Τη Δευτέρα που μας πέρασε ο Παναθηναϊκός αποχαιρέτησε τον κόουτς Αταμαν και ο κόουτς τον Παναθηναϊκό.

Η αποχώρηση του κόουτς ήλθε με έναν αξιοπρεπή και συγκινητικό τρόπο, αντάξιο τόσο μιας μεγάλης ομάδας όσο και ενός μεγάλου προπονητή που στη θητεία του την επανάφερε εκεί που είναι η φυσική της θέση, στην κορυφή της Ευρώπης.

Γράφτηκαν πολλά συγκινητικά αντίο και κάποια χαιρέκακα. Ακούστηκαν και τα γνωστά κλισέ περί τέλους εποχής και αρχής μιας νέας.

Κάποιοι οπαδοί του Παναθηναϊκού στενοχωρήθηκαν γιατί ήθελαν να μείνει ο κόουτς, κάποιοι άλλοι μπορεί να χάρηκαν γιατί τον θεωρούσαν αποκλειστικό υπεύθυνο για τη φετινή αποτυχία, και κάποιοι (η μεγαλύτερη μερίδα υποψιάζομαι, στην οποία ανήκει και ο γράφων) ένιωσαν μια χαρμολύπη.

Λύπη για το άδοξο και πρόωρο τέλος της θητεία του πιο πετυχημένου κόουτς μετά τον Ζοτς, αλλά και ανακούφιση για το γεγονός ότι τόσο η ομάδα όσο και ο κόουτς αντιλήφθηκαν ότι ήταν ώρα για μια μεγάλη αλλαγή.

Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι να ερμηνεύσει κανείς το τέλος του Αταμάν στον Παναθηναϊκό.

Οι άσπονδοι φίλοι του πχ. σπεύδουν να το ερμηνεύσουν ως απόδειξη ότι δεν είναι και τόσο καλός προπονητής τελικά και ότι το μπάσκετ του δεν έχει διάρκεια. Αυτό είναι μια ανόητη προσέγγιση με σοβαρή δόση αυτοεκπληρούμενης προφητείας βασισμένης στα πρόσφατα αποτελέσματα που όμως αγνοεί ότι δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη διάρκειας από τις 3 Ευρωλίγκες σε 6 χρόνια.

Ανάμεσα στους οπαδούς του Παναθηναϊκού υπάρχουν διάφορες προσεγγίσεις επίσης.

Άλλοι εστιάζουν στο ότι πολεμήθηκε ανελέητα από το δημοσιογραφικό κατεστημένο και θεωρούν ότι δεν στηρίχθηκε επαρκώς από τη διοίκηση σε αυτόν τον πόλεμο. Άλλοι εστιάζουν στο ότι στάθηκε άτυχος με τους τραυματισμούς ενώ είχε τη διαιτησία απέναντι του. Άλλοι στο ότι δεν στηρίχθηκε όπως πρέπει από τους οπαδούς επειδή πολύς κόσμος ποτέ δεν συμπάθησε το στυλ του.

Όλες αυτές οι απόψεις μπορεί να έχουν μεγαλύτερες ή μικρότερες δόσεις αλήθειας, αλλά καμία δεν θέτει τον δάκτυλον εις τον τύπον των ήλων για τον πιο σημαντικό λόγο που οδήγησε στην αποχώρηση του κόουτς.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή όμως.

Όταν πρωτακούστηκε το όνομα του Αταμαν για τον Παναθηναϊκό ήμουν ως γνωστόν από αυτούς που αντιμετώπισαν με σκεπτικισμό την επιλογή. Ενώ ήμουν δηλωμένος θαυμαστής του μπάσκετ που είχε παίξει η δική του Εφες, είχα δύο βασικές ενστάσεις για την επιλογή του για τον πάγκο του ΠΑΟ τότε.

Η πρώτη και κυριότερη ήταν ότι φοβόμουν τη συνύπαρξη του με τον ιδιοκτήτη και το εκρηκτικό μείγμα που αυτή θα δημιουργούσε σε ένα πλαίσιο σκέψης που απαιτούσε την κορυφή εδώ και τώρα μετά από 3 χρόνια παρκαρίσματος.

