Ο Παναθηναϊκός δεν περνάει άσχημη φάση, δεν είναι σε κακό φεγγάρι, ούτε σε παρατεταμένο ντεφορμάρισμα.
Είναι μια βαθιά άρρωστη ομάδα που μοιάζει να οδεύει ολοταχώς εκτός όλων των εναπομείναντων μεγάλων στόχων της (προσποιούμενη ότι τους διεκδικεί σοβαρά). Καθώς ούτε μπορεί ούτε και αξίζει – βάσει αγωνιστικής εικόνας – να τους διεκδικήσει.
Στο πρώτο μισό της σεζόν η ομάδα προκαλούσε συγκρατημένο προβληματισμό με τα σκαμπανεβάσματα στην απόδοσή της, τα οποία ήταν απόρροια των αστοχιών που είχαν γίνει στις καλοκαιρινές επιλογές στο 1 και στο 5.
Η παραμονή του Omer Yurtseven ήταν μια ακατανόητη επιλογή που έγινε εγκληματική όταν δεν αλλάχθηκε τον Δεκέμβρη. Για τον TJ Shorts έχω γράψει σεντόνια προσωπικά και δεν έχω σκοπό να επαναλάβω τα ίδια.
Η άρνηση του προπονητή να δεχτεί ότι ο Shorts δεν είναι plug n’ play στο δικό του σύστημα, αλλά και η προφανής απροθυμία (ή μήπως αδυναμία;) του να αναπροσαρμόσει το παιχνίδι της ομάδας στα skills του παίχτη ώστε να πάρει το μέγιστο από αυτόν, έθεσαν τις βάσεις για την αγωνιστική κατρακύλα που βιώνουμε από τις αρχές Γενάρη και μετά.
Οι τραυματισμοί κομβικών παιχτών, όπως ο Nunn, και η αυξανόμενη αποξένωση του ίδιου του Αταμαν από τους παίκτες του, ειδικά τους νέους παίκτες που έπρεπε να κερδίσει, αποτέλεσαν το κερασάκι στην τούρτα αυτής της χωρίς προηγούμενο αγωνιστικής κατάρρευσης.
Οι ομάδες είναι ζωντανοί οργανισμοί και βασίζονται στις σωστές ισορροπίες μεταξύ των μελών τους για να λειτουργήσουν σωστά.
Μια ομάδα με υπερπαιχταράδες που όμως δεν έχει δημιουργήσει τους απαιτούμενους κώδικες συνεργασίας για να λειτουργεί ομαδικά, συνδυάζοντας τα πιο δυνατά στοιχεία των μονάδων της με τον βέλτιστο τρόπο στην υπηρεσία του συνόλου, δεν έχει καμία τύχη να πετύχει.
Κομβικό ρόλο για την ισορροπία και την αρμονία στη λειτουργία του συνόλου παίζει ο προπονητής.
Αυτή είναι η δουλειά του.
Η εμπιστοσύνη και η πίστη στο πλάνο που εμπνέει ο προπονητής στους παίκτες, δηλαδή η πίστη ότι τους χρησιμοποιεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, είναι το κλειδί που καθορίζει το υψηλό επίπεδο της ατομικής απόδοσής των παικτών προς όφελος του συνόλου.
Ο Παναθηναϊκός του ’23-’24 είναι το απόλυτο παράδειγμα αυτού. Και ο φετινός Παναθηναϊκός είναι το απόλυτο αντιπαράδειγμα.
Υπεύθυνος και για τις δύο διαμετρικά αντίθετες αυτές καταστάσεις είναι ο κόουτς Αταμάν.
Το ’23-’24 ο κόουτς με την διορθωτική κίνηση-ματ της προσθήκης Nunn στη θέση του τίμιου, αλλά ανεπαρκή για τις ανάγκες του συστήματος, Kyle Guy δημιούργησε ένα ρόστερ που ήταν κομμένο και ραμμένο στο σύστημα του. Στο δικό του μπάσκετ.
Ευτύχησε και τα τρία γκαρντ του να παίξουν το καλύτερο μπάσκετ της καριέρας τους, ενώ στο 5 είχε έναν υπερήρωα. Και όντας ο ίδιος απόλυτα focused στον στόχο της κορυφής οδήγησε τον Παναθηναϊκό στον απόλυτο θρίαμβο.
Την επόμενη σεζόν τα πρώτα σύννεφα εμφανίστηκαν με την ατυχία του σοβαρού τραυματισμού του Lessort.
