Η ιστορία είναι γνωστή γενικά αλλά ας την ξαναπούμε.
Όταν ο Τζόρνταν μπήκε στο Hall of Fame είπε πολλά ενδιαφέροντα πράγματα. Ένα από αυτά ήταν η εξιστόρηση μιας συζήτησης που είχε με τον Tex Winter (βοηθό προπονητή των Bulls και εμπνευστή της θρυλικής τριγωνικής επίθεσης).
“Ήταν ένα ματς που χάναμε με 5-10 πόντους. Κάπου εκεί ξεσπάω και βαζω κοντά στους 25, επιστρέφουμε στο ματς και το κερδίζουμε. Φεύγοντας από το παρκέ, με κοιταζει ο Tex και μου λέει το εξής:
Δεν υπάρχει “εγώ” σε μια ομάδα (There’s no I in team)
Κοιτάζω και εγώ τον Tex και του λέω…
Υπάρχει όμως “εγώ” στη νίκη (There’s an I in Win)”
Ένας από τους βασικούς λόγους που ο Μάικ είναι ο GOAT, είναι το ότι είναι ο μεγαλύτερος νικητής που είδαν ποτέ τα ομαδικά αθλήματα. Είχε μια υπέρμετρα έντονη εσωτερική ώθηση προς την αναζήτηση της νίκης που η αλήθεια είναι ότι εξαιτίας αυτού ήταν πολλές οι φορές που υπήρξε τοξικός για το περιβάλλον του.
Ωστόσο, στο θέμα “νίκη” δεν υπάρχει πιο ειδικός.
Το ίδιο θα μπορούσαμε να πουμε και για τον προπονητή του, τον Φιλ Τζάκσον.
Οι 11 τίτλοι στο ΝΒΑ μιλάνε από μόνοι τους, ή τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε να συμβαίνει.
Υπάρχουν κάποιοι που λένε για τον Τζάκσον πως κατάφερε ό, τι κατάφερε εξαιτίας του ταλέντου των παιχτών του, με τον ίδιο να είναι κάτι σαν αχυράνθρωπος, αλλά δε μπορώ να φανταστώ πιο επιφανειακή προσέγγιση στο θέμα.
Ο Αμερικανός πολυνίκης προπονητής είχε την τύχη να διαχειριστεί –μην κάνοντας τον αχυράνθρωπο– μερικές από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες των τελευταίων τριάντα χρόνων στο άθλημα.
Shaq, Κobe και φυσικά τον MJ.
Όταν μιλάμε για αυτούς τους τρεις συγκεκριμένα, μιλάμε για παιδιά με πολύ συγκεκριμένες ιδιαιτερότητες και με ‘’εγώ’’ που έφτανε στον ουρανό. Ο coach κατάφερε να τους κάνει όλους αυτός να δουλέψουν και να κατακτήσουν Τίτλους στο ΝΒΑ. Το ότι ο Shaq αργότερα έφυγε από τους Lakers γιατί δεν μπορούσε άλλο να συνυπάρχει με τον Kobe είναι άλλης τάξεως ζήτημα. Το βασικό θέμα ήταν ότι ο Φιλ Τζάκσον κατάφερε να τους κάνει λειτουργικούς με αποτέλεσμα να κερδίσουν αυτό για το οποίο τους πλήρωνε η ομάδα. Και το έκαναν μαζί.
Δε θυμάμαι τον Τζόρνταν να παίρνει πρωτάθλημα χωρίς τον Φίλ Τζάκσον.
Στην τελική δεν ξέρω αν υπάρχει άλλος προπονητής που να έκανε εκείνον τον Ντένις Ρόντμαν (που εν μέσω Τελικών ΝΒΑ αισθάνθηκε την ανάγκη να πάει ένα διημεράκι στο Λας Βέγκας) να είναι πλήρως λειτουργικός στις ομάδες που κέρδισαν τα τότε πρωταθλήματα.
Ο Πόποβιτς πχ τον είχε διώξει από τους Spurs λόγω χαρακτήρα. Ο Τζάκσον τον έκανε ξανά πρωταθλητή με πολύ κομβικό ρόλο στις ομάδες του.
Είναι σε πλάνη όσοι θεωρούν ότι στο ανώτατο επίπεδο υπάρχουν προπονητές που κατέκτησαν πρωταθλήματα στο ΝΒΑ ή Ευρωλίγκες που ξέρουν περισσότερα “συστήματα” από τους υπόλοιπους νικητές.
