In the nuclear world the true enemy cannot be destroyed.
Έβλεπα τις προάλλες το Crimson Tide και φυσικά λίγο καιρό μετά όλα στον Παναθηναϊκό θα έπρεπε να το θυμίζουν.
To χειρότερο με το συγκεκριμένο τμήμα σε αυτή του την εκδοχή είναι ότι είναι υποχρεωμένο να λειτουργεί άρτια στελεχωμένο και όλα στο τμήμα να βρίσκονται στο peak της αγωνιστικής και λειτουργικής τους δύναμης προκειμένου να μην αποδίδει κάτω από τις δυνατότητές του.
Ή τέλος πάντων για να το πω πιο απλά να μην πυροβολεί τα πόδια του.
Ξεκινώντας από το τελευταίο φυσικά εννοώ την λογική να θέτει από μόνο του ένα «πρέπει» στους τελικούς με τον Ολυμπιακό.
Γιατί;
Ρωτάω απλά και χωρίς απολύτως καμία περαιτέρω σκέψη, επιθυμία, ή προκατάληψη.
Γιατί;
Γιατί ο Παναθηναϊκός που μόλις έχει κερδίσει το 7ο, ολογράφως τον ΈΒΔΟΜΟ ευρωπαϊκό τίτλο. Ο Παναθηναϊκός που απέχει έτη φωτός σε λάμψη και δυναμική από τους περισσότερους ευρωπαϊκούς συλλόγους. Ο Παναθηναϊκός που μόλις έχει συμμετάσχει στο δεύτερο συνεχόμενο F4 καθιστώντας εντός και εκτός συλλόγου σαφές ότι έχει έρθει για να μείνει. Ο Παναθηναϊκός που έχει κάνει όλα τα παραπάνω στηριζόμενος σε ένα κλειστό γκρουπ παικτών και προπονητή δείχνοντας σε όλους τους τόνους ότι το μέλλον με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο του ανήκει.
Αυτός ο Παναθηναϊκός θέτει στον εαυτό του ότι «πρέπει» να κερδίσει, μάλλον όχι να κερδίσει, να «αποτελειώσει» τον Ολυμπιακό.
Και τί πάει να πει να «αποτελειώσει» τον Ολυμπιακό; Δηλαδή πώς ακριβώς θα τον τελείωνε; Τί θα γινόταν; Θα αποχωρούσε ο Μπαρτζώκας; Και τί θα γινόταν με αυτό; Θα ερχόταν ο Σπανούλης.
Θα αποχωρούσαν οι Αγγελόπουλοι; Και τί θα γινόταν με αυτό; Θα ερχόταν αυτός που περιμένει τη στραβή.
Τί πάει να πει να τελειώσεις τον Ολυμπιακό και ως πότε ο Παναθηναϊκός θα άγεται και θα φέρεται από το τί κάνει στον Ολυμπιακό;
Και μην ακούσω χαζομάρες.
Όταν ήμουν 10 χρονών ναι δεν ήθελα ούτε εγώ να χάνω από τον Ολυμπιακό και δεν θέλω ούτε σήμερα και δεν θα θέλω και ποτέ.
Σήμερα όμως είμαι σε μια ηλικία που έχω καταλάβει ότι και να κερδίσω τον Ολυμπιακό δεν θα πάψει να υπάρχει.
Κοινώς, θα πρέπει να τον κερδίσω και αύριο.
Και από όταν πέρασα τα 10 κατάλαβα ότι δεν θα μπορώ να τον κερδίζω πάντα.
Πώς γίνεται λοιπόν μετά από τόσα χρόνια να βλέπω την ομάδα μου να κάνει κακό στον εαυτό της ακόμα και όταν πηγαίνουν όλα όσο καλύτερα θα μπορούσαν να πηγαίνουν, στο καλύτερο σενάριο των καλύτερων σεναρίων, του καλύτερου δυνατού σύμπαντος..
