Αυτές τις μέρες θα γραφτούν πολλά κείμενα που θα προσπαθήσουν να δώσουν απαντήσεις για τους λόγους της φετινής αποτυχίας του Παναθηναϊκού.
Και όλα θα αναφέρουν πάνω κάτω τα ίδια πράγματα με λίγο διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με το σημείο εκκίνησης του γράφοντος και που θέλει να εστιάσει.
Κοινός παρονομαστής σε όλες τις προσεγγίσεις βέβαια θα είναι αναπόφευκτα οι μεγάλες ευθύνες του Εργκίν Αταμάν. Ο προπονητής είναι συνήθως ο πρώτος που πληρώνει τη λυπητερή σε τέτοιες περιπτώσεις. Κάποιες φορές δικαίως, άλλες αδίκως.
Έχω την αίσθηση ωστόσο ότι λίγοι θα αδικήσουν τον Αταμάν στην αποτίμηση τους τόσο πολύ όσο αδίκησε ο ίδιος τον εαυτό του τη φετινή σεζόν.
Και είναι σε αυτό που θέλω να εστιάσω στο παρόν κείμενο.
Οι σινεφίλ θα έχουν ήδη αντιληφθεί ότι ο τίτλος του κειμένου είναι κλεμμένος από ταινία. Την εξαιρετική γερμανόφωνη ταινία του Oliver Hirschbiegel (Der Untergang) που δραματοποιεί τις τελευταίες μέρες του Χίτλερ λίγο πριν τη λήξη του ΒΠΠ.
Εκεί, ανάμεσα στα άλλα, ο υπέροχος Bruno Ganz, υποδυόμενος ανατριχιαστικά τον μεγαλύτερο μακελάρη του 20ου αιώνα, εμφανίζεται να παραληρεί μπροστά στους στρατηγούς του φαντασιωνόμενος ότι ο γερμανικός στρατός είναι ακόμα λειτουργικός και αρκετά ισχυρός ώστε να οργανώσει αντεπίθεση και να σταματήσει την προέλαση των Σοβιετικών προς τη γερμανική πρωτεύουσα.
Αυτή ακριβώς η εικόνα ενός ηττημένου που αρνείται να αντιληφθεί την πραγματικότητα μου ερχόταν στο μυαλό κάθε φορά που ο κόουτς έκανε δηλώσεις από την ήττα στο G3 και μετά. Με αποκορύφωμα τις δηλώσεις του στο ημίχρονο του G5 όταν για ακόμα μια φορά επέλεξε να επιτεθεί σε έναν από τους παίκτες του, τον Shorts, και να τονίσει ότι θα πάει για την ανατροπή με έναν παροπλισμένο στο μεγαλύτερο κομμάτι της σεζόν, τον Τολιόπουλο.
Δεν ξέρω τι ακριβώς είχε στο μυαλό του εκείνη τη στιγμή ο Αταμάν. Ποιόν ακριβώς νόμιζε ότι τιμωρεί ή εκθέτει, σε ποιον νόμιζε ότι δίνει κίνητρο, και πως ακριβώς είχε στο μυαλό του τη μεγάλη αντεπίθεση στο δεύτερο ημίχρονο του do or die πέμπτου ματς όταν ξεκίνησε τους Τολιόπουλο, Grigonis και Faried στην πεντάδα.
Το βέβαιο είναι ότι αυτή του η ενέργεια αθροίζεται με μια σειρά ενεργειών και πρακτικών τη φετινή σεζόν που μοιάζουν ανεξήγητες με βάση τόσο την κοινή μπασκετική λογική όσο και τη δεδομένη αξία του Αταμάν. Την ικανότητα του να φέρνει μεγάλα αποτελέσματα όσο λίγοι.
Διότι ο Αταμάν δεν είναι ένας μπασκετικός απατεώνας, όπως χαζοχαρούμενα θα επαναλαμβάνουν το επόμενο διάστημα στα σοκάκια της μοναχικής αυτοϊκανοποίησης οι όψιμα δικαιωμένοι της ισοπέδωσης. Αυτοί που υπάρχουν σε αφθονία ανάμεσα και στους αντιπάλους και στους ημέτερους.
Κανείς δεν κερδίζει 3 Ευρωλίγκες με δύο διαφορετικές ομάδες σε 5 χρόνια από τύχη. Αυτό είναι τόσο αυταπόδεικτο που δεν χρήζει περαιτέρω εξήγησης.
Παρότι ήμουν βαθιά απαισιόδοξος για την post-season με βάση την εικόνα όλης της σεζόν, θεωρούσα και το έγραψα σε αυτήν εδώ την ιστοσελίδα ότι αν υπάρχει ένας λόγος να αισιοδοξούμε και να πιστεύουμε στην ανατροπή της κατάστασης ήταν ακριβώς αυτή η δεδομένη και αδιαπραγμάτευτη ικανότητα του κόουτς να ανεβάζει κατακόρυφα τη δική του απόδοση όταν η μπάλα καίει.