Η δεύτερη ένσταση μου είχε να κάνει με το ότι αμφέβαλα αν θα μπορούσε να επαναλάβει με την πρώτη ένα τόσο καλό στήσιμο όπως στην Εφες για να παίξει το μπάσκετ που θέλει.

Ευτυχώς για τον Παναθηναϊκό διαψεύστηκα πανηγυρικά και στα δύο.

Αφενός ο ιδιοκτήτης στήριξε με εξαιρετικό – και ανεπανάληπτο για δεδομένα της δικής του θητείας – τρόπο τον προπονητή.

Το ’23-’24 είναι ξεκάθαρα και με διαφορά η χρονιά εξαίρεση στον κανόνα της εν γένει διαχείρισης της ομάδας από τον Δημήτρη Γιαννακόπουλο. Η χρονιά που έκανε πίσω αυτός και έβαλε το συμφέρον της ομάδας πάνω από την αυτοπροβολή του, αφήνοντας τον προπονητή και τους παίκτες να πρωταγωνιστήσουν.

Αφετέρου ο Αταμαν επανέλαβε κατά γράμμα αυτό που είχε πετύχει στην Εφες, αποδεικνύοντας πέραν πάσης αμφιβολίας πλέον ότι οι δύο σερί κούπες εκεί δεν έτυχαν αλλά πέτυχαν.

Κάπως έτσι έφτασε στην κορυφή με τον Παναθηναϊκό σε χρόνο ρεκόρ, με μία κατάκτηση που θα μείνει στην ιστορία της λίγκας.

Κανένας άλλος προπονητής δεν κατάφερε ποτέ να στήσει μια ομάδα από το μηδέν με 11 νέους παίκτες και να την οδηγήσει κατευθείαν στην κορυφή.

Αυτή η ανεπανάληπτη επιτυχία όμως είχε δύο σοβαρές συνέπειες.

Η μία ήταν ότι δημιούργησε την ψευδαίσθηση στον οργανισμό του Παναθηναϊκού και κυρίως σε ιδιοκτήτη και προπονητή ότι είναι ανίκητοι. Ειδικά μετά και το ιστορικό reverse sweep στους τελικούς του πρωταθλήματος ενάντια σε θεούς και δαίμονες.

Η άλλη συνέπεια ήταν ότι προσέλκυσε αυτόματα τον φθόνο του ελληνικού μπασκετικού συστήματος, σημαντικό κομμάτι του οποίου ελέγχεται από τον αιώνιο αντίπαλο.

Το σύστημα αυτό έχει τρεις βραχίονες.

Την παραδοσιακή ελληνόψυχη μπασκετική δημοσιογραφία που ομνύει στο λεγόμενο “σκεπτόμενο μπάσκετ” (whatever that means), την νεοδημοσιογραφία των αγράμματων payrolls, και μια ΕΟΚ που ζέχνει, από τις αλα καρτ ελληνοποιήσεις μέχρι και τα διαιτητικά όργια υπερ συγκεκριμένης ΚΑΕ, τα οποία βλέπουν όλοι πλην Λακεδαιμονίων.

Θα ξεκινήσω από τη δεύτερη συνέπεια για να επιστρέψω στην πρώτη.

Το σοκ που προκάλεσε στο ελληνικό μπασκετικό σύστημα και στα κυρίαρχα αφηγήματα του η επιτυχία του ’24 ήταν επιπέδου πυρηνικής έκρηξης.

Όχι μόνο αποδόμησε κλισέ και πομφόλυγες που επί δεκαετίες αναμασούσαν τόσο οι ιδεολόγοι της (ετερόφωτης και ουσιαστικά ανύπαρκτης) ελληνικής μπασκετικής σχολής όσο και πάσης φύσεως φερέφωνα. Ξεμπρόστιασε και την βαθιά άγνοια πολλών περιφερόμενων “ειδικών” για το άθλημα.

