Μετά την ονειρική διαβολοβδομάδα του Δεκέμβρη με τις δύο νίκες του Παναθηναϊκού επί των Φενερ και Χάποελ έγραφα σε αυτή εδώ την ιστοσελίδα ότι η ομάδα του Άταμαν είχε βάλει στέρεες βάσεις για να διεκδικήσει το πλεονέκτημα έδρας.
Αυτό έλεγε η κοινή λογική τότε με βάση τη βαθμολογική θέση και το πρόγραμμα που ακολουθούσε.
Συνιστούσα όμως και αυτοσυγκράτηση παράλληλα επισημαίνοντας ότι “η Ευρωλίγκα έχει πολύ δρόμο μέχρι τον Απρίλη και οι βεβαιότητες εύκολα μπορούν να γκρεμιστούν σε αυτό το διάστημα“.
Η νίκη στο παραδοσιακά «αφιλόξενο» Κάουνας που ακολούθησε έδειχνε να επιβεβαιώνει την άποψη ότι το τρένο είχε μπει για τα καλά στις ράγες, αλλά …4 rounds later ο Παναθηναϊκός βρίσκεται βαθμολογικά με την πλάτη στον τοίχο.
Το 1-3 σε αυτό το διάστημα με δύο ήττες στην έδρα του από Ολυμπιακό και Αρμάνι και άλλη μία σε μία θεωρητικά εύκολη έδρα, αυτή της Μπάγερν, τον έφεραν σε θέση αουτσάιντερ για την 4αδα ενώ –θεωρητικά– θέτουν εν αμφιβόλω ακόμα και ένα πλασάρισμα στην τελική 6αδα ή 8αδα.
Υπερβολή, καταστροφολογία ή ρεαλισμός; Υπάρχει γυρισμός ή θα χρειαστεί κάποιου είδους θαύματος για να αναστραφεί η αγωνιστική εικόνα του Γενάρη;
Ο Παναθηναϊκός απέχει δύο νίκες από την πρώτη θέση, αλλά και δύο νίκες από την ενδέκατη αυτή τη στιγμή. Το πρόγραμμά του από εδώ και στο εξής δεν είναι και το πιο εύκολο (αν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως εύκολο πρόγραμμα στην Ευρωλίγκα, όπως έδειξαν και τα πρόσφατα χαστούκια στην έδρα του).
Μοιάζει δύσκολο να εξηγήσει κανείς πως η ίδια ομάδα που νίκησε τη Φενερ στην Πόλη και δύο μέρες αργότερα νίκησε εμφατικά την πρωτοπόρο Χάποελ στο ΟΑΚΑ (aka T-Center), έφτασε να απεμπολήσει πλήρως το πλεονέκτημα της πάλαι ποτέ έδρας – απόρθητου κάστρου σε δύο συνεχόμενα ματς και μετά να χάσει και από την Μπάγερν.
Δικαιολογίες υπάρχουν φυσικά.
Η γρίπη πριν από το ματς με τον Ολυμπιακό που έβγαλε αρκετούς παίκτες από τη φόρμα τους και την ομάδα από το ρυθμό της. Ο τραυματισμός του Ναν που οδήγησε στην απουσία του από το ματς του Μονάχου. Αυτοί είναι παράγοντες που σίγουρα έπαιξαν κάποιον ρόλο σε αυτά τα αποτελέσματα.
Από μόνοι τους ωστόσο δεν φτάνουν για να εξηγήσουν την απότομη πτώση στην απόδοση της ομάδας από την αρχή της νέας χρονιάς. Ούτε αρκούν για να κρύψουν κάτω από το χαλί τις βαθύτερες αιτίες που καθιστούν την απόδοση ενός ρόστερ 30+ εκατομμύριων τόσο ευάλωτη σε αναποδιές (τις οποίες αντιμετωπίζουν όλες οι ομάδες για να είμαστε ειλικρινείς).