Και τα δύο πρώτα ματς της σειράς με τη Βαλένθια επιβεβαίωσαν ακριβώς αυτήν την πεποίθηση.
Ένας Αταμάν με πλάνο, με στόχευση, που έδινε εντολές για την παραμικρή λεπτομέρεια από τον πάγκο. Που είχε προετοιμάσει τα πάντα στην εντέλεια ξεφεύγοντας από την πεπατημένη. Και 0-2.
Και μετά ελεύθερη πτώση.
Ο κόουτς ξανακύλησε στη μαυρίλα της RS. Εγκατέλειψε κάθε τι που έκανε διαφορετικά και σωστά στα πρώτα 2 ματς, και πήγε να νικήσει με τον γνωστό δικό του τρόπο. Αυτόν τον μπασκετικά μη λειτουργικό τρόπο που βίασε κάθε μπασκετική λογική στα περισσότερα ματς της φετινής σεζόν, οδηγώντας τον Παναθηναϊκό να τερματίσει ασθμαίνοντας στην 7η θέση.
Είναι πολλά τα γιατί που πλανώνται ως φαντάσματα πάνω από την απόδοση του Αταμάν στον τρίτο, και όπως όλα δείχνουν τελευταίο, χρόνο της θητείας του στον Παναθηναϊκό.
Γιατί πήρε έναν παίκτη στον άσο για τον οποίο όλοι έβλεπαν ότι βάσει skills δεν είναι plug n play στο σύστημα του; Έναν παίκτη στις ιδιαιτερότητες του οποίου θα έπρεπε να προσαρμόσει το σύστημα (πράγμα εξαιρετικά δύσκολο και εν τέλει αδύνατο, όπως αποδείχτηκε) αν ήθελε να τον δει να αποδίδει σε ανάλογο επίπεδο με πέρσι;
Γιατί θεώρησε λογικό και φρόνιμο να πάει all in στην επιστροφή Lessort όταν στελέχωνε τη frontline το καλοκαίρι ενώ όλοι όσοι έχουν ελάχιστη αντίληψη του αθλήματος προέβλεπαν ότι ένας παίκτης που προέρχεται από τόσο σοβαρό τραυματισμό θα χρειαστεί αρκετούς μήνες για να ξαναπλησιάσει το πρότερο επίπεδο του;
Γιατί δέχτηκε την εισήγηση του δίδυμου της συμφοράς (GM και τεχνικού διευθυντή) για τον Holmes χωρίς να διπλοτσεκάρει ο ίδιος τον παίκτη; Έναν παίκτη που ήταν σαφές ότι θα χρειαζόταν αρκετό χρόνο προσαρμογής και ότι θα έπρεπε να τον πάρει ο προπονητής από το χέρι για να του μάθει πως παίζεται η θέση στην Ευρώπη ώστε να γίνει αποτελεσματικός;
Γιατί κράτησε τον Yurtseven για τρίτο σέντερ το καλοκαίρι αντί για τον τίμιο και πολύ πιο χρήσιμο Gabriel;
Γιατί δεν άλλαξε τον Yurtseven ούτε καν την ύστατη ώρα, τον Δεκέμβρη, όταν είχε ήδη γίνει γνωστό ότι η επιστροφή του Lessort αναβάλλεται επ’ αόριστον;
Γιατί κινήθηκε στην καλοκαιρινή στελέχωση ωσάν η άμυνα του Παναθηναϊκού να μην είχε κανένα θέμα την προηγούμενη σεζόν; Ωσάν στην ομάδα να έλειπαν μόνον ένας αμυντικά ευάλωτος scoring guard και δαντελένιοι ψηλοί με επιθετικά soft skills και happy tourist μεντάλιτι;
Γιατί θεώρησε ότι φέτος σε έναν μαραθώνιο 38 αγωνιστικών θα είναι εφικτό και λειτουργικό να ακολουθήσει την πάγια τακτική του κοντού ροτέισον με τους εκλεκτούς του κορμού να παίζουν 35λεπτα, καίγοντας άλλους παίκτες στο παραμικρό λάθος και ακυρώνοντας έτσι το ποιοτικό βάθος της ομάδας;
Γιατί πέρασε μεγάλο κομμάτι της RS απαθής στον πάγκο βλέποντας ομαδούλες της σειράς να ταπεινώνουν το δικό του πανάκριβο και υπερταλαντούχο ρόστερ;
Είναι τόσα πολλά τα γιατί και τόσο ακατανόητα τα περισσότερα από αυτά ώστε κάθε προσπάθεια να δοθεί μια λογική απάντηση προσκρούει στον τοίχο της ελάχιστης μπασκετικής λογικής και σκάει πίσω στα μούτρα μας.