Εκεί φάνηκαν τα πρώτα σημάδια της αδυναμίας του κόουτς να βρει τρόπους να ξεπεράσει το πρόβλημα ότι στη θέση 5 δεν υπήρχε πλέον ένας σούπερμαν που έκανε ό,τι χρειαζόταν αυτή η ομάδα. Τόσο στην επίθεση, όπου έπαιζε με την ίδια άνεση και υψηλή αποτελεσματικότητα pnr και post up, όσο και στην άμυνα με τα υποδειγματικά hedge out και τους τόνους ενέργειας όταν τα πράγματα ζόριζαν.
Και όλα αυτά παίζοντας 30’+ ανά ματς, δηλαδή παίζοντας ουσιαστικά μόνος του τη θέση.
Χωρίς τον Lessort το παιχνίδι του Παναθηναϊκού έγινε ανησυχητικά μονοδιάστατο περιμένοντας τα πάντα από τα γκαρντ. Η απροθυμία/αδυναμία του κόουτς να παρεκκλίνει από την πεπατημένη και να ψάξει άλλες λύσεις πέρα από το ανελέητο pnr στην επίθεση και το hedge out στην άμυνα διαμόρφωσε το νέο πιο χαμηλό αγωνιστικό ταβάνι της ομάδας.
Η σειρά με την Εφές, η οποία προσάρμοσε εμμονικά όλη την άμυνα της πάνω στον Nunn, ήταν η προειδοποιητική βολή για αυτό το ταβάνι. Ο Παναθηναϊκός πέρασε διά πυρρός και σιδήρου στο Φ4, αλλά πήγε εκεί χωρίς να έχει αντιληφθεί το πρόβλημα. Και έπεσε πάνω στον τοίχο της άμυνας με αλλαγές του Σάρας.
Παρότι το ταξίδι σταμάτησε στον ημιτελικό, η χρονιά θα μπορούσε να έχει κλείσει επιτυχημένα αν δεν ακολουθούσε η αγωνιστική κατρακύλα στους τελικούς του πρωταθλήματος.
Ο κόουτς παρουσίασε μια ομάδα άνευρη και άψυχη που έμοιαζε σαν να είχε προαποφασίσει ότι δεν χρειάζεται να παλέψει επειδή η διαιτησία στην GBL είναι στημένη.
Με αυτήν την (τραγική) προσέγγιση, παρότι ο Παναθηναϊκός κέρδισε το πρώτο ματς απέναντι σε έναν Ολυμπιακό που έμοιαζε υπό αγωνιστική κατάρρευση, κατάφερε με την πνευματική και τακτική ανεπάρκεια που επέδειξε στη συνέχεια να αναστήσει τον αντίπαλο του και να του χαρίσει μια άνετη επικράτηση με 1-3.
Ο κόουτς και πάλι δεν έδειξε να θέλει να καταλάβει το πρόβλημα.
Η απάντηση που είχε για αυτό το μονοδιάστατο και άψυχο μπάσκετ που παρουσίασε η ομάδα του στο Φ4 και κυρίως στους ελληνικούς τελικούς ήταν η απόκτηση του TJ Shorts.
Το μόνο πρόβλημα της ομάδας θεωρήθηκε ότι ήταν η αντίδραση απέναντι στις άμυνες με αλλαγές. Και ο Shorts το απόλυτο αντίδοτο σε αυτό.
Είναι ειλικρινά απορίας άξιο πως ένας κόουτς τόσο εγνωσμένης αξίας δεν μπορούσε να δει αυτό που επεσήμαιναν πολλοί επαγγελματίες αναλυτές, αλλά και ερασιτέχνες της μπασκετικής ανάλυσης.
Ο καλύτερος PG της περσινής Ευρωλίγκας – που όμως διέπρεψε σε ένα διαφορετικό αγωνιστικό πλαίσιο – άρχισε από νωρίς να κοπανάει σε τοίχους στην spread pnr επίθεση του Αταμάν. Και στη συνέχεια βρέθηκε να κοπανάει και στην αδιαλλαξία του κόουτς που δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι PG που δεν απειλεί από το τρίποντο δεν μπορεί να λειτουργήσει σωστά στο υπάρχον σύστημα.
Αδιαλλαξία που για να είμαστε ειλικρινείς καταδεικνύει και την απροθυμία (ή μήπως αδυναμία;) του Αταμάν να κάνει αλλαγές και προσαρμογές στο σύστημα.
Το αποτέλεσμα αυτής της στάσης είναι ότι ο Παναθηναϊκός έκανε όσες καλές εμφανίσεις έκανε στο πρώτο μισό της σεζόν για όσο διάστημα ο 36χρονος Σλούκας είχε βενζίνη στο ντεπόζιτο για να παίζει ως mvp μετά από σεζόν Ευρωμπάσκετ.
