Φαντάζομαι ότι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο όλοι έχουν ακούσει την περίφημη φράση από τον “Αλχημιστή” του Coelho: Αν θέλεις κάτι πραγματικά πολύ, το σύμπαν συνωμοτεί για να το πετύχεις.

Φαντάζομαι επίσης ότι οι περισσότεροι κατανοούν πόσο αφόρητα γραφική και ανόητη είναι στην πραγματικότητα αυτή η φράση.

Ειδικά εμείς οι οπαδοί του μπασκετικού Παναθηναϊκού.

Αν ίσχυε η χαζομαρίτσα του Coelho δεν θα περιμέναμε 12 χρόνια για να ξαναπάμε στο Φ4 και 13 για να ξαναδούμε κούπα.

Το θέλαμε πολύ το 2013. Το θέλαμε σαν τρελοί το 2017 και το 2018, αλλά το σύμπαν μας έγραψε εκεί που δεν πιάνει ήλιο (σε συμπαντικούς όρους πάντα) και απολαύσαμε τα τεκταινόμενα των Φ4 από τον καναπέ μας.

Τα 12 χρόνια απουσίας από το Φ4 και τα 13 της απουσίας από την κορυφή της Ευρώπης για τον σύλλογο που ήταν ο πιο καλομαθημένος να σηκώνει κούπες κάθε λίγο και λιγάκι στην πρώτη δωδεκαετία του 21ου πρώτου αιώνα ήταν πάρα πολλά.

Βασανιστικά πολλά.

Ο ΠΑΟ σήκωσε ούτε ένα, ούτε δύο, ούτε τρία, αλλά πέντε ευρωπαϊκά μέσα σε 12 χρόνια από το 2000 έως το 2011.

Και μετά σιωπή (που λέει και το γνωστό άσμα).

Ακολούθησαν 12 χρόνια απουσίας από τα Φ4 και αυξομειούμενης μιζέριας.

Μιας μιζέριας που όσο περνούσε ο καιρός, όσο πιο πολύ οι πράσινοι οπαδοί ζούσαν μόνο με τις αναμνήσεις ενός ένδοξου παρελθόντος που γινόταν όλο και πιο μακρινό, έμοιαζε να πνίγει όλο και περισσότερο το πιο ένδοξο τμήμα του συλλόγου.

Ο covid και το παρκάρισμα αποτέλεσαν την απόλυτη αποκορύφωση της μιζέριας. Ο Παναθηναϊκός των πάλαι ποτέ έξι αστεριών έπιασε τον απόλυτο πάτο.

Κυριολεκτικά πάτο. Πιο κάτω δεν πήγαινε.

Και κάπου εκεί που μας είχε πνίξει η απελπισία επιβεβαιώθηκε ένα άλλο γνωστό ρητό: Το πιο βαθύ σκοτάδι είναι λίγο πριν την αυγή.

Η εκτόξευση μέσα σε μία αγωνιστική σεζόν από τον πάτο της 17ης θέσης στην κορυφή του έβδομου αστεριού είναι μια ανεπανάληπτη ιστορία που όμοιά της δύσκολα θα ξαναγραφτεί

Για να χρησιμοποιήσω την πολύ εύστοχη ατάκα του Κώστα Σλούκα, δεν υπάρχει πιο όμορφη ιστορία από αυτή.

Το έβδομο ευρωπαϊκό αστέρι του Παναθηναϊκού ήταν το πιο απρόσμενο, το πιο δύσκολο, και γι’αυτό ακριβώς το πιο γλυκό.

Και είναι το πιο γλυκό, όχι μόνο γιατί αποτελεί έναν μοναδικό άθλο στην ιστορία της Ευρωλίγκας, αλλά και γιατί ήλθε σαν βάλσαμο να γιατρέψει πίκρες 12 χρόνων.

Θα μου πεις κανείς, συγκρίνονται ρε φίλε τα ευρωπαϊκά;

Η αλήθεια είναι ότι δεν πρέπει να συγκρίνονται, γιατί το καθένα έχει τη μοναδικότητα του.

Το πρώτο στο Παρίσι θα είναι πάντα το πρώτο. Αυτό που άνοιξε το δρόμο δίνοντας μας πρωτόγνωρη χαρά. We will always have Paris!

Το δεύτερο στη Θεσσαλονίκη ήταν αυτό που μας έδωσε την αίσθηση της καθιέρωσης. Τη χαρά ότι δεν ήμασταν διάττοντες αστέρες, αλλά ότι ανεβήκαμε στην κορυφή με σκοπό να επιστρέφουμε εκεί συχνά.