Πχ. δεν γίνεται ο Παναθηναϊκός να φέρει ως δικαιολογία την απουσία του Ναν για την ήττα του από τη μετριότατη Μπάγερν Μονάχου σε μια έδρα παραδοσιακά φιλόξενη για αυτόν (οι οπαδοί του ακούγονταν και φέτος περισσότερο από τους οπαδούς των γηπεδούχων).
Που οφείλεται, λοιπόν, το roller coaster στη φετινή απόδοση της ομάδας από την αρχή της σεζόν;
Τα αίτια ως συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πολυπαραγοντικά.
Ο κόουτς Άταμαν έκανε δεδομένα κάποιες επιλογές στην στελέχωση του ρόστερ το καλοκαίρι που είχαν σοβαρά ερωτηματικά. Ένα ερωτηματικό ήταν η επιλογή του Σορτς για να καλύψει τη θέση του βασικού PG. Για τον Σορτς τα έχω πει αρκετές φορές αναλυτικά (πιο πρόσφατα εδώ) και δεν έχει νόημα να επαναλαμβάνομαι.
Η ουσία της κουβέντας είναι ότι μέχρι στιγμής δεν εξυπηρετεί τον ρόλο για τον οποίο ουσιαστικά αποκτήθηκε, δηλαδή αυτόν του ενός εκ των δύο βασικών PG.
Η λογική της μεταγραφής του δεν ήταν να έλθει για να παίζει ως ένα αξιοπρεπές 4ο γκαρντ, αλλά για να πάρει σημαντικό κομμάτι από το βάρος της οργάνωσης πάνω από τους ώμους του 36χρονου Κώστα Σλούκα ώστε η καλή λειτουργία της επίθεσης να μην εξαρτάται αποκλειστικά από τον τελευταίο.
Αυτό δεν το βλέπουμε να συμβαίνει μέχρι στιγμής. Αντίθετα ο Παναθηναϊκός παραμένει εξαρτημένος από τον Σλούκα πιο πολύ από ποτέ.
Το άλλο μεγάλο ερωτηματικό ήταν η επιμονή (ή μήπως εμμονή) του κοουτς στον Γιουρτσεβεν. Για το καλοκαίρι ο Αταμαν έχει τη δικαιολογία ότι του είχαν υποσχεθεί επιστροφή του Λεσορ τον Νοέμβρη, οπότε θεώρησε τον Ομερ OK για τρίτη λύση. Δεν έχει όμως καμία δικαιολογία για την απόφαση του να κρατήσει τον παίκτη τον Δεκέμβρη ως βασική λύση όταν θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί το out στο συμβόλαιο του. Ειδικά από τη στιγμή που τα προβλήματα της ομάδας και η ανάγκη για διαφορετικού τύπου σέντερ ή για ένα 4/5αρι είχαν φανεί εμφατικά όλους τους προηγούμενους μήνες.
Τα ερωτηματικά στο στήσιμο του ρόστερ μετατράπηκαν σε προβλήματα σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες προϊούσης της σεζόν, όπως η έλλειψη σωστής καλοκαιρινής προετοιμασίας, η επ’ αόριστον αναβολή της επιστροφής του Λεσορ στα γήπεδα, και οι τραυματισμοί άλλων παικτών (Χολμς, Όσμαν) που τους αφήσαν για σημαντικό διάστημα εκτός κατά τη διάρκεια του πρώτου γύρου.
Η κατακόρυφη αγωνιστική πτώση της ομάδας από τις αρχές του χρόνου μοιάζει να είναι μια συσσωρευμένη συνέπεια όλων αυτών των παραγόντων.
Όταν μαζεύονται πολλές αναποδιές οι ομάδες καταφεύγουν στις σταθερές τους για να τις αντιμετωπίσουν. Είναι δύσκολο να βρεις όμως κάποια σταθερά στον φετινό ΠΑΟ ως ομάδα, αφού δεν διακρίνεται σε κανένα κομμάτι του παιχνιδιού, ούτε στην επίθεση ούτε στην άμυνα.
Η μόνη σταθερά του μοιάζει να είναι ο Σλούκας. Πιο σωστά η εξάρτηση από αυτόν.