Όταν αναπόφευκτα έσκασε ο Σλούκας, έσκασε και η αγωνιστική φούσκα του φετινού Παναθηναϊκού.
Με λίγα λόγια, ο Αταμαν στην ουσία αποφάσισε νωρίς μέσα στη σεζόν ότι θα πάει όσο μακριά θα τον πάνε τα πόδια του 36χρονου Σλούκα. Και αυτό είναι άδικο για τον συγκινητικό (και φέτος) Σλούκα και καταδικαστικό για τον Παναθηναϊκό.
Ο κόουτς, ενώ για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά διάλεξε το καλοκαίρι με όλη την άνεση που του παρείχε το απεριόριστο μπάτζετ της ομάδας έναν πανάκριβο και δεδομένης αξίας PG για να πλαισιώσει τον Σλούκα και να πάρει αγωνιστικό βάρος από πάνω του, έκαψε και πάλι τον παίκτη νωρίς νωρίς, μέσα στο πρώτο τρίμηνο.
Και αν για την αντίστοιχη περσινή περίπτωση του Lorenzo Brown η ευθύνη μοιάζει να βαραίνει σε μεγάλο βαθμό τον ίδιο τον παίκτη που τα παράτησε εύκολα, στην περίπτωση του Shorts αυτή βαραίνει πρωτίστως – για να μην πω αποκλειστικά – τον προπονητή.
Όπως και να έχει, όμως, η ουσία παραμένει ότι Μάρτιο μήνα με τον Σλούκα ντεφορμέ και με πρόβλημα τενοντίτιδας ο Παναθηναϊκός μοιάζει να μην έχει άλλη λύση στον άσο πέραν του Grant. Ομάδα με 30εκ μπάτζετ χρησιμοποίησε τον PG που πλήρωσε με 2+ εκ το καλοκαίρι για σκάρτα 3′ στο ντέρμπι με τον Ολυμπιακό στο ΣΕΦ ενώ ο Σλούκας ήταν σκιά του εαυτού του όσο έπαιζε, κάνοντας περισσότερο κακό παρά καλό.
Απλώς ο Shorts ήταν ακόμα χειρότερος.
Και ο λόγος για αυτό είναι ότι ούτε ο Αταμάν ξέρει γιατί τον πήρε ούτε ο Shorts έχει καταλάβει τι ακριβώς καλείται να κάνει στην ομάδα. Η μάλλον έχει καταλάβει ότι του ζητείται να ψηλώσει και να γίνει σουτέρ του 40% στο τρίποντο στα 28 του και αυτό τον έχει οδηγήσει αναπόφευκτα σε αγωνιστικό πνιγμό.
Κάπως έτσι ο Παναθηναϊκός μέσα στο 2026, δηλαδή μέσα σε 2 μήνες και κάτι ψιλά, έχει κάνει 9 νίκες και 11 ήττες σε όλες τις διοργανώσεις. Με μόνη φωτεινή εξαίρεση το Φ8 στην Κρήτη που του απέφερε τον – όπως όλα δείχνουν – μόνο τίτλο της σεζόν. Τον λιγότερο σημαντικό τίτλο, όπως και πέρσι.
Μετά την καλή απόδοση της ομάδας στο Φ8 σε συνδυασμό με την προσθήκη του Nigel Hayes-Davis ήμουν αρκετά αφελής να θεωρήσω και να γράψω σε αυτό εδώ το σάιτ ότι η κατάκτηση του κυπέλλου φέτος έδειχνε να είναι ένα νέο ξεκίνημα και όχι το ταβάνι των πρασίνων.
Little did I know. Mea culpa, και γενικώς γράψτε άκυρο!
Για τον φετινό Παναθηναϊκό δεν υπάρχει turning point. Πλέον βρίσκεται στο point of no return. Απλώς αρνούμασταν να το παραδεχτούμε ως τώρα, γιατί η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία.
Το πιο ενοχλητικό από όλα, όμως, είναι ότι μέσα σε αυτή την απόλυτα δυστοπική κατάσταση ο κόουτς μοιάζει να είναι στην κοσμάρα του. Μετά την ήττα από τον (υπέροχα μαχητικό) Ηρακλή, αφού παραδέχτηκε ότι η ομάδα του έχει τα μαύρα της τα χάλια, μας είπε ότι δεν είναι πρόβλημα που τρώει τη μία σφαλιάρα μετά την άλλη σε Ελλάδα και Ευρώπη αρκεί να αντιμετωπίσει τα υπόλοιπα ματς στην Ευρωλίγκα ως τελικούς.