Το τρίτο στην Μπολόνια ενίσχυσε αυτήν την αίσθηση και θα το θυμόμαστε ως το πιο μάγκικο. Η χαρά του να νικάς μέσα στην έδρα του αντιπάλου ως αουτσάιντερ δεν περιγράφεται (ναι, υπάρχουν και ομάδες που δεν κλαίγονται επειδή παίζουν τελικό Ευρωλίγκας στην έδρα του αντιπάλου).

Στο τέταρτο στην Αθήνα, στη δική μας έδρα αυτή τη φορά, η πρόκληση ήταν να επιβεβαιώσουμε τον τίτλο του φαβορί. Η χαρά αυτής της επιβεβαίωσης ήταν εξίσου μεγάλη και όποιος θεωρεί ότι αυτό ήταν το πιο εύκολο ευρωπαϊκό ας γυρίσει στην προηγούμενη παράγραφο να ρωτήσει τη Μπολόνια.

Στο πέμπτο στο Βερολίνο η χαρά της κατατρόπωσης του αιώνιου αντιπάλου στον ημιτελικό σε συνδυασμό με την κούπα έκαναν τη διαφορά. Μία κούπα που ήταν και πάλι must win, καθώς ο Παναθηναϊκός κατέβηκε με ρόστερ όνειρο και κάθε τι πλην του τίτλου θα είχε θεωρηθεί αποτυχία.

Αλλά στο Βερολίνο ο Παναθηναϊκός δεν γίνεται να αποτύχει, όπως όλοι γνωρίζουν πλέον

Στο έκτο στη Βαρκελώνη οι λόγοι να νιώσεις περήφανος ήταν περισσότεροι από ένας. Για πολλούς ο Παναθηναϊκός κατέκτησε την Ευρωλίγκα τη μέρα που απέκλεισε την σούπερ Μπαρτσελόνα του Τσάβι Πασκουάλ στα playoff. Την ομάδα που προαλειφόταν να σηκώσει την κούπα στην έδρα της.

Τελικά τη σηκώσαμε εμείς αντ’ αυτών στο σπιτάκι τους και στρογγυλοκαθήσαμε στην κορυφή του μπασκετικού Ολύμπου.

Και μετά σιωπή, όπως είπα και πριν.

Αντί για χαρές και κορυφές, πίκρες και μιζέρια με μικρές μόνο αναλαμπές επί 12 συναπτά έτη. Μέχρι το Βερολίνο 2024.

Μόνο ο Παναθηναϊκός και ο σοβιετικός στρατός μπορούν να περηφανεύονται ότι στο Βερολίνο νιώθουν σαν στο σπίτι τους

Η νίκη έχει πολλούς πατεράδες, ενώ η ήττα είναι ορφανή ως γνωστόν.

Και η αλήθεια είναι ότι αυτή η τεράστια νίκη του Παναθηναϊκού. Αυτό το τεράστιο come back στη φυσική του θέση, την κορυφή της Ευρώπης, έχει όντως πολλούς πατεράδες.

Παραδόξως για τα Παναθηναϊκά δεδομένα της τελευταίας δωδεκαετίας θα ξεκινήσω από τη διοίκηση.

Στον ιδιοκτήτη της ΚΑΕ έχω καταλογίσει ουκ ολίγα κατά καιρούς μέσα από τα κείμενα μου για τον τρόπο που έβλαπτε την ομάδα με τον τρόπο που τη διαχειριζόταν. Δεν παίρνω τίποτα από αυτά πίσω, γιατί θεωρώ ότι είχα απόλυτο δίκιο σε όσα στραβά επισήμαινα.

Μεγαλύτερη απόδειξη για αυτό θεωρώ την τωρινή επιτυχία της ομάδας που δεν οφείλεται σε τίποτα άλλο παρά στο γεγονός ότι ο διοικητικός ηγέτης αποφάσισε να κάνει πολλά από τα βασικά και αυτονόητα για τα οποία πολλοί φωνάζαμε χρόνια τώρα.

Κάλλιο αργά πάρα ποτέ.

Και επειδή είμαστε πάνω από όλα δίκαιοι ακόμα και με αυτούς που μας χωρίζει ιδεολογικό χάσμα εκτός των αθλητικών πραγμάτων, θα πω ευθέως ότι δικαιωματικά παίρνει τα εύσημα για αυτή τη ριζική μεταμόρφωση και αναδιοργάνωση του τμήματος σε απολύτως επαγγελματικά πρότυπα.