Η Ευρωλίγκα του ’24 ανέδειξε την ένδεια της μπασκετικής σκέψης και γνώσης αρκετών μπούμερ που βγάζουν το ψωμάκι τους εδώ και δεκαετίες στην πλάτη της επιτυχίας του 1987 (να ‘ναι καλά ο μακαρίτης ο Φίλιππος Συρίγος που τους έκανε ανθρώπους), χωρίς ποτέ να ακολουθήσουν και να κατανοήσουν την εξέλιξη του αθλήματος έκτοτε και ειδικά τις τελευταίες δύο δεκαετίες.

Και μαζί ξεμπρόστιασε με μοναδικό τρόπο την δεδομένη άγνοια και ακαταλληλότητα των αγράμματων payrolls, ο ανθρώποτυπος των οποίων βασίζεται σε έναν συνδυασμό αρνητικού IQ, λειτουργικού αναλφαβητισμού, και τυφλής οπαδικής ταυτότητας.

Ο Αταμάν για όλο αυτό το σύστημα ήταν ο ξένος, όπως εύστοχα έχει γραφτεί σε αυτήν εδώ την ιστοσελίδα σε ανύποπτο χρόνο. Δηλαδή ήταν ένας κόουτς με μπασκετικό στυλ που αποδομούσε τα κυρίαρχα κλισέ της ελληνικής μπασκετικής σκέψης, εμφυσώντας μια νοοτροπία νίκης στους παίκτες του βασιζόμενος στην προσωπικότητα του και σε μια λογική δημιουργικού χάους στη διαχείριση του υλικού του.

Μια λογική που ήταν δύσκολο να την μεταβολίσει και σημαντικό μέρος της οπαδικής βάσης του Παναθηναϊκού.

Επίσης ήταν κάποιος που δεν είχε ούτε τον χρόνο αλλά ούτε και το ενδιαφέρον να προσπαθήσει να στήσει το δικό του δημοσιογραφικό σύστημα που θα τον αγιοποιεί και θα τον στηρίζει ολημερίς και ολοβραδύς ακόμα και όταν εκτίθεται ανεπανόρθωτα.

Και φυσικά ήταν και Τούρκος.  

Για όλους αυτούς τους λόγους όταν ο Αταμαν ήλθε, είδε και νίκησε με τον δικό του τρόπο το ’24 μεταμορφώθηκε αυτόματα σε νούμερο ένα εχθρό αυτού του συστήματος.

Ενός συστήματος που, εκτός από τον βαθύ συντηρητισμό και την ημιμάθεια επί του αθλήματος που επιδεικνύει το μεγαλύτερο κομμάτι του (με τις φωτεινές εξαιρέσεις να είναι λίγες και να επιβεβαιώνουν τον κανόνα, για να μην τσουβαλιάζω τους πάντες), είναι και βαθιά εθνικιστικό με την μπανάλ έννοια του όρου.

Μπορεί οι γκουρού της ελληνικής μπασκετικής δημοσιογραφίας να μοστράρονται ως προοδευτικοί, κοσμοπολίτες, αριστεροί και δεν ξέρω εγώ τι άλλο, αλλά αρκετοί από αυτούς είναι ο ορισμός των σοφτ ή λιγότερο σοφτ εθνικιστών.

Και το γεγονός ότι ένας Τούρκος κατάφερε να πετύχει μέσα σε έναν χρόνο αυτό που το αντίπαλο δέος του, ο Έλληνας εκλεκτός του συστήματος τον οποίο λιβάνιζαν συστηματικα, δεν είχε καταφέρει επί σειρά ετών να πετύχει τους κάθισε άσχημα εις διπλούν. Griehenland über alles!

Και ο Αταμάν δεν είναι απλώς Τούρκος για να τα λέμε όλα. Είναι υπέρτουρκος που κάνει τεμενάδες στον Ερντογάν, και φυσικά προπονητής της Εθνικής Τουρκίας. Αυτής που το προηγούμενο καλοκαίρι διέλυσε την Εθνική Ελλάδος του άλλου Έλληνα εκλεκτού του συστήματος.