Για όσο ο Σλούκας βγήκε μπροστά και κουβάλησε τον Νοέμβρη και τον Δεκέμβρη η ομάδα είχε ένα καλό ρεκόρ χωρίς να θαμπώσει φυσικά με την σταθερότητα της σε υψηλή απόδοση. Ο Σλούκας όμως κάνει τώρα την αναμενόμενη αγωνιστική κοιλιά του (και επιβεβλημένη θα έλεγα, ειδικά αν αναλογιστούμε ότι έχει και ένα ευρωμπάσκετ στην πλάτη του).
Το κακό φεγγάρι του σε συνδυασμό με την αδυναμία του Σορτς να ανταποκριθεί σταθερά σε ρόλο οργανωτή που θα κρατάει την επιθετική λειτουργία σε υψηλά επίπεδα απόδοσης έχει οδηγήσει την γενικότερα μέτρια φέτος επίθεση του ΠΑΟ σε ελεύθερη πτώση. Στα 4 ματς που έχει παίξει η ομάδα από την αρχή της νέας χρονιάς το ORTG έχει καταβαραθρωθεί στο κάκιστο 110.42, ενώ το DRTG έχει μείνει σταθερό στα γνωστά μετριόκακα επίπεδα (115.79).
No Sloukas στην οργάνωση, no party στην επίθεση, θα έλεγε κανείς.
Ο φετινός Παναθηναϊκός δεν είναι ούτε two-way ούτε one-way ομάδα, και αυτό είναι πολύ σοβαρό πρόβλημα!
Πόσο αισιόδοξοι μπορούμε να είμαστε ότι αυτή η ομάδα θα μπορέσει να επανέλθει άμεσα στα υψηλά αγωνιστικά στάνταρντ που είδαμε στην διαβολοβδομάδα του Δεκέμβρη; Θα συνεχιστεί το roller coaster στην απόδοση ή έχει αρχίσει κάποια μη αναστρέψιμη πτώση;
Ή, για να το θέσω αλλιώς, τί πρέπει να κάνει ο κόουτς για να επαναφέρει, αλλά και να σταθεροποιήσει την ομάδα σε υψηλά αγωνιστικά στάνταρντς στην τελική ευθεία της σεζόν;
Καταρχάς θέλω να ξεκαθαρίσω ότι οι άναρθρες κραυγές για απομάκρυνση του Άταμαν εν μέσω της σεζόν δεν έχουν κανένα νόημα και καμία λογική. Όχι μόνο γιατί δεν υπάρχει διαθέσιμος κανείς καλύτερος για να τον αντικαταστήσει (για όσους φαντιασιώνονται επιστροφή Ζοτς θα θυμίσω απλώς ότι δεν αναλαμβάνει ποτέ ομάδες στη μέση της σεζόν), αλλά και γιατί δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος καταλληλότερος να αναστρέψει αυτήν την κατάσταση από τον ίδιο.
Επίσης, όσο κι αν ακούγεται κλισέ, καμία χρονιά δεν χάθηκε ή τελείωσε Γενάρη μήνα, ειδικά όταν μια ομάδα διαθέτει τόση ποιότητα σε ρόστερ και προπονητικό τημ και ενώ βρίσκεται ακόμη μέσα στο παιχνίδι της εξάδας βαθμολογικά.
Μπορεί η αγωνιστική εικόνα και τα δομικά θέματα της ομάδας να μην εμπνέουν αισιοδοξία, αλλά μόνον κάποιος επιπόλαιος θα ξέγραφε αυτό το ρόστερ και αυτόν τον προπονητή που έχουν δείξει και στο παρελθόν ότι μπορούν να βρουν τον τρόπο όταν βρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο.
Ωστόσο, πέρα από τα όποια ευχολόγια ή τη διάθεση για πίστη στις ικανότητες της ομάδας, υπάρχει και η πραγματικά που λέει ότι κάποια θέματα πρέπει να αντιμετωπιστούν head on από τον κόουτς, αν θέλει να αλλάξει ουσιαστικά η εικόνα της ομάδας του άμεσα.