Αυτό το ευρωπαϊκό είναι δικό του έργο πρωτίστως

Από κει και πέρα η εξέλιξη της φετινής σεζόν στον ΠΑΟ έχει σχεδόν μυθικές διαστάσεις αν αναλογιστεί κανείς τις συγκυρίες που μας έφεραν από το μηδέν στην κορυφή.

Πρώτη και καλύτερη η επιλογή του κόουτς Ataman

Μια επιλογή που είχε μεγάλο ρίσκο με τα δεδομένα του Παναθηναϊκού της προηγούμενης δωδεκαετίας.

Από τη μία ένας τύπος που δεν φοβάται να υποσχεθεί τον ουρανό με τα άστρα από την πρώτη μέρα και από την άλλη ένας εκρηκτικός ιδιοκτήτης, γνωστός για την έλλειψη υπομονής και τις παρορμητικές αντιδράσεις του μετά από ατυχή αποτελέσματα με θύμα τους προπονητές.

Εκ των υστέρων και βάσει αποτελέσματος είναι εύκολο να λέμε ότι ήταν η σωστή επιλογή τελικά, αλλά με βάση τα τότε δεδομένα το μείγμα έμοιαζε εκρηκτικό και ήταν στα όρια της αφέλειας να αγνοεί κανείς τους κινδύνους που ελλόχευαν.

Άγνοια του κινδύνου είχε και ο Ataman βέβαια (ευτυχώς για μας), αλλά είχε και την τύχη με το μέρος του.

Και όταν λέω τύχη εννοώ ότι για δικό του και δικό μας καλό έπεσε πάνω στην περίπτωση που ο ιδιοκτήτης της ΚΑΕ είχε αποφασίσει να κάνει μια προσωπική στροφή 180° και να λειτουργήσει με αδιανόητο επαγγελματισμό στο πλαίσιο μιας πρωτοφανούς επένδυσης στην ΚΑΕ.

Αυτή η μεταστροφή-θαύμα σε συνδυασμό με τον προσωπικό θαυμασμό που έτρεφε ο ιδιοκτήτης για τον κοόυτς Ataman αποτέλεσαν τη βάση πάνω στην οποία στηρίχτηκε όλο το φετινό οικοδόμημα.

Αυτά δημιούργησαν τις ιδανικές συνθήκες και έδωσαν τον απαραίτητο χώρο και τα απαραίτητα εφόδια στον νέο προπονητή για να κάνει τη δουλειά του όπως αυτός ξέρει καλύτερα. Κάτι που είχε να συμβεί από την εποχή του Ζοτς.

Σε ανύποπτο χρόνο είχα γράψει στο παρελθόν ότι αν υπάρχει μία ελπίδα ο Παναθηναϊκός να επιστρέψει στις glory days υπό τον Δημήτρη Γιαννακόπουλο, αυτή είναι να βρει κι αυτός τον δικό του Ζελικο (δες εδώ).

Σε αυτό ακριβώς το σημείο μοιάζει να βρισκόμαστε πλέον.

Ωστόσο, όσο κι αν αυτές οι ιδανικές συνθήκες έθεσαν τις βάσεις για την επιτυχία, το γεγονός ότι ο Ataman τήρησε τις μεγαλόστομες υποσχέσεις του δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε αυτονόητο ούτε φυσική συνέπεια αυτών των ιδανικών συνθηκών.

Το αντίθετο.

Είναι κάτι το μοναδικό και το ανεπανάληπτο που οφείλεται στη δική του μοναδική ικανότητα.

Ο Ataman δεν επανέλαβε απλώς αυτό που είχε πετύχει ήδη μια φορά με την Efes, αλλά το ξεπέρασε κατακτώντας από την πρώτη σεζόν την κούπα.

Είναι ένα επίτευγμα πέρα από κάθε μπασκετική λογική, εξωφρενικό, που τον κατατάσσει πλέον αδιαμφισβήτητα ψηλά στο πάνθεον των κορυφαίων ευρωπαίων προπονητών πίσω μόνο από τον Ζοτς των εννιά δαχτυλιδιών με πέντε διαφορετικές ομάδες.

Χωρίς να θέλω να αφαιρέσω τίποτα από το μοναδικό επίτευγμά του Ataman θα πω, όμως, ότι για να ξεπεράσει αυτό που είχε ήδη πετύχει με την Efes χρειαζόταν η δική του μοναδική ικανότητα να σμίξει με το μέγεθος που λέγεται Παναθηναϊκός και που – με όλο το σεβασμό στη μεγάλη τουρκική ομάδα – δεν είναι Efes.