Για την πλειοψηφία των  Ελλήνων δημοσιογράφων, αν είσαι ξένος και δη Τούρκος είναι προφανέστατα πολύ πιο εύκολο και ανέξοδο να σε στοχοποιήσουν και να σε επικρίνουν αυστηρά για τις συμπεριφορές σου εν θερμώ μέσα σε ένα ματς ή στις συνεντεύξεις μετά.

Ενώ αν είσαι Έλληνας (και με κομμουνιστικό οικογενειακό πεντιγκρί μάλιστα) ελάχιστοι θα ενοχληθούν όταν κάνεις συστηματικά τον καραγκιόζη στον πάγκο, ή όταν εναγκαλίζεσαι με τα χειρότερα στοιχεία της πιο διεφθαρμένης (ακρο)δεξιάς κυβέρνησης της Μεταπολίτευσης.

Μαζεύτηκαν πολλά, λοιπόν, σε αυτά τα τρία χρόνια που το εγχώριο σύστημα ήταν δύσκολο να τα καταπιεί. Και για αυτό βλέπουμε αυτό το ξέσπασμα χαράς τις τελευταίες μέρες, συγκρατημένης από κάποιους ή άγριας από άλλους, επειδή νικήθηκε ο Τούρκος και τώρα φεύγει.

Αν όποιος έφτασε μέχρι εδώ νομίζει ότι τα γράφω όλα αυτά γιατί θέλω να παρουσιάσω τον Αταμάν ως θύμα και να πω ότι για όλα ευθύνεται το ελληνικό μπασκετικο σύστημα που τον «έφαγε» με άδικο τρόπο, καλό θα ήταν να διαβάσει και τη συνέχεια γιατί ακολουθεί plot twist.

Παρότι ο Αταμαν αδιαμφισβήτητα πολεμήθηκε από το ελληνικό μπασκετικό σύστημα όσο κανείς άλλος και παρότι μπορεί να μην έτυχε της αναγνώρισης που του άξιζε από όλους τους οπαδούς της ίδιας του της ομάδας, ο λόγος που έφτασε να αποχωρήσει μέσα σε τρία χρόνια από τον Παναθηναϊκό δεν έχει να κάνει με τίποτα από αυτά πρωτίστως.

Καταρχάς, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, όσον αφορά στη διοίκηση της ομάδας ο Αταμαν είναι με διαφορά ο προπονητής που στηρίχτηκε πιο πολύ από κάθε άλλον και με απόλυτο τρόπο στη θητεία του τωρινού ιδιοκτήτη.

Και πολλοί θα πουν εδώ, μα τι λες; Ξεχνάς το γνωστό και μη εξαιρετέο σάιτ που έχει στενές σχέσεις με το ιδιοκτήτη και όλη τη σεζόν φέτος του έσκαβε τον λάκκο; Δεν είναι αυτό απόδειξη ότι η στήριξη δεν ήταν πραγματική;

Για μένα η απάντηση εδώ είναι ξεκάθαρη.

Μια διοίκηση που έχει δώσει στον προπονητή εν λευκώ τη διαχείριση της ομάδας. Που του καλύπτει όλες τις επιθυμίες σε επίπεδο μεταγραφικών στόχων. Που δίνει εκατομμύρια για να φέρει έναν mvp Φλεβάρη μήνα ώστε να βοηθήσει τον προπονητή και την ομάδα να ξεκολλήσουν από τον αγωνιστικό βούρκο, δεν είναι μια διοίκηση που προσπαθεί να φάει τον προπονητή.

Ούτε η κριτική ακόμα και από φίλια ΜΜΕ, είτε δίκαιη είτε άδικη (και ο Αταμάν δέχτηκε και από τα δύο φέτος), μπορεί να ευθύνεται για την εικόνα της ομάδας στο παρκέ.

Δυστυχώς έχουμε και μνήμη και γνώση του παρελθόντος, και έχουμε δει από πρώτο χέρι πως κινείται αυτή η διοίκηση όταν δεν θέλει να στηρίξει έναν προπονητή.