επειδή έχασε από τον Ολυμπιακό;
Ως πότε θα πρέπει να λέμε τα αυτονόητα, ότι ο μοναδικός που έχει να χάσει από την κόντρα με τον Ολυμπιακό είσαι εσύ;
Παίζει ο Παναθηναϊκός του ευρωπαϊκού, του φάιναλ φορ, του συγκεκριμένου συνόλου παικτών και τεχνικού επιτελείου Τελικούς Ελληνικού Πρωταθλήματος για τους οποίους θα ντρεπόταν ο οποιοσδήποτε να πει ότι συμμετείχε, όχι ότι κέρδισε και έχασες.
SO FUCKING WHAT?
Και για να προλάβω. Γράφω ό,τι γράφω μετά λόγου γνώσεως ότι ενώ τα παραπάνω θα ακούγονταν εύηχα στα αυτιά ενός φίλου Ολυμπιακού αναγνώστη, το τελευταίο statement θα τα γκρέμισε.
Οπότε θα ξαναρωτήσω.
Πώς είναι δυνατόν να μην καταλαβαίνεις ότι κάθε μία ομάδα εκ των δύο θα θέλει πάντα να κερδίζει την άλλη σε οποιαδήποτε συνθήκη και κάθε ένα εκ των δύο οικοσυστημάτων θα έχει κοινές, εγγενείς, ενστικτώδεις αναφορές όταν μιλάει για την ομάδα του;
Και αν το κάνεις, ως πότε θα σου πάρει να καταλάβεις ότι ο Παναθηναϊκός είναι μεγαλύτερος σύλλογος από τον βασικό του αντίπαλο στο συγκεκριμένο άθλημα;
Και δεν το λέω με διάθεση να μειώσω τον Ολυμπιακό.
Και ο βασικός λόγος είναι γιατί έχω την μάλλον ατυχία να τον έχω προλάβει από όταν δεν είχε κανείς εκ των δύο αιωνίων κανέναν ευρωπαϊκό τίτλο και για την ακρίβεια ο Ολυμπιακός έδειχνε ότι θα φτάσει πρώτος στο τέρμα.
Επειδή λοιπόν ο χρόνος είναι ο χειρότερος γιατρός, ο Παναθηναϊκός εδώ που είναι σήμερα, δεν έχει την πολυτέλεια να διαλύεται, ή μάλλον να αυτοκαταστρέφεται απλά επειδή «έχασε από τον Ολυμπιακό.»
Θυμίζω ότι ο Παναθηναϊκός έχασε κάπου 20 στα 20 πρωταθλήματα Ελλάδας από τον Ολυμπιακό σε άλλο άθλημα.
Ας πούμε ότι έχει μάθει να ξεχωρίζει τί και πώς.
Ο λόγος που τα λέω είναι γιατί τα ίδια φαινόμενα δεν τα είδαμε μόνο πέρυσι. Τα είδαμε και φέτος.
Ανεξαρτήτως των δεδομένων ανορθογραφιών και των δεδομένων προβλημάτων που αντιμετώπισε η ομάδα τη φετινή σεζόν, ο Παναθηναϊκός πριν δεν ήταν ποτέ ίδιος με τον Παναθηναϊκό μετά το παιχνίδι με τον Ολυμπιακό.
Ή για να το λέγαμε αλλιώς, «μας αποτελείωσε.» Είδες τί ωραία έχει ο καιρός γυρίσματα;
Ναι λοιπόν, μάντεψε.
Οι δύο ομάδες θα ξαναπαίξουν μέσα στη χρονιά. Και μετά θα ξαναπαίξουν. Και όποιος από τους δύο χάσει θα προχωρήσει σε αλλαγές. Και αν η επένδυση είναι ανάλογη των τελευταίων χρόνων, τότε όλοι όσοι έρθουν θα είναι από το πάνω ράφι.
Και η ζωή θα συνεχιστεί.
Η τεχνητή όμως πίεση. Η κρίση που οδηγεί σε διάλυση. Που οδηγεί σε βιαστικές αποφάσεις και αλλαγές εν μέσω της σεζόν. Που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε αποτυχία.
Αυτά μπορούν να αποφευχθούν. Μπορεί να γίνει;
Είχε γίνει μέχρι τους περσινούς τελικούς με τον Ολυμπιακό. Ε, ας πούμε ότι κάτι πέτυχε η ομάδα σε αυτό το διάστημα.

