Ο πρώτος γύρος τελείωσε και είναι η σωστή στιγμή για κάποια πρώτα solid συμπεράσματα, με το ντέρμπι να λειτουργεί σαν μεγενθυτικός φακός όσον αφορά τα θετικά και τα αρνητικά της κάθε ομάδας.
Χωρίς πολλά πολλά, ο Παναθηναϊκός έχει δύο πρόσωπα. Είτε θα είναι ελάχιστα συγκεντρωμένος και θα χάνει είτε θα είναι πλήρως focused & locked – in και θα κερδίζει ή τουλάχιστον θα παίρνει ότι μπορεί μιας και παίζουν και οι άλλοι.
Τα παραδείγματα πλέον είναι πολλά. Μερικές φορές είναι τόσο έντονα που τα βλέπεις και μέσα στο ίδιο ματς. Για κάποιο λόγο υπάρχει η αίσθηση ότι πρέπει πρώτα να βρεθεί με την πλάτη στον τοίχο για να αρχίσει να αποδίδει όπως μπορεί.
-17 από τον Ολυμπιακό, -14 από τη Ζαλγκίρις, επιστροφή στο 2ο δεκάλεπτο στο πρώτο ματς επιστροφή και νίκη στο 2ο ημίχρονο στο δεύτερο.
Το φαινόμενο δεν είναι τωρινό.
Ακόμη και στη χρονιά του Ευρωπαϊκού, ο Παναθηναϊκός συνήθιζε να παίζει καλύτερα με την πλάτη στον τοίχο. Ο Αταμάν έδωσε τα καλύτερα κοουτσάρισματά του στα πιο κρίσιμα ματς και παράλληλα οι παίκτες έδειξαν εκεί τον καλύτερό τους εαυτό.
Εδω τώρα πρέπει να δούμε ποια είναι τα objectives στη regular season ή τουλάχιστον ποιά θα έπρεπε να είναι.
• Βελτίωση των κακώς κειμένων που προκύπτουν στην πορεία.
• Επάρκεια σε όσο το δυνατόν περισσότερες συνθήκες στο παρκέ.
• Πλεονέκτημα έδρας.
Το ζήτημα που προκύπτει για τον Παναθηναϊκό από τον πρώτο γύρο είναι ότι μπορεί να ανταποκριθεί σε πολλές και διαφορετικές συνθήκες παιχνιδιού (όχι όλες όμως), αλλά για να το κάνει αυτό πρέπει να είναι 100% “εντός” πνευματικά.
Πχ τα ματς με Φενέρ και Χάποελ είναι δύο πολύ διαφορετικής υφής παιχνίδια, πέραν των όποιων αριθμών προκύπτουν.
Στην Πόλη, ο Παναθηναϊκός κατεβαίνει για να “κυλιστεί στις λάσπες” με μια ομάδα που ακριβώς αυτό κάνει και στο ΟΑΚΑ παίζει ένα πιο “εκλεπτυσμένης” μορφής παιχνίδι, απέναντι σε ένα εξαιρετικό και πλήρες σύνολο.
Επίσης μιλάμε για δύο πολύ διαφορετικά στημένες ομάδες, με διαφορετικά focus στο παιχνίδι τους.
Και αυτό είναι που καταντάει εκνευριστικό όσον αφορά το παιχνίδι που έγινε την Παρασκευή, με τον Ολυμπιακό να φεύγει για τρίτη συνεχόμενη χρονιά στη regular season με νίκη από το ΟΑΚΑ.

Απολύτως ειλικρινά, έχω όλη την καλή διάθεση να “καταλάβω” τις δύο προηγούμενες ήττες. Πχ την πρώτη χρονιά το ματς γίνεται την πρώτη αγωνιστική, με τον Παναθηναϊκό να έχει 11 νέους παίκτες. Τη δεύτερη χρονιά το ματς γίνεται πάλι σχετικά νωρίς, με τους Πράσινους να είναι ακόμη σε χαλαρό mood εξαιτίας των επιτευγμάτων της προηγούμενης χρονιάς – σε ένα πολύ όμορφο ματς ωστόσο που οι άμυνες ήταν ψιλοαπούσες.
Για το ματς της Παρασκευής όμως δεν υπάρχει καμία δικαιολογία.
Υπάρχουν λόγοι που επέφεραν την ήττα, οι οποίοι παράλληλα έρχονται ως συνέχεια της εικόνας του Παναθηναϊκού σε όλο τον πρώτο γύρο.