Αυτό που θέλω να τονίσω, λοιπόν, σε αυτό το κείμενο είναι ότι ο Αταμαν δεν αποχώρησε ούτε λόγω του δεδομένου επικοινωνιακού πολέμου που δέχθηκε ούτε επειδή δεν αγαπήθηκε αρκετά από τους Παναθηναϊκούς ή από τη διοίκηση.

Ο Αταμάν που οδήγησε τον Παναθηναϊκό στην κατάκτηση της Ευρωλίγκας την πρώτη του σεζόν μπορούσε να οδηγηθεί στην έξοδο δύο χρόνια μετά μόνο επειδή έχει ηττηθεί από τον ίδιο του τον εαυτό του.

Και αυτό ακριβώς συνέβη.

Ο εφησυχασμός και η σιγουριά της απόλυτης επιτυχίας του ’24 οδήγησαν τον κόουτς σε μια σειρά λαθών τα δύο τελευταία χρόνια που σταδιακά πήραν τη μορφή χιονοστιβάδας σε ένα εχθρικό πλαίσιο που ούτε ο ίδιος ούτε η διοίκηση της ΚΑΕ εκτίμησαν ποτέ σωστά.

Όταν στην Ευρωλίγκα είσαι πάνω από μια δεκαετία μια ομάδα που τις περισσότερες σεζόν δεν χαίρει ιδιαίτερου σεβασμού από τους διαιτητές (για να το πω κομψά) ή όταν στην Ελλάδα έχεις ένα σύστημα που είναι ανοιχτά και στοχεύμενα εχθρικό απέναντι σου (βλέπε ΕΟΚ), είσαι υποχρεωμένος να βγάζεις πάντα το Α game σου για να έχεις τύχη.

Γιατί αν πας στη «μάχη» έχοντας χτυπητές αδυναμίες, τότε το σύστημα θα σε χτυπήσει αλύπητα σε αυτές και μετά θα τις χρησιμοποιήσει στην προπαγάνδα του ως άλλοθι για τις ασχήμιες του.

Ο κόουτς με τις μεταγραφικές επιλογές του τη σεζόν ’24-’25 στο 1 και στο 5 έθεσε τις πρώτες βάσεις για να γίνει ευάλωτος κι αυτός και η ομάδα του.

Την αποφράδα μέρα που τραυματίστηκε ο Lessort για παράδειγμα, η καλοκαιρινή μεταγραφή του Yurtseven ως δεύτερου σέντερ μετατράπηκε αυτόματα από απλώς ατυχής επιλογή σε δαμόκλειο σπάθη.

Παρότι ο Παναθηναϊκός είχε μεγαλύτερο ταλέντο από την προηγούμενη σεζόν που πήρε την κούπα, δεν κατάφερε να παίξει το ίδιο καλό ή καλύτερο μπάσκετ τον δεύτερο χρόνο. Κατάφερε ωστόσο να κάνει μια καλή πορεία στην Ευρωλίγκα και να πάει στο Φ4.

Και αυτή την πορεία την πιστώθηκε ο Αταμάν, για αυτό και κανείς δεν αμφισβήτησε τον κόουτς μετά την απώλεια του πρωταθλήματος παρότι αυτό χάθηκε με πλεονέκτημα έδρας.

Μια απώλεια που ήλθε λόγω των γνωστών τραγικών επικοινωνιακών πρακτικών του ιδιοκτήτη πρωτίστως, αλλά και λόγω της αδυναμίας του ίδιου του Αταμάν να μην τσιμπήσει στο τυράκι των κόκκινων προκλήσεων μέσω της διαιτησίας και όλου του εθνικιστικού καρακιτσαριού στο ΣΕΦ.

Το πρόβλημα είναι ότι ούτε ο ιδιοκτήτης, αλλά κυρίως ούτε ο ίδιος κόουτς αντιλήφθηκαν το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος τότε, αλλά συνέχισαν στο ίδιο συννεφάκι.

