιμ. Και μετά του ακόμα πιο αγαπημένου Ρότσα. Και του Βαζέχα. Και όλων των άλλων που και πάλι δεν χρειάζεται να πω έναν-έναν. Ήταν αυτό που αργότερα θα λέγαμε ο «Ευρωπαίος Παναθηναϊκός.»

Και μετά ήρθε η Παναχαϊκή.
Σεζόν 1996-97. Ελληνικό πρωτάθλημα. Κόκκαλης. Μπάγεβιτς. Καραταϊδης. Καρασαββίδης. Ανατολάκης, Αλεξανδρής. Και ακόμα παρακάτω. Παπουτσέλης. Κασναφέρης. Ποντίκης.
Επίσης μπορώ να τους πω έναν-έναν.
Και θα μπορούσα για τα επόμενα 15 χρόνια.
15 χρόνια. Σε όρους ζωής είναι χοντρικά το 1/5 της. Σε όρους εφηβικής ζωής είναι μια ολόκληρη ζωή.
Βλέπεις, όσο μεγαλώνεις αποκτάς απείρως μεγαλύτερες άμυνες απέναντι στα πράγματα. Από αδιαφορία, παγωμάρα μέχρι και πλήρη απόσχιση από οτιδήποτε δεν θέλεις να σε αφορά.
Όταν είσαι πιτσιρικάς όμως δεν μπορείς.
Όταν είσαι πιτσιρικάς και έχεις χάσει με πέναλτι. Ή έχει κερδίσει ο αντίπαλος με πέναλτι. Ή έχει πάρει κόκκινη ο αντίπαλος του αντιπάλου. Ή έχει πάρει κόκκινη ο αντίπαλος του αντιπάλου με τον οποίο θα παίξει αργότερα ο αντίπαλος. Ή όλα όσα έμαθες να βλέπεις με τον καιρό.
Εκεί σε τρώει και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Θα πας την επομένη στο σχολείο και θα προσπαθείς να αποδείξεις ότι δεν είσαι ελέφαντας. Θυμάμαι τον εαυτό μου να αγοράζω αθλητικές εφημερίδες εκλιπαρώντας να δω να γράφονται όλα όσα είχαν γίνει την εκάστοτε τελευταία αγωνιστική. Τίτλους, μετά αρθρογράφους, μετά αθλητικές εκπομπές.
Κάτι που να με κάνει να νιώσω ότι δεν είμαι ο μόνος που το είδε.
Ένα είδος αθλητικού μαζοχισμού, το οποίο μάλιστα το έκανε χειρότερο η απέχθεια μου στις οπαδικές εφημερίδες. Επί χρόνια ολόκληρα μπορεί να διάβαζα και 2 αθλητικές εφημερίδες τη μέρα. Η Ηχώ, το Derby, η Πράσινη, δεν ήταν ποτέ μία από αυτές.
Και μιλάει ένας άνθρωπος που κάποτε είχε αγοράσει μέχρι και έναν Κόσμο των Σπορ. Που αν θυμάμαι καλά ήταν εκδότης ο Κωστόπουλος.
Βλέπεις για κάποιο λόγο -μάλλον αυτό τον μαζοχισμό που έλεγα πριν- δεν με ενδιέφερε να διαβάσω κάποιον για να μου χαϊδέψει τα αυτιά. Ήθελα αυτόν που θα θεωρούνταν ως «αντικειμενικός» να πει αυτό που ήθελα να πει.
«Αντικειμενικός.» Χμ.
Είναι πολλά από αυτά που θα ήθελα να πιάσω τον παιδικό εαυτό μου και να του χτυπήσω φιλικά την πλάτη περί αθλητικής δημοσιογραφίας και αντικειμενικότητας.
Τότε διάβαζα με την οργή ότι το άσπρο γίνεται μαύρο, πίσω από το προσωπείο μιας κωμικά επίπλαστης ηθικής που επιτάσσει ότι ο γράφων δεν λέει ποια ομάδα υποστηρίζει.
Μια λογική που η μόνη σωστή αντιμετώπιση είναι να την οικτίρεις.
Αλλά πάλι αυτά τα λέω σήμερα. Κάποτε ήταν η ζωή σου όλη, sort of speak.
Κάποτε θα άκουγα για μέταλλα του πρωταθλητή, αμφίσημες δηλώσεις, πολλά -πάρα πολλά- “όλες οι μεγάλες ομάδες ευνοούνται” και ανερυθρίαστα whataboutism στο βωμό του τελικού αποτελέσματος.
Που όλως παραδόξως θα ήταν πάντα έναντι μιας ομάδας. Της δικής μου.
Για τους επόμενους λοιπόν να θυμήσω, ότι το μέταλλο του πρωταθλητή το είχε τότε ο Παναθηναϊκός. Και μέχρι να το απωλέσει προσπάθησαν πολύ. Το απώλεσε βέβαια στο τέλος. Κάτι σαν τον εκτός έδρας χαρακτήρα που λέμε στο μπάσκετ. Ποιος, ο Παναθηναϊκός. Πού θα έχανε με 10 πόντους το τελευταίο λεπτό και θα έψαχνες με ποιο τρόπο θα αποφασίσεις να κερδίσεις. Κάπως έτσι ήταν τότε ο Παναθηναϊκός των χαμένων πρωταθλημάτων.