Καταρχάς είναι ανεπίτρεπτο σε ντέρμπι με τον Ολυμπιακό να μπαίνεις με τόσο χαλαρό τρόπο, τη στιγμή που στα εκτός έδρας ματς εναντίον των Ρεάλ και Φενέρ έχεις μπει τόσο συγκεντρωμένος.
Αν θέλουμε να σκάψουμε λίγο παραπάνω βέβαια θα δούμε ότι πριν από τις συγκεκριμένες εμφανίσεις στις δύο εκτός έδρας νίκες απέναντι σε τόσο καλές ομάδες έχει προηγηθεί η θύελλα των εκτός έδρας ματς με Μονακό και Ερυθρό (με την παρένθεση της νίκης εναντίον της Παρί να συγκαταλέγεται στα “λογικά” αποτελέσματα), όπως επίσης και δύο ήττες από Βίρτους και Βαλένθια όπου υπήρχε μια χαλαρή προσέγγιση.
Ωστόσο τα ματς με τον Ολυμπιακό έχουν άλλη βαρύτητα, καλώς ή κακώς αυτό είναι το πλαίσιο.
Πέραν του λάθους με την τοποθέτηση του Σόρτς πάνω στον Ντόρσεϊ είναι παραπάνω από σαφές ότι υπάρχει θέμα συγκέντρωσης το οποίο αντανακλάται στα παντελώς ελεύθερα χαμένα τρίποντα του Ναν, σε χαμένα λέι απ και uncontested pull-ups.
Λίγη προσοχή εδώ.
Το μπάσκετ είναι ένα άθλημα που λειτουργεί με δυναμικό τρόπο, με μομεντουμ και “ψυχολογία”. Είναι σύνηθες να βλέπεις τη μια ομάδα να βομβαρδίζει όταν βλέπει την άλλη να μη μπορεί να εκτελέσει τα βασικά και τούμπαλιν, είναι ζήτημα morale.
Το ότι ο Ολυμπιακός φτάνει τη διαφορά στους 17 πόντους είναι κάτι που γενικά γυρνάει δύσκολα αν συμβαίνουν λογικά πράγματα στο παρκέ. Ωστόσο επειδή είχαμε μαζεμένα πολλά outliers,το ματς έρχεται στα ίσα σε ένα μόλις δεκάλεπτο. Τι συνέβη εκεί;
Ο Παναθηναϊκός έβαλε τα ελεύθερα σουτ, μερικές φορές είναι τόσο απλό. Αυτό από μόνο του έφερε το μομεντουμ στην πλευρά του και όλα πήραν το δρόμο τους, από την ενέργεια πίσω μέχρι και τα όχι τόσο σίγουρα σουτ του αντιπάλου όσο πριν.
Μη γελιέστε, το ματς στο Κάουνας πχ δε θα κερδηθεί ποτέ αν δεν υπάρξει αυτό το ξεμπούκωμα στην εκτέλεση.

Ωστόσο το τί ορίζουμε ως outlier στον φετινό Παναθηναϊκό είναι κάτι που θέλει συζήτηση.
Οι Πράσινοι εκτελούν με το άθλιο 34,3% στο τρίποντο, με τις 5 χειρότερες ομάδες από αυτόν να είναι και οι χειρότερες ομάδες της λίγκας συνολικά.
Για μια ομάδα σαν τον Παναθηναϊκό που βασίζει τον τρόπο παιχνιδιού του στο spacing είναι απλώς ανεπίτρεπτο να εκτελεί έτσι. Κάπου εδώ πρέπει να τονιστεί το πόσο “ανάσαινε” η επίθεση όταν υπήρχε κανονικά στο rotation ο Μάριους Γκριγκόνις.
Επειδή τώρα ο παίχτης δε φαίνεται πουθενά στον ορίζοντα, ο μόνος που μπορεί να αναπληρώσει το κενό του πάντα αναζωογονητικού consistency στην εκτέλεση είναι ο Ρογκαβόπουλος.
Ο Ρόγκα όμως τη μία μέρα κάνει ρεκόρ τριπόντων στην GBL και την επόμενη γράφει 0/5 στην Ευρωλίγκα. Οπότε ως τώρα χαρακτηρίζεται και αυτός ως inconsistent.
Το πρόβλημα γιγαντώνεται.