Ο Άταμαν έχει και το μαχαίρι και το καρπούζι, και, το κυριότερο, έχει την υποχρέωση να βρει τρόπο να λύσει ή τουλάχιστον να μακιγιάρει αποτελεσματικά τα προβλήματα.
Το πρώτο που οφείλει να κάνει, πέρα από οπαδικές φαντασιώσεις για παιχταράδες που θα έλθουν από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού για να λύσουν με μαγικό τρόπο όλα τα θέματα, είναι να αρχίσει επιτέλους να αξιοποιεί καλύτερα το υπάρχον υλικό σε σταθερή βάση.
Η διαχείριση του ματς με την Μπάγερν ανέδειξε για άλλη μια φορά ότι αυτό παραμένει το πρώτο και βασικότερο πρόβλημα της ομάδας φέτος.
Πολλοί εστίασαν στο χαμένο ελεύθερο τρίποντο του Χουάντσο με το οποίο το ματς θα μπορούσε να έχει έλθει στα ίσα στην crunch time, αλλά αυτή είναι κατά τη γνώμη μου μια πρόχειρη προσέγγιση του αγώνα που αγνοεί το πιο κομβικό ερώτημα, δηλαδή πώς και γιατί το ματς έφτασε εκεί.
Διότι, όποιον επαγγελματία παίκτη και να ρωτήσετε, θα σας διαβεβαιώσει ότι δεν υπάρχει τίποτα αφύσικο στο να χάσει ένας streaky σουτέρ ένα ελεύθερο τρίποντο ένα λεπτό πριν το τέλος του αγώνα. Ειδικά όταν έχει παίξει 30′ στο ματς, εκ των οποίων τα 20′ συνεχόμενα σε όλο το 3ο και 4ο δεκάλεπτο, με αποτέλεσμα το γαλακτικό οξύ του να έχει πιάσει κόκκινα όταν παίρνει το σουτ.
Το “πρέπει να μπουν αυτά τα σουτ” είναι πιο πολύ wishful thinking παρά λογική και αυτονόητη απαίτηση υπό τέτοιες συνθήκες.
Οι αθλητές δεν παίζουν στο playstation και δεν είναι μηχανές. Και οι κλειστοί αγώνες χάνονται ή κερδίζονται με βάση του πως χτίζεται το μομέντουμ ως συνέπεια της διαχείρισης του υλικού κατά την εξέλιξη του ματς.
Ο Άταμαν, λοιπόν, στο Μόναχο απεμπόλησε κάθε μομέντουμ στο κλείσιμο του αγώνα με το φοβικό κοουτσάρισμα του σε όλο το 3ο και 4ο δεκάλεπτο, όταν και επέλεξε να «λιώσει» τους βασικούς του παίκτες (Χουάντσο 20′, Γκραντ 20′, Όσμαν 19′, Χολμς 17′, οι χρόνοι που έπαιξαν στο δεύτερο ημίχρονο).
Ο Σαμοντούροβ που ήταν εξαιρετικός στα 9′ που έπαιξε στο πρώτο ημίχρονο δεν πάτησε δευτερόλεπτο στο παρκέ στο δεύτερο για να δώσει κάποιες απαραίτητες ανάσες στον Χουάντσο. Το αβίαστο ερώτημα που προκύπτει φυσικά είναι γιατί; Αγωνιστικά δεν βγάζει κανένα νόημα. Αλλά και σε επίπεδο γενικότερης διαχείρισης του παίκτη δεν βγάζει νόημα.
Ο κόουτς είναι γνωστός για την τάση του να επιβραβεύει αυτούς που παίζουν καλά αφήνοντας τους στο παρκέ περισσότερη ώρα. Εδώ δεν το έκανε. Εκτός από κακό στην ομάδα στον συγκεκριμένο αγώνα, το ερώτημα είναι και τι μήνυμα στέλνει στον 20χρονο Σαμο μια τέτοια διαχείριση.