Τέλος πάντων.
Για να μην γυρίζω περισσότερο γύρω από τον άξονα μου.
Αν θεωρήσουμε ότι ο Παναθηναϊκός θα είναι σε ένα μεσοδιάστημα η ομάδα που περιμένει να δει άμεσες και μεγάλες επιτυχίες, σίγουρα επί του βασικού του αντιπάλου, τότε αυτό που καθίσταται κεφαλαιωδώς αναγκαίο είναι η στελέχωσή του να είναι κάθε χρόνο απόλυτα επιτυχημένη, η αγωνιστική του ταυτότητα να μην διαταράσσεται εντός της σεζόν από κανέναν παράγοντα και επικουρικά να ακολουθεί την ομάδα μια γερή δόση τύχης.
Αν συμβαίνουν όλα αυτά ταυτόχρονα ο Παναθηναϊκός θα παίρνει κάθε χρόνο το ευρωπαϊκό.
Αν υπάρχουν τραυματισμοί, εχθρικές διαιτησίες, λάθη στη στελέχωση ή κακές βραδιές ο Παναθηναϊκός θα έχει πρόβλημα.
Και επειδή έχω αναφέρει αρκετά τον Ολυμπιακό.
Την συγκεκριμένη περίοδο ο Ολυμπιακός παίζει ένα μπάσκετ που βγάζει πρωτίστως αυτοπεποίθηση, με τους περισσότερους εκ των παικτών του να παίζουν είτε πάνω είτε και πέρα των δυνατοτήτων τους.
Ο προπονητής του δε, διανύει ένα από τα καλύτερα διαστήματά του σε θέμα αποδοχής εντός και εκτός ομάδας.
Είναι εδώ καλό σημείο να υπενθυμίσω ποια ήταν η κατάσταση εντός και εκτός ομάδας δύο μήνες πριν;
Είναι καλό σημείο να υπενθυμίσω ποια ήταν η γνώμη του κόσμου του Ολυμπιακού για τον Μπαρτζώκα;
Για τον Βεζένκοφ;
Για τους Αγγελόπουλους;
Ποια θα ήταν άραγε η εξέλιξη αυτού του συνόλου αν από τη μία ο Μπαρτζώκας και από την άλλη οι Αγγελόπουλοι έβγαζαν στα μανταλάκια όποιον έβρισκαν μπροστά τους την εκάστοτε κακή μέρα;
Μα θα μου πεις αυτοί είναι αυτή τη στιγμή στον Παναθηναϊκό, έτσι λειτουργούν, θα έπρεπε να το περιμένεις.
Αφ’ ενός θα πω εδώ ότι οι ίδιοι ήταν και τα προηγούμενα δύο χρόνια και ο Παναθηναϊκός λειτούργησε ακριβώς όπως πρέπει να λειτουργεί.
Και αφ’ ετέρου θα πω ότι προσωπικά έχω ξεπεράσει ψευδαισθήσεις ότι στον αθλητισμό πρέπει όλοι να είναι politically correct για να πετύχει μια ομάδα.
Ή για να το πω διαφορετικά αν παίκτες, παράγοντες, προπονητές μιλάνε εντός ομάδας την ίδια γλώσσα, το τί πιστεύω εγώ ή εσύ για το πώς πρέπει να συνεννοούνται δεν έχει απολύτως καμία σημασία και η γνώμη μας δεν έχει κανέναν λόγο ύπαρξης.
Το θέμα λοιπόν στην προκειμένη είναι ένα.
Ο Παναθηναϊκός είναι σε κρίση. Και είναι σε κρίση που επηρεάζει πλέον τους πάντες.
Αυτό που στα δικά μου μάτια είναι απολύτως εμφανές, είναι ότι η κρίση στην οποία βρίσκεται σήμερα ο Παναθηναϊκός έχει αγωνιστικές αιτίες, οι οποίες για τον ένα ή τον άλλο λόγο, είτε δεν έχουν ταυτοποιηθεί σωστά, είτε δεν έχει υπάρξει η βούληση να καλυφθούν.