Ο Οσμάν εκτελεί την τρέχουσα σεζόν με 42,5% αλλά επίσης ας μη γελιόμαστε, είναι εκ φύσεως streaky. Το 0/6 του ντέρμπι είναι μεν εκτός πραγματικότητας για φέτος, είναι όμως κάτι που δε σε εκπλήσσει και τόσο όταν συμβαίνει.
Για να είμαι ειλικρινής, μετά τη νίκη της ομάδας στο Κάουνας είχα μέσα μου μια αμφιβολία, κυρίως για τον λόγο που ήρθε. Το 13/22 είναι μια μη συνηθισμένη κατάσταση για τον Παναθηναϊκό, οπότε δύσκολα θα ξανασυμβεί.
Και αυτό από μόνο του είναι ένα πρόβλημα όταν αντιμετωπίζεις τον Ολυμπιακό.
Στα χρόνια του Μπαρτζώκα ο Ολυμπιακός τζογάρει συνεχώς με το τρίποντο, ως απόρροια της στρατηγικής επιλογής να πάει με βασικό ένα βαρύ 5 το οποίο θα ταΐσει και θα στηριχτεί πάνω του συνολικά.
Οπότε για να τον κερδίσεις πρέπει πρωτίστως να εκτελέσεις καλά στα ελεύθερα.
Αυτό το πράγμα βέβαια όρισε και το ταβάνι του ΟΣΦΠ στα 3 από τα 4 χαμένα Φ4 των τελευταίων ετών.
Η Εφές στον ημιτελικό του ’22 εκτελεί με 41,2%.
Η Ρεάλ μένει στο ματς το ’23 από ένα άντερ στον Τσάτσο το οποίο αν χαθεί αντίο, συν ένα συνολικό 36,4%.
Η Ρεάλ πάλι το ’24 εκτελεί με 44,4% σε συνήθως ελεύθερα σουτ.
Ο ίδιος ο Παναθηναϊκός στο πολυθρύλητο πλέον Game 4 του ’24 εκτελεί με 39%.
Υπάρχει pattern.
Οι Έλληνες προπονητές συνηθίζουν να “κλέβουν” λίγο παραπάνω στο συγκεκριμένο τομέα (βαφτίζοντας την όλη φάση ως drop άμυνα meets pack-the-paint κλπ, η οποία πολύ απλά δεν είναι “πραγματική άμυνα”, όπως είναι πχ το 1v1), ως απόρροια της αρχαίας πίστης ότι “τα τρίποντα μπαίνουν πιο δύσκολα από τα δίποντα”, πόσω μάλλον από αυτά που εκτελούνται όσο το δυνατόν πιο κοντά στο καλάθι.
Επίσης το παράδειγμα του ματς του 1ου γύρου στη GBL είναι εκεί. Ο ΠΑΟ χάνει κυρίως επειδή δεν εκτελεί καλά σε wide open σουτ.
Ως εκ τούτου το συμπέρασμα είναι σχεδόν αυτόματο. Πρέπει να τα βάζεις.
Ο Παναθηναϊκός έχει πέσει σε μαύρη τρύπα φέτος στο θέμα. Υπάρχει δεδομένο πρόβλημα πλέον με τα σουτ που παίρνει η ομάδα από το 4.
Ο Ιτούδης πχ δίνει κυνικά το σουτ στον Χουάντσο, με τον Ισπανό να χτίζει πολυκατοικίες. Στο ντέρμπι έχει 0/3 απολύτως ελεύθερα, τα οποία είναι κιόλας πολύ κακές εκτελέσεις, είχα PTSD από τα χρόνια που ο Καλάθης ταλαιπωρούσε την ψυχή μου στα κρίσιμα ματς.
Ωστόσο ο Ισπανός φόργουορντ είναι πολύ κομβικός στο συνολικό παιχνίδι του Παναθηναϊκού, κάτι που μεγεθύνεται από τις κακές εμφανίσεις του Μήτογλου. Στο ματς με τη Φενέρ πχ ο Αταμαν έτρεξε αρκετές δράσεις με κοψίματα του Χουάντσο. Σύμφωνοι, με τον Ολυμπιακό που είναι πάντα κάποιος μέσα στο ζωγραφιστό είναι πιο δύσκολο να το δεις, αλλά είναι εκ των ών ουκ άνευ να βρεις σκορ από εκεί.

Πάμε λίγο στην άμυνα.
Όπως είπα πριν για την προσέγγιση του Μπαρτζώκα αυτά τα χρόνια, κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με αυτή του Αταμάν.