Αν στο επόμενο ματς ο Σαμο μπει και χάσει δύο σουτ είναι βέβαιο ότι ο Αταμαν θα τον τραβήξει αμέσως στον πάγκο και δεν θα τον ξαναβάλει. Πώς ακριβώς γαλουχεί έναν παίκτη όμως όταν τον διαχειρίζεται έτσι; Πώς ακριβώς βοηθάει στην ψυχολογία και εξέλιξη του παίκτη ο συνδυασμός φοβική διαχείρισης όταν είναι καλός και τιμωρητικής διαχείρισης όταν δεν είναι καλός από τον κόουτς;
Εκτός του Σάμο είδαμε και τον Καλαϊτζάκη να παίζει για 3′ στο πρώτο ημίχρονο και να μην πατάει ξανά στο παρκέ. Όταν η ομάδα αδυνατούσε να δώσει μισό στοπ στο 4ο δεκάλεπτο, ο κόοουτς προτίμησε να βάλει τον …Γκριγκόνις για να αναζητήσει λύση στην επιθετική δυστοκία. Η μόνη απάντηση στην άμυνα με αλλαγές του Πέσιτς που είχε ο κόουτς ήταν ο Γκριγκόνις.
Είναι μια κίνηση ενδεικτική της τρικυμίας στη διαχείριση του ρόστερ, απόρροια της επιμονής του Άταμαν να επιδιώκει να πάρει τα κλειστά ματς από την επίθεση.
Ο Γκριγκόνις είναι ένας παίκτης σκιά του παλιού (καλού) του εαυτού, εκτός ομάδας ουσιαστικά, χωρίς κανέναν ρόλο και αγωνιστικό ρυθμό. Δεν παίζει καν στο Ελληνικό πρωτάθλημα για να βρει ρυθμό ώστε να μπορεί να λογίζεται ως λύση. Με ποια λογική (του παραλόγου), λοιπόν, επιλέχθηκε αυτός ο παίκτης όταν το ματς ήταν στην κόψη του ξυραφιού στην τέταρτη περίοδο με τον Παναθηναϊκό να έχει χάσει το προβάδισμα;
Πρόκειται κυριολεκτικά για μια επιλογή τυχαιότητας χωρίς καμία μπασκετική λογική που μάλλον δείχνει την έλλειψη καθαρού μυαλού από τον κόουτς σε αυτό το σημείο. Η μόνη «λογική» αυτής της κίνησης ήταν το «μπας και μου κάτσει». Δηλαδή τον βάζω μήπως καταφέρει να βάλει κανά τρίποντο επειδή πριν δύο χρόνια, δηλαδή προ τραυματισμού, θυμάμαι ότι ήταν σταθερά μου στην επίθεση. Μιλάμε για έναν παίκτη που τώρα βρίσκεται δύο ταχύτητες κάτω από το επίπεδο της Ευρωλίγκας και που δεν μπορεί να μαρκάρει στην άμυνα ή να περάσει στην επίθεση όχι αντίπαλο αλλά ούτε κώνο. Κυριολεκτικά.
Ο Παναθηναϊκός δεν έχασε το ματς επειδή ήταν άτυχος που ο Ομπστ έβαλε μεγάλα σουτ υπό πίεση ενώ ο Χουαντσο έχασε το ελεύθερο τρίποντο. Ο Ομπστ έπαιξε 24′ στο ματς μοιρασμένα ορθολογικά στις 4 περιόδους, με αποτέλεσμα να έχει αρκετή ενέργεια στην crunch time για να βάλει αυτά τα σουτ. Σουτ που είναι δικά του, αφού φέτος εκτελεί με 43% σε contested 3s!
Luck had nothing to do with it. Ήταν όλα θέμα σωστής διαχείρισης!
Αν ο Ομπστ πχ. είχε παίξει 32′ στο ματς, εκ των οποίων 20′ συνεχόμενα στο δεύτερο ημίχρονο, είναι πολύ πιθανό να μην είχε τις απαιτούμενες αναπνοές για να βάλει τέτοια μεγάλα σουτ πάνω σε άμυνα παρότι είναι δεινός σουτερ και όχι streaky. Aλλά, ως φαίνεται, ο Πέσιτς εμπιστεύεται περισσότερο το φτηνό ρόστερ της Μπάγερν από ό,τι ο κόουτς Άταμαν το πανάκριβο ρόστερ της δικής του ομάδας.