Η δυναμική του Παναθηναϊκού με το τεράστιο legacy και κυρίως με τον κόσμο που τον ακολουθεί δεν έχει όμοιά της στην μπασκετική Ευρώπη

Το μείγμα της μοναδικής ικανότητας του Ataman και αυτής της απαράμιλλης πράσινης δυναμικής αποδείχτηκε απόλυτα εκρηκτικό (με τη θετική έννοια αυτή τη φορά).

Από την έκρηξη που προκλήθηκε γεννήθηκε το πράσινο σύμπαν των επτά αστέρων (και βλέπουμε).

Τον ερχομό του Ataman ακολούθησε η δεύτερη κομβική συγκυρία που έκρινε τη μοίρα του φετινού Παναθηναϊκού.

Ο ερχομός του Κώστα Σλούκα

Πρώτα, όμως, τα του Καίσαρος τω Καίσαρι: Γιώργο Μπαρτζώκα σε ευχαριστούμε από τα βάθη της καρδιάς μας για το αδιάλλακτο my way που δεν ανέχεται παίχτες σταρ που θέλουν να έχουν δικαίωμα στη γνώμη τους για το παιχνίδι της ομάδας.

Με τον τρόπο σου έβαλες άθελά σου το δικό σου λιθαράκι για το έβδομο πράσινο αστέρι. Και επειδή εμείς δεν είμαστε αχάριστοι, θα έχεις πάντα μια θέση στην καρδιά μας για αυτό.

Μικρή μεν, αλλά όλη δική σου.

Το πιο μεγάλο ευχαριστώ, όμως, και τη μεγαλύτερη θέση στην καρδιά μας την κρατάμε για τον νέο μεγάλο αρχηγό του Παναθηναϊκού, τον Κώστα Σλούκα.

Τον άνθρωπο που σαν έτοιμος από καιρό έκανε το σάλτο μορτάλε από τον έναν αιώνιο στον άλλον για να τον πάρει από το χέρι και σαν άλλος Μωϋσής να τον οδηγήσει ξανά στη γη της επαγγελίας.

Το κατόρθωμα του Σλούκα συγκρίνεται μόνο με το κατόρθωμα Ataman και είναι εξίσου for the ages

Έφερε μαζί του όλη την τεχνογνωσία νίκης, όλα τα ηγετικά χαρακτηριστικά, και όλη την ψυχή και θέληση που χρειάζεται για να καταφέρει να γράψει ιστορία, βάζοντας το όνομά του δίπλα σε αυτό του τεράστιου Σάρας και του Sir Hines με 4 Ευρωλίγκες στο παλμαρέ του.

Απόλυτος ηγέτης στα playoffs και MVP στο Φ4.

Η απόδοση του στον τελικό, στο πιο κρίσιμο ματς της σεζόν, ήταν βγαλμένη από το handbook των μεγαλύτερων παικταράδων που έχουν πιάσει τη σπυριάρα στην από δω πλευρά του Ατλαντικού.

24 πόντοι με 2/2 δίποντα, 4/4 τρίποντα, 8/9 βολές και kalimera, kalispera, kalinyxta!

Αυτό που κατάφερε ο Κώστας Σλούκας με τον ΠΑΟ μέσα σε μία μόνο σεζόν, έχοντας μάλιστα απέναντί του μια συστηματική εκστρατεία δολοφονίας χαρακτήρα από τη μέρα που έφυγε από τον Ολυμπιακό, δεν είναι μια απλή δικαίωση.

Είναι ο ορισμός της απόλυτης δικαίωσης.

Ο ορισμός του βουλώνω τα αυθάδη και κομπλεξικά στόματα της οπαδικής βλακείας με πράξεις. Και γι’ αυτό θα το φέρει ως παράσημο μέχρι το τέλος της τεράστιας καριέρας του και πέρα από αυτό.

Η θέση που θα πάρει η φωτογραφία του με την κούπα στον ουρανό του ΟΑΚΑ θα είναι εκεί για να το θυμίζει σε όλους για πάντα.

Και δίπλα στον Σλούκα εγένετο Kendrick Nunn

Άλλο ένα μεγάλο ευχαριστώ είναι οφειλόμενο εδώ. Στον Svi Mykhailiuk.