Το πιο βασικό στον συγκεκριμένο τομέα είναι η διαχείριση του υλικού που έχεις, έχοντας προφανώς τις απαραίτητες γνώσεις που πρέπει να έχει ένας προπονητής.
Ειχα βαρεθεί να ακούω για τα 500135 χιλιάδες συστήματα του Πασκουάλ που όποτε τον πετυχαινε ο Ομπράντοβιτς σε πλέι-οφ, τον έπαιζε under στους χειριστές του και μπλόκαρε το σύμπαν.
Ο Ζοτς δεν είναι ο GOAT εδώ επειδή “ξερει τα πιο πολλά συστήματα “ αλλά επειδή στα πιο κρίσιμα σημεία της σεζόν εμφάνιζε πολεμικές μηχανές και έπαιρνε τους τίτλους.
Γιατί στην τελική είχε τη διαύγεια να παίξει 40 λεπτά iso με τον Μποντίρογκα στον τελικό της Μπολόνια το 2002.
Α, και ο Ζοτς ήταν κάποιος που έλεγαν για αυτόν πως καταφέρνει ό, τι καταφέρνει “επειδή έχει παιχταράδες και μεγάλα μπάτζετ “.
Οπως βλέπετε υπάρχει ένα pattern.
Τα skills ορίζουν το παιχνίδι.

Από την άλλη τώρα, υπάρχει μια διαχρονική κουβέντα για το ποιος ορίζει πραγματικά το πώς θα παίζει μια ομάδα, ο προπονητής ή οι πνευματικές και τεχνικές δεξιότητες των παιχτών.
Προσωπικά πάω με το δεύτερο.
Για παράδειγμα, αν έχεις μια ομαδα που δε σουτάρει καλά, είναι στα όρια του παραλόγου να τη βάζεις να παίζει κυρίως σε καταστάσεις 5-5 αντί να κυνηγήσεις το τρανζίσιον.
Κι όμως, ο Τσάβι Πασκουάλ αυτό ακριβώς έκανε με τον Παναθηναϊκό του 2018-19 φτάνοντας στο σημείο τελικά να φύγει απ’ την ομάδα στα μέσα της σεζόν.
Ο Ρικ Πιτίνο που τον αντικατέστησε (ακόμη ένας που “δεν είχε συστήματα”) έκανε άμεσα τη σωστή ανάγνωση της φάσης και με ένα τρομερό run από τα μέσα της χρονιάς και έπειτα οδήγησε τον Παναθηναϊκό στα πλέι-οφ.
Επιπρόσθετα τώρα, μια ματιά στη διαφορά στον τρόπο παιχνιδιού στο NCAA (και στο Ευρωπαϊκού μπάσκετ) με αυτόν του ΝΒΑ μπορεί να δώσει οριστικές απαντήσεις για το θέμα.
Είναι σαφές ότι το ελίτ ταλέντο στο κολλεγιακό πρωτάθλημα δεν είναι προνόμιο των περισσότερων παιχτών, μιας και πολλοί από αυτούς που παίζουν στις ομάδες είναι μελλοντικοί λογιστές, στελέχη επιχειρήσεων, καθηγητές κοκ.
Οπότε, θέλοντας να καταστήσεις παραγωγικά αυτά τα σύνολα οφείλεις να βρεις τρόπους που θα μπορέσουν να κάνουν αυτό το μέτριο ταλέντο να μπορεί να βάλει καλάθι, όντας παράλληλα επαρκές αμυντικά.
Είναι αυταπόδεικτο ότι για να καταφέρεις το σκοπό σου θα πας σε πιο «ομαδική λειτουργία».
Στην τελική, αν πρέπει να σηκώσεις μια πέτρα που είναι πολύ βαριά για σένα θα φωνάξεις κάποιον ή κάποιους να σε βοηθήσουν να τη σηκώσετε μαζί. Αν έχεις τη δύναμη να τη σηκώσεις μόνος σου, θα το κάνεις.
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει στο ΝΒΑ.
Το ταλέντο των παικτών είναι τέτοιο που στην πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι ικανοί να τα βάλουν και μόνοι τους, παίρνοντας επιλογές που το μάτι που έχει συνηθίσει στη θέαση του ευρωπαϊκού μπάσκετ θα τις θεωρήσει τραβηγμένες.
Ο Κέντρικ Ναν φέτος κατέδειξε με έντονο τρόπο την πραγματική διαφορά που έχει το ταλέντο του επιπέδου του ΝΒΑ σε σχέση με τον εδώ ανταγωνισμό.