Έτσι εξηγείται άλλωστε και το γεγονός ότι εν τη απουσία του Ναν και με τους Σλούκα και Σορτς να βρίσκονται σε κακή βραδιά, ο Τολιόπουλος δεν πάτησε ούτε δευτερόλεπτο στο παρκέ.
Και για να μην υπάρχει κάποια παρανόηση δεν ανήκω σε αυτούς που πιστεύουν ότι ο Τολιόπουλος μπορεί ή αξίζει να έχει σταθερό ρόλο και χρόνο στο ροτέισον στην Ευρωλίγκα, όπως ισχυρίζονται όσοι λειτουργούν με τη λογική “ο καλύτερος παίκτης είναι αυτός που δεν βάζει ο προπονητής”.
Διαφωνώ πλήρως με αυτήν την λογική.
Πιστεύω όμως ότι σε κάποια ματς, όπως στο Μόναχο, ο Τολιόπουλος έχει την ποιότητα να βοηθήσει και αξίζει μια ευκαιρία να δείξει αν μπορεί όντως να το κάνει από τη στιγμή που λείπει ο βασικός σκόρερ της ομάδας στα γκαρντ και οι δύο βασικοί PG δεν δίνουν λύσεις. Και μάλιστα όταν ο αντίπαλος έχει μια περιφερειακή γραμμή χωρίς τρομερή αθλητικότητα.
Με λίγα λόγια, σε κανένα μπασκετικό σύμπαν δεν γίνεται να αποτελεί λύση ανάγκης ο παροπλισμένος Γκριγκόνις σε ένα τέτοιο ματς, αλλά όχι ο Τολιόπουλος.
Για τη χθεσινή ήττα λοιπόν δεν ευθύνεται ούτε η τύχη της Μπάγεν ούτε ή ατυχία του Παναθηναϊκού. Ευθύνεται πρωτίστως η κάκιστη διαχείριση του κόουτς που δυστυχώς είναι συχνά επαναλαμβανόμενο φαινόμενο τη φετινή σεζόν και υποδηλώνει τη σοβαρή δυσκολία που έχει στη σωστή διαχείριση ενός μεγάλου ρόστερ.
Όπως έγραψα και στο τουίτερ πριν κάποιες εβδομάδες ο Αταμάν πρέπει να αγαπήσει το υλικό του, να αφήσει στην άκρη τις εμμονές του, και να αλλάξει προσέγγιση τόσο σε θέματα τακτικής όσο και διαχείρισης των παικτών του.
Τα mind games και το ροτέισον «τροχός της τύχης» έχουν δείξει το ταβάνι τους πλέον ως πρακτικές και είναι ώρα για πιο ορθολογικές λύσεις που θα εμπεριέχουν αρκετή αυτοκριτική, αλλά και αγωνιστική στόχευση.
Μερικές προτάσεις ως προς αυτό με βάση σκέψεις και κουβέντες που κάνουμε στην ομάδα του thehateful8.gr:
- Χρησιμοποίηση του Σορτς ως βασικού χειριστή για περισσότερη ώρα σε σχήματα που να μπορούν να τρέξουν στην επίθεση και να του παρέχουν κάλυψη στην άμυνα. Ο μεγαλύτερος ρόλος στον Σορτς συνεπάγεται κατά τη γνώμη μου και αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας της επίθεσης στο σετ. Βασικά περισσότερη κίνηση μέσα από ποικιλία δράσεων, πχ. Iverson loops, ghost screens, gortat screens, off-ball screens, dribble hand-offs, cuts κλπ., ώστε ο Σορτς να μην εγκλωβίζεται στην ντροπ αντιμετώπιση των αντιπάλων. Σε τέτοιο επιθετικό πλαίσιο διέπρεψε πέρσι ο παίκτης, όχι σε μια spread pnr επίθεση που απαιτεί από τον χειριστή να μπορεί να ανοίγει και ο ίδιος το γήπεδο με τη μακρινή εκτέλεσή του, δηλαδή να είναι ο ίδιος κομβικό κομμάτι του spacing. Αυτό ο Σορτς δεν μπορεί και δεν θα το κάνει ποτέ.