Για να δώσω ένα παράδειγμα.
Ο Παναθηναϊκός λίγο πριν την προσθήκη του Φαρίντ βρισκόταν και πάλι σε κρίση. Όλως τυχαίως έρχεται ο Φαρίντ από το πουθενά -στην κυριολεξία από το μπασκετικό πουθενά- και βγαίνει MVP του μήνα στην Ευρωλίγκα.
Και ως δια μαγείας δεν υπάρχει κρίση.
Λέω είτε για λανθασμένη ταυτοποίηση, είτε για απουσία βούλησης.
Υπάρχει κάποιος που δεν καταλαβαίνει την αγωνιστική ανάγκη να έχει το συγκεκριμένο ρόστερ έναν αθλητικό ψηλό με μέγεθος, αθλητικότητα και motor, αν όχι ανάλογο του Λεσόρ -το οποίο ο καθένας καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να βρεθεί- τότε σίγουρα ας πούμε ΟΧΙ ΑΝΑΛΟΓΟ του Ομέρ Γιούρτσεβεν;
Δηλαδή έχω πει κατ’ επανάληψη τη γνώμη μου από το καλοκαίρι και δεν το κάνω άλλο γιατί θα θεωρηθεί πλέον bullying, αλλά δεν έχει καταστεί σαφές με τις μέχρι σήμερα εμφανίσεις του παίκτη ότι δεν είναι σε θέση να εξυπηρετήσει το πλάνο της συγκεκριμένης ομάδας;
Δεν μιλάω για Ταϊρίκ Τζόουνς στον Ολυμπιακό, για οποιαδήποτε άλλη επιλογή προσπεράστηκε ή δεν επιλέχθηκε γιατί δεν μπορώ να γνωρίζω τις ειδικές συνθήκες της κάθε μεταγραφής.
Μιλάω όμως για την ανάγκη σε χαρακτηριστικά.

Όπως κάτι ανάλογο μπορώ να πω και για τον επίσης τελευταία στο επίκεντρο Σορτς.
Μετά από τόσους μήνες και από ένα τόσο μεγάλο δείγμα, πώς δεν έχει ταυτοποιηθεί ακόμα το πρόβλημα της στελέχωσης γύρω από έναν παίκτη χωρίς σουτ και μέγεθος;
Πώς αυτός ο παίκτης θα ταιριάξει στο backcourt με τον 36 ετών Κώστα Σλούκα σε μια ομάδα της οποίας τις υπόλοιπες θέσεις πληρώνουν παιδιά της αθλητικότητας του Ρογκαβόπουλου, του Μήτογλου, του Γιούρτσεβεν, της αμυντικής νωθρότητας του Ναν, ή της πλήρους ανυπαρξίας του Γκριγκόνις;
Είναι τυχαίο ότι παίζουν πλέον 40 λεπτά ο Γκραντ και ο Χουάντσο;
Ή για να το πάω απέναντι, μιας που είναι της ημέρας, είναι τυχαίο ότι ο Μπαρτζώκας σε ομάδα με τον Βεζένκοφ και τον Φουρνιέ, πήρε τον Γουόρντ, τον Χολ, τον Ταϊρίκ και τον.. Ντιλίκινα περιμένοντας τον Γουόκαπ;
Θα κάνω εδώ μία παρένθεση στο θέμα Σορτς.
Ο παίκτης προφανώς δεν είναι αυτό το αίσχος που παρακολουθούμε το τελευταίο διάστημα και καταλαβαίνω ότι σε θέματα διαχείρισης μιας ομάδας η τελική ευθύνη βαραίνει τον προπονητή.
Ακούω επίσης το επιχείρημα ότι δεν μπορεί να είναι τυχαίο ότι μετά τους Βιλντόζα και Μπράουν, ο παίκτης που καλείται να λειτουργήσει ως χειριστής πίσω ή και μπροστά από τον Σλούκα να γίνεται non-factor.
Το θέμα εδώ είναι ότι το αντεπιχείρημα είναι εξίσου ή και πολύ μεγαλύτερο.