Τον περιμέναμε όλο το καλοκαίρι μέχρι που μας «έφτυσε» για να κάθεται να ζεσταίνει τη γωνίτσα του πάγκου των Celtics. Μεγαλύτερη χάρη δεν θα μπορούσε να μας έχει κάνει, όπως αποδείχτηκε.

Το αρχικό πλάνο άλλαξε άρδην τέλη Οκτώβρη. Αντί για 3αρι με σκορ αποκτήθηκε ένα combo guard με σκορ. Για να γίνει αυτό έπρεπε να θυσιαστεί ο υπέροχος τυπάς Kyle Guy.

Sometimes you have to do something bad to achieve greater good.

Τότε όλα έμοιαζαν λίγο μπερδεμένα και όλοι είχαμε τις αμφιβολίες μας για το κατά πόσο αυτή η κίνηση θα μας βοηθήσει. Little did we know.

Ο Παναθηναϊκός στην περίπτωση του Nunn έπιασε τον πρώτο αριθμό του λαχείου. Δεν βρήκε απλώς έναν σούπερ σκόρερ, αλλά και έναν two-way παίκτη που ήλθε να προσφέρει και στην περιφερειακή άμυνα, αλλάζοντας πλήρως το δέρμα της ομάδας.

Πάνω από όλα όμως βρήκε έναν παίκτη με αδιανόητο work ethic και χαρακτήρα διαμάντι

Ένα παιδί που ενώ ξέρει ότι η θέση του είναι απέναντι ήλθε εδώ to do business και γι’ αυτό προσαρμόστηκε στο ευρωπαϊκό μπάσκετ σε χρόνο ρεκόρ.

Οι κακές γλώσσες είπαν ότι ο Ataman στάθηκε τυχερός με τον Nunn, αλλά η αλήθεια είναι ότι ο Ataman δεν είναι τυχερός αλλά ικανός. Η τύχη απλώς βοηθάει τους ικανούς.

Ο Nunn θα μπορούσε να πειστεί να έλθει στην Ευρώπη μόνο για έναν κοουτς σαν τον Ataman που σέβεται το ταλέντο και δίνει στους παίκτες που το διαθέτουν σε αφθονία την απαραίτητη ελευθερία εντός συστήματος για να μεγαλουργήσουν.

Ο Nunn προσαρμόστηκε στο ευρωπαϊκό μπάσκετ τόσο γρήγορα και ξετύλιξε το τεράστιο ταλέντο του ακριβώς λόγω του συστήματος και τη νοοτροπίας του Ataman.

Όταν τον άφηνε μέσα στα ματς ακόμα και όταν έκανε λάθη, όταν του επέτρεπε να κάνει over dribbling ή να παίξει hero ball προς φρίκη και αποτροπιασμό των σκεπτόμενων μπασκετικών, ο κόουτς ήξερε ότι επενδύει στο μέλλον.

Και κάθε επένδυση που είναι high risk είναι και high reward when it pays off.

Ο Nunn επέστρεψε την εμπιστοσύνη που του έδειξε από την πρώτη στιγμή ο Ataman σε αγωνιστικό χρυσάφι στην τελική ευθεία της ευρωπαϊκής σεζόν. Συνέθεσε μαζί με τον Σλούκα το καλύτερο δίδυμο γκαρντ της διοργάνωσης και μας χάρισε μπασκετικές παραστάσεις που θα θυμόμαστε για χρόνια.

Τα κρίσιμα καλάθια του μπροστά στον Tavares στο τέταρτο δεκάλεπτο του τελικού είναι το απόλυτο testimony of greatness ενός παίχτη που αν μείνει για χρόνια στην Ευρώπη θα γράψει ιστορία.

Last but not least, θέλω να αναφερθώ στην τέταρτη κολώνα της φετινής πορεία του Παναθηναϊκού.

Το λιοντάρι από τη Μαρτινίκα.

Τον τύπο «μόνος μου και όλοι σας».

Τον παίχτη που ήξερα από την πρώτη στιγμή που ήλθε ότι θα τον ερωτευτώ.

MATHIAS LESSORT!

Όταν τον βλέπαμε πέρσι στην Partizan με τα άλλα παιδιά λέγαμε μεταξύ μας, πώς θα γίνει να έλθει ένας τέτοιος παικταράς για τη ρακέτα της ομάδας.

Πώς θα γίνει να φέρουμε αυτόν τον παικταρά.

Αυτό το θηρίο.

Και τελικά ήλθε. Και τρελαθήκαμε όλοι από τη χαρά μας.

Γιατί ξέραμε.