Ειδικά ο κόουτς δεν κατάλαβε ποτέ την απόλυτη ανάγκη να γίνει πιο προσεκτικός και να κάνει τις καλύτερες δυνατές επιλογές σε παίκτες που να μπορούν να παίξουν το δικό του μπάσκετ σε απόλυτο βαθμό, έχοντας δύο ισάξιες πεντάδες, παρότι η οικονομική δυνατότητα ήταν εκεί.

Αντ’ αυτού έκανε εκ νέου επίφοβες επιλογές το καλοκαίρι στο 1 και στο 5 που φώναζαν από μακριά ότι έβαζε ακόμα πιο δύσκολα στον εαυτό του για τη νέα σεζόν.

Όλα αυτά καταδεικνύουν την εντελώς λάθος νοοτροπία με την οποία προσέγγιζε το μεγάλο διακύβευμα της χρονιάς που είχε μπροστά του, δηλαδή ένα Φ4 στην έδρα της ομάδας του.

Η προσπάθεια να παίξει το μπάσκετ με το οποίο νίκησε το ’24, αλλά με τους Σλούκα και Grant να είναι 2 χρόνια μεγαλύτεροι και τους Shorts και Holmes να αποδεικνύονται ακατάλληλοι να το υπηρετήσουν σωστά για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, οδήγησε την ομάδα σε έναν φαύλο κύκλο.

Η καθυστέρηση στην προγραμματισμένη επιστροφή του Lessort ήταν απλώς η χαριστική βολή που ανέδειξε πόσο μεγάλο ήταν το ρίσκο του κόουτς να μην θωρακίσει το 5 ούτε το καλοκαίρι, αλλά ούτε και όταν έγινε επίσημο ότι ο παίκτης θα αργήσει σημαντικά να γυρίσει, πηγαίνοντας all in σε έναν σέντερ που προερχόταν από μακροχρόνιο σοβαρό τραυματισμό.

Ο νόμος του Murphy λέει ότι “οτιδήποτε μπορεί να πάει στραβά, θα πάει”, αλλά ο κόουτς μάλλον δεν τον έχει ακούσει ή δεν του έχει δώσει τη δέουσα προσοχή. Οι τραυματισμοί και οι μακροχρόνιες απουσίες κομβικών παικτών, όπως του Nunn στη RS ή του Σλούκα στα playoff, εντάσσονται ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο.

Το καλοκαίρι του ’25 με την ομάδα να έχει κερδίσει μόνο το κύπελλο Ελλάδας ο Αταμάν με τις επιλογές του δημιούργησε ακριβώς εκείνες τις συνθήκες, στις οποίες ο νόμος του Murphy βρίσκει απόλυτη εφαρμογή.

Και αυτό ενώ για τη σεζόν που ερχόταν ο ίδιος και ο Παναθηναϊκός είχαν έξτρα λόγους να προετοιμαστούν όσο καλύτερα μπορούςαν.

Ήταν η σεζόν στην οποία έπρεπε η ομάδα να εμφανιστεί καλύτερη και πιο δυνατη αγωνιστικά και πνευματικά από ό,τι ήταν ακόμα και στο τέλος του ’24 όταν στέφθηκε πρωταθλήτρια Ευρώπης.

Αντί όμως να θωρακίσει την ομάδα και τον εαυτό του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, κάνοντας τις καλύτερες προσθήκες τόσο το καλοκαίρι όσο και εγκαίρως κατά τη διάρκεια της σεζόν, ο κόουτς επέλεξε να υιοθετήσει μια στάση “δε βαριέσαι, κουτσά στραβά θα τα καταφέρω και έτσι”.

Και φυσικά πήγαν όλα στραβά.

Και ήταν αυτή η προσέγγιση οδήγησε από ένα σημείο και μετά στα προβλήματα στα αποδυτήρια.