Που πάτε καραβάκια με τέτοιο καιρό… ή, αλλιώς, ο ορισμός του “εκτός πραγματικότητας” (ταμάμ με το κοουτσάρισμα του στα περισσότερα ματς φέτος).
Επειδή τον Αταμάν θα τον έχω πάντα στην καρδιά μου για την Ευρωλίγκα του ’24, θα του ευχηθώ να κερδίσει όλους τους τελικούς από εδώ και πέρα και να μας βγάλει τρελούς.
Θα είναι υπέροχο για τον Παναθηναϊκό και για τους οπαδούς του ένα τέτοιο σενάριο.
Αλλά επειδή ως άθεος δεν πιστεύω επί της αρχής στα θαύματα, αλλά στην κοινή μπασκετική λογική, μέχρι να έλθουν τα πάνω κάτω θα επιμένω ότι η χρονιά έχει τελειώσει.
Όπως έχει τελειώσει και ο Παναθηναϊκός του Εργκίν Αταμάν. Έχει πεθάνει και δεν το ξέρει (ή απλώς αρνείται να το παραδεχθεί δημοσίως).
Και έχει πεθάνει για περισσότερους του ενός λόγους.
Γιατί η κοινή μπασκετική λογική λέει ότι δεν υπάρχουν μαγικά κουμπιά που τα πατάς και μια ομάδα που είναι απόλυτο σκορποχώρι στη RS μεταμορφώνεται σε ομαδαρα από τα playoff ή, μάλλον, τα play in και μετά (ακόμα και η Εφές το ’22 είχε αρχίσει να παίζει σοβαρό μπάσκετ στην τελική ευθεία πριν τα playoff στα οποία μπήκε και με την βοήθεια του πολέμου τότε).
Γιατί δεν είναι εύκολο παίκτες που δείχνουν να έχουν χάσει τον αγωνιστικό μπούσουλα να αρχίσουν ξαφνικά να παίζουν το καλύτερο τους μπάσκετ υπό τις οδηγίες ενός προπονητή, ο οποίος προφανέστατα δεν τους εμπνέει πλέον.
Γιατί πολύ απλά δεν γίνεται να περιμένει ο προπονητής ότι θα πάει all the way στηριζόμενος σε επτάμιση παίκτες, όπως έκανε το ’24. Δεν γίνεται δηλαδή να περιμένει ότι θα τον κουβαλήσουν ξανά με τον ίδιο τρόπο ο Σλούκας, ο Grant και ο Nunn, καθώς ο πρώτος είναι 36 και ο δεύτερος 34 χρονών πλέον. Και όλες οι ομάδες ξέρουν ότι αν ρίξουν όλο το αμυντικό βάρος τους στον Nunn έχουν ακυρώσει το επιθετικό πλάνο των πρασίνων κατά 70%.
Γιατί ακόμα και να γυρίσει ο Lessort που τον περιμένει ως μάννα εξ ουρανού ο κόουτς, είναι πρακτικά αδύνατο να εμφανιστεί ως ο superman που ήταν το ’24 μετά από ένα και χρόνο απουσίας.
Γιατί, αγαπητέ Εργκίν, το παιχνίδι το έχασες φέτος όταν αποφάσισες νωρίς νωρίς μέσα στη σεζόν ότι εσύ δεν θα μπεις στον κόπο να αλλάξεις, αλλά πρέπει να αλλάξουν μόνον οι παίκτες που επιλέγεις και να προσαρμοστούν στα δικά σου θέλω μπορούν δεν μπορούν, αλλιώς δεν θα παίζουν.
Όποιος όμως δεν είναι διατεθειμένος και αρκετά ευέλικτος να αλλάξει και να προσαρμοστεί, δηλαδή να εξελιχθεί, αγαπητέ Εργκίν, είναι καταδικασμένος να τον προσπεράσουν αργά ή γρήγορα οι μπασκετικές εξελίξεις. Να δει την πλάτη των αντιπάλων του.
Κι εσύ μοιάζεις να βρίσκεσαι ακριβώς σε αυτό το σημείο τώρα. Και έχεις μόνο τρεις μήνες και ένα βουνό μπροστά σου να ανέβεις για να μας αποδείξεις όλους λάθος.
Sana iyi şanslar diliyorum!


































































