Και συνήθως στο μπάσκετ τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά (αν και τα κλικ πολύ λιγότερα) όταν δεν ψάχνεις κάπου να ρίξεις το ανάθεμα.
Ο παίκτης που όλοι οι εκάστοτε γκαρντ έρχονται να καλύψουν είναι ο Κώστας Σλούκας.
Ο Σλούκας είναι παίκτης με ιστορικά υψηλό IQ, τρομακτικό εύρος παραστάσεων στο υψηλότερο επίπεδο, συνεργασία με μερικούς από τους καλύτερους προπονητές της Ευρώπης, μαέστρος του πνρ, με απειλή από το τρίποντο και ίσως το καλύτερο φιτ στο μπάσκετ του προπονητή για τον οποίο ήρθε να παίξει.
Πόσοι παίκτες εκεί έξω μπορούν να συνδυάσουν τα παραπάνω στοιχεία για να τον καταστήσουν αναπληρωματικό;
Δεν θα μπορούσαν άλλοι κι άλλοι. Όχι ο Βιλντόζα και ο Μπράουν που δύο χρόνια μετά είναι και οι δύο στα αζήτητα της ευρωλίγκας.
Κοινώς ο Σορτς και ο κάθε Σορτς δεν παίζει όσο θα έπρεπε, αλλά στην πραγματικότητα ο Σορτς απλά δεν είναι τόσο καλός παίκτης για να παίξει παραπάνω από τον Κώστα Σλούκα.
Δεν μπορείς να βάλεις έναν παίκτη χωρίς σουτ ΚΑΙ μέγεθος σε μια ομάδα που κατά βάση παίζει σετ. Και που κατά βάση οι ίδιοι οι τίτλοι κερδίζονται στο σετ. Ένα από τα δύο να είχε θα μπορούσε να καμουφλάρει τις αδυναμίες του. Μην ξεχνάμε ότι καμία ομάδα δεν έχει τους τέλειους παίκτες.
Αλλά εδώ έχεις έναν παίκτη που καλείται να μπει στα παπούτσια ενός all-time great και σε περιορισμένο χρόνο να διακριθεί απέναντι σε ομάδες που τον παίζουν 3 μέτρα πίσω και με τον εκάστοτε αντίπαλο του να είναι κατ’ ελάχιστον 10 πόντους ψηλότερος.
Αγωνιστικά εύχομαι να βγει από το ψυχολογικό τέλμα που πρώτα τα ίδια τα αγωνιστικά του χαρακτηριστικά και κατ’ επέκταση η πλήρης ανελαστικότητα στον τρόπο χρησιμοποίησής του οδηγούν.
Αν το κάνει θα έχει κάνει αυτό που έχουν κάνει πολλοί μεγάλοι παίκτες πριν από αυτόν.
Τον χαρακτηρισμό «μεγάλοι» ωστόσο τον απέκτησαν αφού το έκαναν, if you know what I mean.

Για να μην τα πολυλογώ.
Ο Παναθηναϊκός δεν είναι η ομάδα που δυσκολεύεται να κερδίσει την Ασβέλ και χάνει από τον Άρη. Ούτε η ομάδα που καταρρέει στα 4α δεκάλεπτα.
Το ρόστερ έχει ανορθογραφίες. Και τις έχει από το καλοκαίρι.
Το ποιος φταίει και το τί έπρεπε να γίνει είναι μια συζήτηση που δεν είναι της παρούσης και που σίγουρα δεν πρέπει να υπεισέρχεται στο μυαλό των παικτών και να κατατρώει τα σωθικά της ομάδας.
Ακριβώς δηλαδή όπως κάνει από το παιχνίδι με τον Ολυμπιακό και έπειτα.
Όλοι από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο πρέπει να καταλάβουν ότι το ψυχολογικό πρόβλημα έπεται του αγωνιστικού και να γίνουν οι κατάλληλες προσαρμογές προκειμένου να χτυπηθεί η ρίζα και όχι το περιτύλιγμα.