Η αδυναμία να διαχειριστεί σωστά το υλικό που αυτός διάλεξε, ειδικά η άρνηση (ή αδυναμία) του να προσαρμοστεί στα skills κάποιων παικτών του αντί να προσπαθεί να τα καθυποτάξει στο δικό του σύστημα, σε συνδυασμό με τους τραυματισμούς βασικών παικτών προκάλεσαν μια άνευ προηγουμένου αγωνιστική κατηφόρα στο δεύτερο μισό της σεζόν για το πιο ακριβό ρόστερ της διοργάνωσης.

Οι επαγγελματικές ομάδες είναι ζωντανοί οργανισμοί και βασίζονται στις καλές σχέσεις των μελών τους που δευτερεύοντως έχουν να κάνουν με το αν συμπαθούν ο ένας τον άλλον σε προσωπικό επίπεδο. Πρωτίστως έχουν να κάνουν με, και απορρέουν από, την κοινή πίστη ότι το πλάνο δουλεύει.

Και μιλάμε για το πλάνο του προπονητή που θέτει τις βάσεις της ομαδικής λειτουργίας.

Αυτή η πίστη στο πλάνο του Αταμάν ήταν προφανές ότι είχε χαθεί από ένα σημείο και μετά τη φετινή σεζόν. Και αυτό εννοούμε όταν λέμε ότι έχασε τους παίκτες.

Οι όποιες αγωνιστικές αναλαμπές ήλθαν ως αποτέλεσμα της υπερπροσπάθειας όλων, τόσο του κόουτς όσο και των παικτών, σε κρίσιμα σημεία να βγάλουν τον καλύτερο τους εαυτό.

Αυτή όμως δεν είναι συνταγή επιτυχίας. Είναι συνταγή απελπισίας που σπάνια δουλεύει, ειδικά όταν ούτε η τύχη ούτε το παρασκήνιο είναι με το μέρος σου.

Οι τίτλοι τέλους στη θητεία του Αταμάν στον Παναθηναϊκό έπεσαν ουσιαστικά τη μέρα που αποφάσισε μετά το εκπληκτικό 0-2 στη Βαλένθια να αλλάξει το αμυντικό του πλάνο στο ΟΑΚΑ και να χάσει δυο ματς εκεί μέσα με πανομοιότυπο τρόπο, χάνοντας ουσιαστικά και το Φ4.

Η σειρά με τη Βαλένθια είναι βασικά η επιτομή αυτού που προσπαθώ να πω σε αυτό το κείμενο. Ότι ο Αταμάν μπορούσε να ηττηθεί μόνο αν το ήθελε ο ίδιος, μόνο από τον κακό εαυτό του δηλαδή. Και αυτό ακριβώς συνέβη σε εκείνη τη σειρά που είναι καθρέφτης ολόκληρης της φετινής σεζόν.

Είδαμε τον καλύτερο εαυτό του Αταμαν να κάνει δύο σερί νίκες εκτός έδρας against all odds και μετά τον χειρότερο εαυτό του να δίνει το δικαίωμα στον αντίπαλο για μια επική ανατροπή στο ΟΑΚΑ.

Η αποχώρηση του κόουτς από την ομάδα μπορεί να δρομολογήθηκε μετά από αυτή την αποτυχία, ωστόσο θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι αυτή από μόνης της εξηγεί και δικαιολογεί αυτήν την αποχώρηση.

Αντίθετα το τέλος της θητείας του Αταμάν πρέπει να προσεγγιστεί και να γίνει κατανοητό σφαιρικά ως το λογικό και αναπόφευκτο αποτέλεσμα της συνολικής πορείας της ομάδας επί των ημερών του.

Μια πορεία που υπήρξε σταθερά καθοδική μετά τον πρώτο χρόνο επειδή ο ίδιος δεν έκανε τη δουλειά του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο βάσει του υψηλού πήχη που αυτός έθεσε, αλλά και βάσει των δυσκολιών που είχε να αντιμετωπίσει.