Δεν υπάρχει κανένας λόγος να παίξεις hedge τον Γουόκαπ πχ. Κανένας.
Επίσης, ο Μιλουτίνοφ κάνει πάρτι στο short roll με αποτέλεσμα ελεύθερα σουτ που πλήγωσαν τον αντίπαλο και ο Παναθηναϊκός επιμένει στην ίδια κακή αντιμετώπισή του.
Το versatility είναι μια από τις μαγικές λέξεις που συνθέτουν το winning, θα έπρεπε να είναι κατανοητό.
Ωστόσο κρατάω μια πισινή για την όλη αντιμετώπιση, μιας και υπήρξαν φάσεις που ο αμυνόμενος πήγε να σπάσει το σκριν, αλλά λόγω έλλειψης έντασης δεν μπόρεσε εν τέλει να το πετύχει.
Και η ένταση είναι θέμα φυσικής κατάστασης και συγκέντρωσης, ότι λέμε δηλαδή εξ αρχής.
Τέλοσπαντων.
Ο Παναθηναϊκός πρέπει μπροστά να έχει ροή και πίσω ένταση, αυτός είναι ο δρόμος που θα τον πάει μακριά.
Η ροή έρχεται μέσα από το καλό spacing και το καλό spacing από το καλό σούτ.
Η ένταση έρχεται από το πόσο locked – in είναι ο προπονητής και οι παίχτες, ούτως ώστε να συμπεριφέρονται με το ανάλογο μενταλιτυ εντός των ματς.
Για να ξέρουμε τί λέμε, ο Παναθηναϊκός δε θα γίνει ποτέ η ομάδα που θα κερδίζει στους 70 πόντους ΚΑΙ ΚΑΛΩΣ δε θα γίνει τέτοια, μιας και είναι αντίθετο στις αρχές του προπονητή και του συγκεκριμένου συνόλου.
Και του σύγχρονου μπάσκετ γενικότερα.
Κάτι άλλο τώρα για τον Σόρτς. Θεωρώ λάθος το ότι ο Αταμάν τον πέταξε έξω στο ματς με τον Ολυμπιακό μετά την πρώτη κακή παρουσία του. Ο παίχτης χρησιμοποιήθηκε λάθος στην άμυνα και δυστυχώς ο Αταμαν πήγε safe, κάτι που δε μου άρεσε ως νοοτροπία, ειδικά για το συγκεκριμένο ματς.
Βλέπω αντιδράσεις στον κόσμο λες και δεν ήταν ο ίδιος παίχτης που έγραψε στο προηγούμενο εκτός έδρας παιχνίδι 15/10 (σε μια έδρα που έχανες τα τελευταία χρόνια) ή που στο προηγούμενο ματσάρισμα με τον Ολυμπιακό δεν ήταν ο καλύτερος παίχτης του ΠΑΟ.
Με τον Σλούκα να μην είναι σε καλή κατάσταση, ο Αταμάν έπρεπε να τον παίξει παραπάνω. Εύχομαι να δούμε μια διαφορετική συνέχεια, βάσει και των αναφορών που προκύπτουν από τις προπονήσεις ως προς την εξαιρετική κατάσταση του παίχτη τη δεδομένη περίοδο.
Από δω και πέρα τώρα ο Παναθηναϊκός έχει μια σειρά από must win παιχνίδια, ειδικά μετά το βάρος που έβαλε ο ίδιος στον εαυτό του με τα κενά διαστήματα στο παιχνίδι με τον Ολυμπιακό που έδωσαν τη νίκη στην ομάδα του Πειραιά (χωρίς βέβαια να υποτιμώ την πολύ καλή εμφάνιση παιχτών όπως ο Ντόρσεϊ, ο Μιλουτινοφ και ο Βεζένκοφ).
Αυτό που “κατάφερε” είναι να παίζει με το μαχαίρι στο λαιμό καθώς μία εκτός προγράμματος ήττα θα είναι αρκετή πλέον για να γίνει Κούγκι.
Έτσι είναι, έτσι πάει.
Από την άλλη βέβαια το παρελθόν διδάσκει ότι αυτό το σύνολο αποδίδει καλύτερα υπό πιο ακραίες συνθήκες.
Ήρθε η ώρα να το επιβεβαιώσει ξανά.



































































