Στη διαδρομή βέβαια ο Παναθηναϊκός θα έκανε και πορείες στην Ευρώπη και θα ξεχνούσες για λίγο την Ελλάδα. Θα έκανε μια ομάδα που θα κέρδιζε την Μπαρτσελόνα. Μια ομάδα που στο μυαλό σου έβγαζε πάντα μια αύρα Ευρώπης. Στο δικό μου -πιθανόν λόγω του 4-0 επί της Μπαρτσελόνα στον τελικό της Αθήνας- μου έβγαζε πάντα την αύρα της Μίλαν. Του Βαν Μπάστεν, του Λάουντρουπ, του Μασάρο, του Σαβίσεβιτς. Ναι και εδώ θα ήθελα να πω όλη την ενδεκάδα της.
Γιατί κάποτε με ενδιέφερε.
Πάντα όμως είχε τρόπο αυτό το άθλημα να σε τιμωρεί όταν ονειρεύεσαι. Να σου θυμίζει ότι υπάρχει κάτι που ό,τι και να κάνεις εκεί έξω. Με όσες Γιουβέντους και να παίξεις, εδώ είναι Ελλάδα.
Μια κινούμενη άμμος που σε τραβάει μαζί της κάθε φορά που επιλέγεις να της δώσεις σημασία.
Γυρνώντας από το Ντας Άντας, εδώ έχει Ριζούπολη. Εδώ θα πρέπει να μάθεις ποιος είναι ο Διευθυντής της Αστυνομίας κατά τη διάρκεια του ματς, ο παρατηρητής του αγώνα, η ΕΠΑΕ, ο Μποροβήλος.
Είχα πει ότι η μέρα που σταμάτησα να ασχολούμαι με τον Παναθηναϊκό ήταν η ημέρα που έφυγε ο Σισέ από τον Παναθηναϊκό.

Ο λόγος βρίσκεται εκεί ανάμεσα στα προηγούμενα.
Εκείνος ο Παναθηναϊκός ήταν ξανά η ομάδα όπως την είχα πάντα στο μυαλό μου. Ανεξαρτήτως αποτελεσμάτων. Ο Παναθηναϊκός του Ζιλμπέρτο Σίλβα. Του Καραγκούνη. Του Κατσουράνη. Του Λέτο. Του Χενκ Τεν Κάτε.
Ο Παναθηναϊκός του Τζιμπρίλ Σισέ.
Ο Παναθηναϊκός που έβγαζε ξανά τη δύναμη του παρελθόντος. Ακριβώς το ίδιο συναίσθημα για ακριβώς τους ίδιους λόγους που μου είχε βγάλει κάποτε και ο ερχομός του Ρικ Πιτίνο.
Εκείνη η περίοδος, η περίοδος του Τζιμπρίλ Σισέ, πίστευα ότι θα είναι η καρμική λύτρωση για όσα είχε περάσει το τμήμα από το 1997. Και μπορεί να μην έπαιρνα πίσω τα εφηβικά μου χρόνια, αλλά θα είχα τουλάχιστον μια ζωή ολόκληρη για τα επόμενα. Μπορεί η ομάδα που μου έδωσε αναμνήσεις για δέκα ζωές να έμενε στην ιστορία ως “Γκουμομπασινάδες,” μπορεί ο Κυράστας να έφευγε ως Κυρ Γιάννης, αλλά ερχόταν ο Σισέ. Ο Κατσουράνης και ο Τεν Κάτε.
Αλλά βλέπεις ο ποδοσφαιρικός Παναθηναϊκός είναι σαν το Game of Thrones. Πάντα ήταν. Όταν πας να πιστέψεις σε κάτι θα σε χτυπήσει όσο πιο αλύπητα μπορεί.
O Όμπεριν πηγαίνει να μονομαχήσει με τον Γκρέγκορ Κλεγκέιν για να πάρει εκδίκηση για το θάνατο της αδερφής του και των παιδιών της. Και το κάνει υπερασπιζόμενος τον Τύριον που είχε σκοτώσει τον Τζόφρι Μπαράθεον. Πριν μπει στη μάχη δίνει ένα φιλί στην Ελάρια Σαντ και της υπόσχεται ότι θα γυρίσει.
Και λίγο μετά του ανοίγει το κεφάλι και του πετάει τα μάτια έξω ο Κλεγκέιν.
Είπαμε, το ελληνικό ποδόσφαιρο είναι πάντα εκεί για να σε επαναφέρει στην θλιβερή του πραγματικότητα. Ο Σισέ ήρθε, έχασε με οφσάιντ που έμεινε στην ιστορία και στο δρόμο τον κορόιδευαν για τις φούστες του.