Ο Ναν είναι ένας κανονικός παίχτης ΝΒΑ που λόγω κάποιων αλυσιδωτών αντιδράσεων έπαιξε πέρυσι Ευρώπη και κατέκτησε την Ευρωλίγκα παίζοντας με έναν τρόπο που φώναζε ότι ‘’δε βλέπει κανέναν’’.
Ήταν όμως και στα χέρια του κατάλληλου προπονητή που του προσέφερε το πλαίσιο για να παρουσιάσει την καλύτερη εκδοχή του εαυτού του στο παρκέ.
Περί Αταμάν και Μπαρτζώκα.

Ο Αταμάν και ο Μπαρτζώκας είναι στην πραγματικότητα φορείς δύο εντελώς αντίθετων φιλοσοφιών.
Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ γνωρίζουν καλά ότι η πλειοψηφία των εδώ ασχολουμένων με το μπάσκετ έχουν μια παραπάνω αδυναμία (sic) στον κόουτς Μπαρτζώκα παρά στον Αταμάν.
Θες γιατί είναι Έλληνας; Θες γιατί στην πραγματικότητα θεωρούν τον Αταμάν τυχερό που είχε τον Μίσιτς και τον Λάρκιν, αφήνοντάς τους “να κάνουν ότι θέλουν”;
Ή μήπως θες γιατί αυτό το μπάσκετ έμαθαν να αντιλαμβάνονται ως σωστό;
Για να γίνει πιο αντιληπτό αυτό το πράγμα ας κάνουμε μια υπόθεση εργασίας.
Έστω ότι ο Μπαρτζώκας τα τελευταία 6 χρόνια, πατώντας στις αρχές του “σοσιαλιστικού μπάσκετ της λίγης ντρίμπλας και της απουσίας ηγετών “ που πρεσβεύει στη 2η θητεία του στον Ολυμπιακό, πετύχαινε τα εξής.
• Συμμετοχή στον τελικό της Ευρωλίγκας με καινούργια ομάδα
• Εξωφρενικό μπάσκετ που πήγαινε καρφί ξανά για τελικό αλλά τον σταμάτησε ο covid
• Κατάκτηση Τίτλου
• Ξανά Κατάκτηση Τίτλου
• Μια κακή χρονιά
• Τρίτη Κατάκτηση Τίτλου τα τελευταία τέσσερα χρόνια με ομάδα που συγκροτήθηκε το ίδιο καλοκαίρι με 12 νέους παίχτες.
Προσωπικά θεωρώ ότι θα υπήρχε σοβαρή συζήτηση για το ποιός από τους Μπαρτζώκα ή Ζοτς είναι πραγματικά μεγαλύτερος.
Ας μην ξεχνάμε ότι στη διάρκεια της σεζόν 2022-23 όπου ο Ολυμπιακός έπαιξε εξαιρετικά και κατέληξε πρώτος στη regular season ακούστηκαν δημοσίως ατάκες τύπου “ο μεγαλύτερος προπονητής σε όλα τα αθλήματα”.
Στη διάρκεια της σεζόν. Χωρίς να έχει κατακτήσει την Ευρωλίγκα. Με την πίεση στο εσωτερικό να τείνει στο μηδέν μιας και ο αντίπαλος ηταν ο Παναθηναϊκός του Ράντονιτς.
Κάντε όλοι σας τώρα την υπόθεση εργασίας που ανέφερα πριν και σκεφτείτε τί θα ακουγόταν.
Γελάω.

Ας αφήσουμε όμως τις υποθέσεις και ας πάμε στα γεγονότα.
Τα χρόνια που ο Αταμάν έκανε αυτά που αναφέρθηκαν ως υπόθεση εργασίας ότι τα έκανε ο Μπαρτζώκας, ο Έλληνας κόουτς έστηνε/έχτιζε μια ομάδα με στόχο να πάρει κάποτε την Ευρωλίγκα.
Ναι, αυτή που ο Αταμάν κατάφερε να κατακτήσει φέτος από την πρώτη του χρονιά με 15 πόντους διαφορά σε ημιτελικό και τελικό.
Την 1η χρονιά του πρότζεκτ ο Ολυμπιακός βγαίνει 12ος, με την ομάδα να ζει ένα δράμα λόγω της σχέσης Μπαρτζώκα – Σπανούλη (χμ), προσπαθώντας παράλληλα να βγάλει μπροστά τον Βεζένκοφ δείχνοντας το δρόμο που ήθελε να βαδίσει ο κόουτς.