Όπως είχα γράψει πριν τα playoffs, μια πιθανή πρόκριση στο Φ4 και κατάκτηση της κούπας θα ήταν μια επιτυχία που θα έσβηνε την κακή εικόνα της RS. Αντίθετα αποκλεισμός στα playoffs θα μεγέθυνε ακόμα περισσότερο αυτήν την κακή εικόνα.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο είμαστε τώρα.
Είναι αναλογικά η μεγαλύτερη αποτυχία του Παναθηναϊκού από τότε που ανέλαβε ο DPG.
Και αυτό είναι ένα θλιβερό κατόρθωμα αν σκεφτεί κανείς ότι η θητεία του DPG έχει να επιδείξει πολλές περισσότερες αποτυχίες από ό,τι επιτυχίες υπό απείρως χειρότερες συνθήκες λειτουργίας της ομάδας.
Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι ο κόουτς ξεκίνησε τη σεζόν έχοντας το μεγαλύτερο μπάτζετ της διοργάνωσης και την πολυτέλεια να κάνει όποια ποιοτική προσθήκη γουστάρει, οπότε γουστάρει.
Διέθετε ένα από τα πιο ταλαντούχα ρόστερ της διοργάνωσης και έπαιζε σε ένα από τα καλύτερα γήπεδα με την υποστήριξη ενός από τα καλύτερα (αν όχι το καλύτερο) και πιο φανατικό οπαδικό κοινό της διοργάνωσης.
Και (ως κερασάκι στην τούρτα) είχε το Φ4 στο σπίτι του, δηλαδή έξτρα κίνητρο να βγάλει τον καλύτερο δυνατό εαυτό του για να φτάσει μέχρι το τέλος.
Υπό αυτές τις συνθήκες η αποτυχία του κόουτς Αταμάν αποκτάει διαστάσεις αρχαίας τραγωδίας.
Γνωρίζαμε φυσικά όταν ήλθε ο Αταμάν ότι είναι ένας larger than life τύπος που πετυχαίνει big και αποτυγχάνει big. Αυτό τον ξεχωρίζει από τους άλλους.
Και το επιβεβαίωσε πλήρως μέσα σε τρία χρόνια στον Παναθηναϊκό. Από τον απόλυτο θρίαμβο του ’24 στην παταγώδη αποτυχία του ’26.
Το πρόβλημα σε όλο αυτό είναι ότι η φετινή αποτυχία μοιάζει να ήλθε με τη συγκατάθεση του κόουτς. Όχι ως αποτέλεσμα πολλών μαζεμένων κακών συγκυριών, αλλά συνειδητών άστοχων επιλογών και παθητικής στάσης όταν αυτές οι επιλογές ήταν προφανές ότι δεν βγήκαν.
Διότι μόνο ένας αποστασιοποιημένος και ξενερωμένος Αταμάν θα μπορούσε να κάνει τέτοιο διαρκές underperfοmance.
Όχι ο Αταμάν του ’24 που πήρε μια ολοκαίνουρια ομάδα και την οδήγησε στην κορυφή.
Όχι ο Αταμάν του ’25 που βρήκε τρόπο να ανταπεξέλθει στην σοκαριστική απώλεια του Lessort, να βάλει την ομάδα του στην τετράδα της RS, και να περάσει στο Φ4 απέναντι στο πιο φορμαρισμένο underdog των playoffs.
Το πρόβλημα με τον φετινό Αταμάν δεν είναι απλώς η αποτυχία να φτάσει στο Φ4 της Αθήνας, είναι κυρίως ο τρόπος που αυτή ήλθε. Το γεγονός δηλαδή ότι στο μεγαλύτερο κομμάτι της σεζόν ο κόουτς έμοιαζε να παρακολουθεί απόμακρος, άβουλος, και παθητικός την πτώση της ομάδας που ο ίδιος έχτισε, αφήνοντάς την στον αυτόματο πιλότο.
Και αυτό είναι κάτι που χρήζει εξήγησης, την οποία ωστόσο δυσκολεύομαι να βρω γιατί ο Αταμάν ούτε αφελής είναι και σίγουρα δεν είναι ο τύπος που του αρέσει να χάνει.
Η μόνη υπόθεση εργασίας που μπορώ να κάνω είναι ότι υπήρξε ένα σημείο καμπής στο μυαλό του κόουτς που τον αποξένωσε ψυχικά από το πρότζεκτ του.
Το πότε και γιατί συνέβη αυτό παραμένει εξίσου δύσκολο να απαντηθεί.
Ήταν πέρσι στους ελληνικούς τελικούς με όλο αυτό το εθνικιστικό καρακιτσαριό που η αντίπαλη εξέδρα απεύθυνε στο πρόσωπο του στοχεύοντας στο μαλακό του υπογάστριο, δηλαδή στη δική του εθνικ(ιστικ)ή υπερηφάνεια;
Σίγουρα πάντως αυτό είναι το σημείο που αρχίζει η μη αναστρέψιμη πτώση της δικής του απόδοσης εντός των τεσσάρων γραμμών.