Όσες φορές και να πεις την τελευταία πρόταση δεν θα είναι αρκετές για να την πιστέψεις.
Και φυσικά πιστή στο ραντεβού της με την παραχάραξη της ιστορίας η ομάδα τον άφησε να φύγει. Ο Τζιμπρίλ Σισέ ήρθε, πέτυχε, αγάπησε τον Παναθηναϊκό και αυτός τον άφησε να φύγει.
Και από εκεί και πέρα το κενό.
Το ρολόι του ποδοσφαιρικού Παναθηναϊκού για εμένα δείχνει εκείνη την ώρα.
Δεν είδα ποτέ ξανά παιχνίδι. Πιθανόν να είδα φευγαλέα φάσεις κάτι χρονιές με Τοτσέ, Μπεργκ κτλ που ήταν κάπου εκεί κοντά. Αλλά ολόκληρο παιχνίδι ποτέ.
Και για να προλάβω τυχόν σκέψεις για το πόσο καλοί παίκτες, τίμιοι, κτλ ήταν ή πέρασαν όλα αυτά τα χρόνια, δεν ξέρω τί θα σκεφτεί ο καθένας. Η απάντηση μου είναι ότι προσωπικά δεν με απασχολεί.
Παίκτες, προπονητές, φροντιστές έρχονται και φεύγουν. Ο Παναθηναϊκός είναι μεγάλη ομάδα και αναμενόμενα κάποιοι, κάπου, κάπως, κάποτε από αυτούς που θα περάσουν θα είναι και καλοί. Θα ήταν παράλογο να συμβαίνει το αντίθετο.
Ο Σύλλογος όμως εδώ και πολλές δεκαετίες είναι άρρωστος.
Κάποιοι θα εξακολουθήσουν να είναι ρομαντικοί και να ελπίζουν. Κάποιοι θα πιστεύουν ότι έχουν και λόγους να ελπίζουν. Κάποιοι απλά θα είναι ρομαντικοί. Και κάποιοι θα είναι επίμονα μαζοχιστές, όπως ήμουν κάποτε και εγώ. Ίσως να είναι και μερικές κατηγορίες ακόμα που δεν μου έρχονται τώρα. Μπράβο σε όσους μπορούν ακόμα.
Αν υπάρχουν ωστόσο κάποιοι για τους οποίους λυπάμαι, είναι όσοι είναι τώρα πιτσιρικάδες. Είναι κακό πράγμα ο χρόνος να περνάει και ο Σύλλογος να βρίσκεται στην ανυποληψία.
Δεν θα διαφημίσω ότι αυτό που πρέπει να κάνουν είναι να μην ξέρουν τί χρώματα φοράμε και να πάνε στο γήπεδο ξανά το 2050. Θα ήθελα ωστόσο να χτυπήσω φιλικά στην πλάτη τον πιτσιρικά που διαβάζει τώρα και να του πω να μην συμβιβαστεί ποτέ με την μετριότητα που του παρουσιάζεται εδώ και χρόνια στο τμήμα ως πραγματικότητα. Ο Παναθηναϊκός δεν είναι η ομάδα που βλέπει.
Ο Παναθηναϊκός δεν είναι και δεν ήταν ποτέ μέτριος. Μέτριο τον θέλουν εδώ και δεκαετίες όσοι τον διοικούν και όσοι παρασιτούν στις παρυφές των πρώτων.
Τη φανέλα αυτή την έχουν φορέσει γίγαντες. Και κάποτε θα την ξαναφορέσουν.
Όσο για τον Ιβάν, θα πω απλά ότι μετά από όλα αυτά τα χρόνια είδα ξανά ολόκληρα παιχνίδια του ποδοσφαιρικού Παναθηναϊκού πέρσι. Και πήγα μετά από το 2011 ξανά στο γήπεδο στο παιχνίδι με τη Μπράγκα.
Χάσαμε, αλλά για λίγο ήλπισα. Αυτό δηλαδή που δεν έπρεπε να κάνω.
Όπως και να ‘χει η ιστορία κάνει κύκλους, ο Παναθηναϊκός είναι μεγάλος Σύλλογος. Ο μεγαλύτερος της Ελλάδας. Και σε ένα άλλο σύμπαν το 1997 δεν ήρθε ποτέ. Η Ριζούπολη δεν έγινε ποτέ. Οι παίκτες που αγάπησα έφυγαν με τιμές, πρωταθλήματα και τίτλους. Ο Σισέ κρέμασε τα παπούτσια του στην ομάδα. Και εγώ βλέπω ακόμα την ομάδα που πίστευα πιτσιρικάς ότι θα δω.
Δεν είναι το σύμπαν που έζησα, αλλά όποιος το έζησε, αυτός είναι στο σωστό και εγώ στο λάθος.


































































