Ξέραμε ότι η σχέση Lessort και Παναθηναϊκού was meant to be.

Κάθε μέρα που περνούσε από την αρχή της αγωνιστικής σεζόν ένιωθα όλο και πιο πολύ ότι αυτός ο κόσμος φτιάχτηκε για να συναντηθεί ο Mathias Lessort, αυτός ο τρομερός τύπος με μούσκουλα και δύναμη γορίλα και με καρδιά μικρού παιδιού, με τον Παναθηναϊκό.

Για να γίνει αυτή η ώσμωση ενός παθιασμένου τύπου που πάλεψε πολύ στη ζωή του για φτάσει να γίνει ο καλύτερος σέντερ της Ευρωλίγκας με το απόλυτο πράσινο πάθος για επιστροφή στην κορυφή τους ευρωπαϊκού μπάσκετ.

Η δική του παράσταση όλη τη σεζόν με αποκορύφωμα το Φ4, ως ο μόνος σέντερ της ομάδας ουσιαστικά με μικρή βοήθεια από τον Αντετοκούνμπο, επίσης δεν έχει προηγούμενο και συγκαταλέγεται στα μικρά θαύματα του φετινού Παναθηναϊκού.

Ο Παναθηναϊκός εδώ και χρόνια είχε απεγνωσμένα ανάγκη από νέους σουπερήρωες και τους βρήκε μαζεμένους μέσα σε μία σεζόν

Δίπλα σε αυτούς τους σουπερήρωες όμως υπήρξαν και κάποιοι μικρότεροι, αλλά επουδενί λιγότερο σημαντικοί σε προσφορά.

Ο υπέροχος Jerian Grant, ο ελβετικός σουγιάς της ομάδας όλη τη σεζόν με το τεράστιο step up στο Φ4. Ο ελεύθερος σκοπευτής Marius Grigonis που ήταν λίρα εκατό στη RS. Ο αναγεννημένος Παπαπέτρου που έκανε τη διαφορά στα πολύ δύσκολα και μας θύμισε γιατί πρέπει να τον αγαπάμε λίγο παραπάνω.

Ο Ντίνος που κουβάλησε πολύ, ειδικά στην αρχή της σεζόν, και ήταν εκεί όταν χρειάστηκε στον τελικό. Ο Juancho που έβαλε ακόμα και την υγεία του κάτω από την ομάδα και υπήρξε υπερπολύτιμος όταν τον χρειαζόμασταν πιο πολύ από ποτέ.

Oι αγαπημένοι μαχητές Πάνος Καλαϊτζάκης, aka ΠιΚέι, και Κώστακουνμπο που κατέθεσαν ψυχή. Ακόμα και ο Luca Vildoza που, ενώ έμοιαζε εκτός ομάδας, έβαλε το σημαντικό λιθαράκι του στη μεγάλη νίκη του τελικού.

Χάρη σε όλους αυτούς του μεγάλους και μικρούς ήρωες ο Παναθηναϊκός επέστρεψε με κρότο στην κορυφή. Επέστρεψε εκκωφαντικά και το κυριότερο, επέστρεψε για να μείνει.

Οι κόκκινες Κασάνδρες που μίλαγαν αμετροεπώς για νέα Βαρέζε έχουν πλέον σωπάσει οριστικά και παρακολουθούν αμήχανες, γλείφοντας τις πληγές τους. Θα βρουν παρηγοριά στη μπάλα προς το παρόν. Παλιά τους τέχνη κόσκινο.

Το περίφημο “μέχρι τέλους” μοιάζει πλέον με αυτό που πραγματικά ήταν. Μια κακόγουστη παράσταση φτηνής προπαγάνδας για εσωτερική κατανάλωση.

Φέτος στην Ευρωλίγκα δεν κυριάρχησε το σκάκι, αλλά το μπάσκετ στην πιο απέριττη και αγνή μορφή του.

Το όμορφο two-way μπάσκετ με άμυνα γεμάτη ενέργεια και επίθεση που ξεχειλίζει από ταλέντο.

To μπάσκετ που ματώνει το πλεχτό με κάθε τρόπο και, κυρίως, το ματώνει στα δύσκολα, όταν η μπάλα ζυγίζει εκατό κιλά και κρίνονται οι μεγάλοι τίτλοι.

Αλλά για όσους επιμένουν να αρέσκονται στους σκακιστικούς όρους, αυτό που πέτυχε ο φετινός Παναθηναϊκός λέγεται ρουά ματ σε τέσσερις κινήσεις.