Κοινώς όσο και να εγκαλεί ο ένας τον εκάστοτε παίκτη και ο άλλος θεούς και δαίμονες, τα αγωνιστικά χαρακτηριστικά των συγκεκριμένων παικτών δεν πρόκειται να αλλάξουν. Ο Γκριγκόνις δεν θα γίνει ως δια μαγείας Ελάιτζα Μπράιαντ, ο Σορτς δεν θα γίνει Στεφ Κάρι και ο Γιούρτσεβεν δεν θα γίνει Στεφάν Λάσμε.
Έως τότε, φωνές εκατέρωθεν, δημόσια αναθέματα και αναβρασμός εντός και εκτός ομάδας το μόνο που πετυχαίνουν είναι να δίνουν φτερά στον Ολυμπιακό που είναι αυτός που ήθελες να καταστρέψεις εξαρχής.
Θυμίζω ότι τον μήνα που προηγείται του ντέρμπι ο Ολυμπιακός χάνει από Ερυθρό Αστέρα, Μπαρτσελόνα και Βαλένθια και ο Παναθηναϊκός κερδίζει Φενέρ, Χάποελ, Ζαλγκίρις.
Κάποιος θα έλεγε ότι η έπαρση από το σύνολο του οργανισμού πληρώνεται.
Και αυτή η έπαρση δεν ξεκίνησε ούτε σήμερα, ούτε χτες.
Ξεκίνησε ακριβώς όταν ο Παναθηναϊκός ένιωσε ότι βρίσκεται καβάλα στο άλογο και ότι οι επιτυχίες θα αρχίσουν να έρχονται μόνες τους.
Προφανώς επειδή το μπάσκετ είναι δίκαιο άθλημα και επειδή δυστυχώς ο πρωταθλητισμός έχει λάμψη αλλά απαιτεί και τελειότητα σε πολλά περισσότερα επίπεδα, αν η ομάδα θέλει να διεκδικήσει αυτά που μπορεί πρέπει να αλλάξει.
Ή μάλλον να επιστρέψει στη νοοτροπία που την έκανε Πρωταθλήτρια Ευρώπης.
Και στον τρόπο λειτουργίας του οργανισμού πριν από το glass floor και τα ταξίδια και τα 3-0.
Ο Παναθηναϊκός πήρε τον ευρωπαϊκό τίτλο τόσο πρόσφατα και ο ίδιος ο Αταμάν δημιούργησε με τόση άνεση το blueprint του πώς το παίρνεις σε επίπεδο συνόλου που είναι σχεδόν αστείο για τον οποιονδήποτε να προσπαθεί να εξηγήσει τί χρειάζεται η συγκεκριμένη ομάδα για να επανέλθει στο επίπεδο που πρέπει, τη στιγμή που θα χρησιμοποιήσει στοιχεία που ο ίδιος ο προπονητής που κρίνει εισήγαγε χωρίς να ρωτήσει κανέναν.
Ο Παναθηναϊκός της πρώτης χρονιάς είχε έναν all-time great χειριστή, ικανό να ανταπεξέλθει σε κάθε συνθήκη παιχνιδιού. Έναν all-time great σκόρερ, αμυντικούς εξολοθρευτές με σουτ στα πλάγια και έναν παίκτη με gravity στη ρακέτα. Όλοι οι υπόλοιποι ήταν είτε ρολίστες με σουτ, είτε ρολίστες με αθλητικότητα.
Και το κυριότερο όλων.
Ο κάθε ένας εξ αυτών είχε συγκεκριμένο ρόλο και κίνητρο.
Ο Σλούκας να αποδείξει ότι μπορεί να γίνει ο ηγέτης του Παναθηναϊκού, ο Ναν ότι αξίζει να βρίσκεται στο ΝΒΑ, ο Μήτογλου ότι ξεπέρασε την περιπέτεια της προηγούμενης σεζόν, ο Γκραντ ότι δεν είναι παίκτης Eurocup, ο Λεσόρτ ότι αξίζει τα λεφτά που πήρε, ο Παπαπέτρου ότι αξίζει να παίζει, ο Κώστας ότι δεν είναι για τρίτος.