Ο Αταμάν ξεκίνησε με μια απόλυτη και ανεπανάληπτη επιτυχία επιβεβαιώνοντας τον τίτλο του winner που τον συνόδευε. Συνέχισε με μια μέτρια δεύτερη σεζόν όπου το ισοζύγιο θα μπορούσε να είναι θετικό αν δεν είχε χαθεί το πρωτάθλημα, και μετά είχε μια κάκιστη τρίτη σεζόν όταν όλοι περίμεναν και απαιτούσαν ότι θα κάνει bounce back.

Και το πρόβλημα σε αυτήν την τρίτη σεζόν δεν ήταν απλώς η αποτυχία να κάνει bounce back στους τίτλους. Ήταν ο άσχημος τρόπος που απέτυχε σε μια χρονιά που είχε ένα μεγάλο “πρέπει”. Το “πρέπει” να αποτελέσει ένα νέο ορόσημο για τον σύλλογο.

Το ’24 ο Αταμάν έθεσε τις ισχυρότερες βάσεις που θα μπορούσε να ελπίζει κανείς για να κυριαρχήσει ο Παναθηναϊκός τα επόμενα χρόνια. Δύο χρόνια αργότερα είχε την απόλυτη ευκαιρία και τις ιδανικές συνθήκες για να θεμελιώσει αυτήν την κυριαρχία με το Φ4 να γίνεται στο σπίτι του και το μπάτζετ της ομάδας να είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη.

Η ομάδα που παρουσίασε όμως δεν κατάφερε να παίξει μπάσκετ της προκοπής στο μεγαλύτερο διάστημα της σεζόν, τερμάτισε 7η στην Ευρωλίγκα και τελικά έμεινε εκτός Φ4.

Σε έναν οργανισμό όπως ο Παναθηναϊκός, με αυτό το μπάτζετ, με την τεράστια ιστορία, και με τη δυναμική μιας φανατικής οπαδικής βάσης, αυτή η πορεία δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει σε τέλος εποχής.

Οτιδήποτε άλλο θα έβαζε τον κόουτς ως πρόσωπο πάνω από την ομάδα και θα υποθήκευε σοβαρά την επόμενη σεζόν.

Ο Αταμάν αποχώρησε γιατί εντέλει απέτυχε να παγιώσει την κουλτούρα νίκης που ο ίδιος επανέφερε, διαμορφώνοντας μια κατάσταση στην οποία δεν μπορούσε να λειτουργήσει πλέον σωστά. Να είναι δηλαδή αποτελεσματικός όντας ο εαυτός του.

Και αυτό το κατάλαβε πρώτα ο ίδιος στο τέλος.

Αλλά παρότι έφυγε μετά από μια μεγάλη αποτυχία, δεν έφυγε ως εν γένει αποτυχημένος.

Οι οπαδοί του Παναθηναϊκού, ακόμα και αυτοί που δεν τον αγάπησαν ποτέ, θα (πρέπει να) τον θυμούνται πάντα για τα μοναδικά συναισθήματα χαράς που τους χάρισε με τον άθλο του ’24. Για το γεγονός ότι αποκατέστησε με τρόπο ονειρικό τη χαμένη περηφάνεια τους μετά από 12 χρόνια ανομβρίας στην Ευρώπη.

Την αρνητική πλευρά της θητείας του, δηλαδή τον εφησυχασμό και τα λάθη που οδήγησαν από τον απόλυτο θρίαμβο στην απόλυτη αποτυχία, οφείλει να τα θυμάται η διοίκηση που συμμετείχε και συνέβαλε από την πλευρά της σε αυτά, και οφείλει να τα λάβει σοβαρά υπόψιν του ο επόμενος προπονητής ως μάθημα ζωής.

Και αυτό το μάθημα ζωής λέει ότι για να έχεις τύχη στη διαμορφωμένη κατάσταση δεν πρέπει να εφησυχάζεις, αλλά να δίνεις το 150% συνεχώς και σε όλα τα επίπεδα, γιατί το παραμικρό λάθος θα το πληρώνεις διπλό.

Και ίσως αυτό το μάθημα ζωής να γίνει ένας επιπλέον λόγος για να νιώθουμε ευγνώμονες στον κόουτς Αταμάν στο εγγύς μέλλον.