Ή μήπως το οριστικό χτύπημα στην πίστη του στο πρότζεκτ το έδωσε η υπονέμευση εκ των έσω με τα τραγικά λάθη στην αποθεραπεία και τον χρόνο επιστροφής του Lessort που ακύρωσαν το (ούτως ή άλλως προβληματικό) all in που ο κόουτς είχε κάνει στην επιστροφή του παίκτη από τον Νοέμβρη;
Ειλικρινά δεν έχω ξεκάθαρη απάντηση.
Το μόνο που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι ο Αταμάν το ’24 έκανε έναν άθλο που τον έβαλε καβάλα στο άλογο.
Έγινε με την πρώτη πρωταθλητής Ευρώπης σε μια ομάδα με τεράστιο μπάτζετ και φανατικό κοινό που του παρείχε τη δυνατότητα να δουλέψει όπως επιθυμεί και την άνεση να ενισχύει σε ετήσια βάση με τον καλύτερο τρόπο τον πολύ δυνατό κορμό παικτών που ο ίδιος είχε στήσει.
It does not get better than that..
Με τον άθλο του ’24 ο κόουτς είχε δημιουργήσει τις τέλειες συνθήκες για να μείνει πολλά χρόνια στον σύλλογο και να επιχειρήσει να πλησιάσει τις Ευρωλίγκες του αξεπέραστου Ζοτς, κάνοντας απλώς σωστές κινήσεις και σωστή διαχείριση.
Αντ’ αυτού δύο χρόνια αργότερα κατάφερε να βρίσκεται με το ενάμιση πόδι στην έξοδο έχοντας αποτύχει όχι μόνο να διεκδικήσει άλλη Ευρωλίγκα, αλλά να παίξει και μπάσκετ της προκοπής. Έχοντας δηλαδή χύσει την καρδάρα με το γάλα μετά από σειρά άστοχων επιλογών και κακής διαχείρισης των καταστάσεων.
Στην «Πτώση» ο Χίτλερ όταν επιτέλους ανακτά επαφή με την πραγματικότητα και συνειδητοποιεί ότι ο πάλαι ποτέ ανίκητος στρατός του δεν υπάρχει ποια, ότι έχει ηττηθεί τελειωτικά, αποφασίζει να αποδεχτεί την αποτυχία του και να θέσει τέλος στη ζωή του.
Ο Αταμάν δεν ξέρω αν έχει ακόμα συνειδητοποιήσει το μέγεθος της δικής του αποτυχίας φέτος και δεν νομίζω ότι έχει σκοπό να την παραδεχτεί θέτοντας πρόωρο τέλος στη θητεία του στον Παναθηναϊκό παραιτούμενος. Όπως ξέρουμε τον χαρακτήρα του, το θεωρώ απίθανο να το κάνει για λόγους πρεστίζ και επαγγελματικού εγωισμού.
Θεωρώ ότι δική του πρόθεση είναι να περιχαρακωθεί πίσω από τη μεγάλη αποζημίωση και να μείνει μέχρι το τέλος της σεζόν για να προσπαθήσει να κλείσει το κεφάλαιο Παναθηναϊκός με ένα last dance στους τελικούς του πρωταθλήματος. Ακριβώς όπως το έκανε και στην Εφές την τελευταία χρονιά του.
Σίγουρα θα ήταν όμορφο αν θα μπορούσε να επαναλάβει κι εδώ κάτι αντίστοιχο γιατί του αξίζει μια αξιοπρεπής έξοδος για τη μεγάλη συνεισφορά του στο λέγκασι του συλλόγου.
Δεν είμαι καθόλου σίγουρος ωστόσο ότι υπάρχει ο ψυχικός δεσμός με τους παίκτες του και ότι μπορεί να τους εμπνεύσει, να τους καθοδηγήσει, και να τους δώσει το απαιτούμενο κίνητρο για να παλέψουν από κοινού για τον τελευταίο στόχο της σεζόν. Ειδικά απέναντι σε έναν αντίπαλο που είναι σε πολύ καλύτερη αγωνιστική κατάσταση (και θα έχει εξασφαλισμένο και το απαιτούμενο σπρώξιμο αν χρειαστεί, όπως είδαμε τα τελευταία δύο χρόνια).
Μερικές φορές είναι καλό να αντιλαμβάνεσαι από μόνος σου πότε πρέπει να φύγεις.



































































