Ο Παναθηναϊκός σαν σύλλογος από τη μέρα που πήρε το ευρωπαϊκό αυτό το κίνητρο το ψάχνει ακόμα.
Και όπως βλέπουμε μία με τον έναν, μία με τον άλλον, μία με τον τρίτο, το ψάχνει μονίμως με λάθος τρόπο.
Αυτό που φαίνεται ωστόσο να αγνοούν όλοι είναι ότι πιο καλό νέο από την εσωστρέφεια στην οποία έχει μπει το τμήμα δεν υπάρχει για κανέναν από όσους θέλουν να σε δουν να πέφτεις.
Εύχομαι να γίνεται κατανοητό σε όλους γιατί καταντάει κουραστικό.
Να πέφτεις σε εσωστρέφεια λόγω αδυναμίας να ακολουθήσεις τον ανταγωνισμό είναι ένα πράγμα. Να πέφτεις σε εσωστρέφεια όντας όσο δυνατός είσαι αυτή την περίοδο και με την δυναμική που έχεις σε όλα τα επίπεδα είναι τουλάχιστον αφελές.
Αφελές. Παιδιάστικο. Χαζό.
Θυμίζω ότι μετά από τις άπειρες αναλύσεις στα αθλητικά μέσα που για κάποιο λόγο όταν έχουν να κάνουν με τον Παναθηναϊκό είναι πιο δηκτικές και όταν έχουν να κάνουν με τον Αταμάν είναι πιο προσωποκεντρικές, ο Παναθηναϊκός είναι μέσα σε όλους τους στόχους.
Και αυτό πρέπει να είναι το πρώτο που πρέπει να θυμηθούν όλοι από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο.
Αρχής γενομένης από τα παιχνίδια της εβδομάδας που έρχεται, ο Παναθηναϊκός πρέπει πρωτίστως να συζητήσει. Εντός των τειχών της ομάδας. Όχι σε συνεντεύξεις τύπου, σε σάιτ, ή στο ίνσταγκραμ. Παίκτες, προπονητές και διοίκηση. Όχι με άρθρα ότι έγινε συνάντηση. Χωρίς άρθρα γνώμης.
Και πρωτίστως χωρίς υποσχέσεις.
Να ταυτοποιήσει ο οργανισμός τί είναι αυτό που χρειάζεται αγωνιστικά και να πάρει χρόνο να δουλέψει.
Οι νίκες φέρνουν αυτοπεποίθηση και αυτή είναι η πιο εκκωφαντική έλλειψη αυτή τη στιγμή στην ομάδα.
Ο Παναθηναϊκός περιμένει καιρό την μεγάλη νίκη που θα τον επαναφέρει στις ράγες. Στα δικά μου μάτια, αυτό μπορεί να περιμένει κι άλλο.
Αυτό που δεν μπορεί να περιμένει είναι η αυτοκριτική. Από όλους.
Έλεγα παραπάνω ότι τα ευρωπαϊκά θέλουν άρτια στελέχωση, υποδειγματική λειτουργία και τύχη.
Το κακό δεν είναι να μην έχεις κάποια από τα παραπάνω.
Το κακό είναι να μην τα διορθώνεις.
Όταν ο Ράμσει γελάει εξηγώντας την ευκολία με την οποία θα έριχνε πυρηνικά στην Ιαπωνία και ρωτάει τον υπαξιωματικό του αν στην περίπτωση πυρηνικού πολέμου θα ασχολούνταν με οτιδήποτε άλλο εκτός από την ολική καταστροφή του αντιπάλου, ο Χάντερ του απαντάει:
«I just think that in the nuclear world the true enemy can’t be destroyed. Ιn the nuclear world, the true enemy is war itself.»
Ελπίζω να το καταλάβουν όλοι στον Παναθηναϊκό.
Όχι για αυτούς αλλά για τον Σύλλογο.


































































