- Πιο σταθερή χρησιμοποίηση του ΠΚ σε συγκεκριμένα σχήματα, ώστε η ομάδα να έχει καλύτερη αμυντική ισορροπία κατά τη διάρκεια των ματς.
- Χρησιμοποίηση των Ρογκαβόπουλου και Οσμαν μαζί στο 3-4, με τον Ρόγκα να παίζει στο 4 στην επίθεση και να μαρκάρει το αντίπαλο 3αρι στην άμυνα, με στόχο τον περιορισμό του προβλήματος του streakiness στο σουτ από τη θέση 4. Ο Ρογκα θέλει χρόνο στο παρκέ και εμπιστοσύνη για να βρει το range του. Από τη στιγμή που δεν έρχεται παίκτης στο 4 με καλό σουτ και για να μην καεί εντελώς ο Χουάντσο, είναι η μόνη εφικτή λύση που βλέπω για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα εκ των έσω.
- Σταθεροποίηση του δίδυμου Χολμς – Φαρίντ στο 5 με χρήση του Γιουρτσέβεν αυστηρά ως τρίτου ψηλού που θα παίζει περιορισμένα λεπτά και μόνο όταν ο αντίπαλος θα επιτρέπει την παρουσία του στο παρκέ.
Ο Παναθηναϊκός δεν αναζητεί κάποιο θαύμα για να αλλάξει το αγωνιστικό του πρόσωπο προς το καλύτερο ξανά. Αυτό που έχει ανάγκη είναι κοινή μπασκετική λογική στην ανάγνωση των προβλημάτων του, πρωτίστως από τον προπονητή του.
Δεν έχει χάσει τίποτα ακόμα, εκτός από την πολυτέλεια να συνεχίσει ο κόουτς να επαναλαμβάνει πεισματικά τα ίδια λάθη στη διαχείριση του υλικού του. Σε αυτά τα λάθη οφείλονται εν πολλοίς τα σκαμπανεβάσματα στην απόδοση της ομάδας όλη τη σεζόν, και είναι αυτά τα λάθη που οδήγησαν στις τελευταίες οδυνηρές ήττες, οι οποίες πλέον απαγορεύεται να επαναληφθούν.
Ο Άταμαν είναι ο κατεξοχήν τύπος για τα δύσκολα γιατί παίρνει κίνητρο από αυτό. Επίσης αξίζει την εμπιστοσύνη και τη στήριξη του κόσμου ακόμα και όταν κάνει λάθη γιατί την έχει κερδίσει με όσα έχει καταφέρει αυτά τα δύομιση χρόνια στην ομάδα. Αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο.
Θα πρέπει όμως πρώτα από όλα να βοηθήσει ο ίδιος τον εαυτό του, καθαρίζοντας το μυαλό του και δείχνοντας το απαιτούμενο θάρρος για να βγει από την comfort zone του. Είναι αναγκαίο να το κάνει αν δεν θέλει να διακινδυνεύσει να αμαυρωθεί το λέγκασι που έχει χτίσει κάνοντας μια καταστροφική χρονιά.
Αν επιμένει να απαιτεί από τον Σορτς να τρυπήσει τοίχους μετά από ένα απλό σκρην, ή από τον Χουάντσο και τον Ντίνο να σουτάρουν με 40% έκαστος από τις γωνίες, ή από τον Γιουρτσέβεν να καλύπτει τον Σορτς και τον Σλουκα στην ίδια πεντάδα, τότε είναι ορατός ο κίνδυνος να δει όχι μόνο το Φ4 αλλά και τα πλει-οφ από την τηλεόραση του σπιτιού του.
Και αυτό δεν αξίζει ούτε στον Παναθηναϊκό ούτε στον ίδιο.


































































