Τη 2η χρονιά, μετά από ένα ντόμινο που επέφερε η αποπομπή των ρωσικών ομάδων λόγω του πολέμου, ο Ολυμπιακός καταλήγει δεύτερος και μετά από 5 ματς με τη Μονακό πηγαίνει στο φάιναλ φορ.
Εκείνη τη χρονιά έχει έρθει στον Πειραιά το πιο κομβικό κομμάτι του παζλ για το μπάσκετ που ονειρεύεται ο Μπαρτζώκας και αυτός δεν είναι άλλος από τον Μουσταφά Φαλ.
Ο Γάλλος σέντερ είναι ο βασικός πυλώνας του παιχνιδιού του Ολυμπιακού σε άμυνα και επίθεση. Μπροστά είναι ο βασικός εκφραστής της μέσα-εξω επίθεσης που παίζει ο κόουτς. Ο συνδυασμός της dominant παρουσίας του στο ζωγραφιστό με την οξυδέρκειά του στο διάβασμα του παιχνιδιού και των κοψιμάτων των συμπαικτών του τον καθιστά στην πραγματικότητα έναν “φάρο” γύρω από τον οποίο εκτυλίσσεται η motion επίθεση της ομάδας. Από την άλλη, πίσω έχει το μέγεθος και την θαυμαστή ικανότητα για το ύψος του να παίξει στις αλλαγές, καλύπτοντας παράλληλα παίχτες σαν τον Βεζένκοφ. Γενικά να πω εδώ ότι εκτιμώ απεριόριστα τον Γάλλο, ξέρει πολύ μπάσκετ και είναι πάντα κάτι που σέβομαι.
Στο Φ4 τωρα όμως πετυχαίνει την Εφές του κόουτς Αταμάν που είναι η πρωταθλήτρια της προηγούμενης σεζόν.
Ο Μπαρτζώκας συνηθίζει αυτά τα χρόνια να δίνει σούτ από τη περιφέρεια, πολλές φορές και σε παίχτες που δεν είναι συνετό να τα δώσεις. Το κάνει συνήθως όταν παίζει ο Φαλ που είναι πολλές οι φορές που θα παίξει drop με ένα παράλληλο pack the paint (εδώ κάνει πολλή δουλειά ο Παπανικολάου, είτε με τη σωστή θέση αμυντικά, είτε με την εν γένει αντίληψή του στο θέμα).
Στην Ευρώπη του χαμηλότερου ταλέντου είναι αρκετές οι φορές που αυτό θα πιάσει, μιας και δεν υπάρχει στους χειριστές το επιθυμητό consistency στην εκτέλεση.
Στην Εφές όμως υπάρχει ο Λάρκιν.

Όταν ο Αταμάν έστησε την ομάδα το 2019 με παρόμοιο μπάτζετ που είχε εκείνη τη χρονιά και ο Παναθηναϊκός, το έκανε πατώντας απολύτως στις επιταγές του σύγχρονου μπάσκετ.
Σουτ και δημιουργία από τους χειριστές, 3&D υποστηρικτικό σύνολο, rim protection, σχετικά υψηλό pace και υποδειγματικό spacing.
Αυτό το πράγμα ακριβώς ήταν και η φόρμουλα που τον οδήγησε εκεί που τον έχει οδηγήσει, είναι στην τελική αυτό που πρεσβεύει το ΝΒΑ ως τρόπο παιχνιδιού.
Υπάρχει ο Λάρκιν λοιπόν.
Ο Αμερικανός γκαρντ που λέτε είναι αυτός που κρατάει την Εφές με τα μακρινά σούτ και γενικότερα σκορ στην αρχή του παιχνιδιού (14 πόντοι σε 15 λεπτά) που ο Ολυμπιακός ξεκινά καλά και που αναγκάζει τον Μπαρτζώκα να ανοίξει την άμυνά του, βρίσκοντας έτσι η Εφές διαδρόμους προς το καλάθι και καλά σουτ που την κρατάνε στο ματς συνολικά.
Και κάπου προς το τέλος του ημιτελικού τα χέρια αρχίζουν να τρέμουν, ψάχνοντας έναν Σπανούλη που τόσο δεν ήθελε ο κόουτς ως ρόλο στην ομάδα του.
Ο οποίος τέτοιος υπάρχει στην Εφές, είναι Σέρβος και λέγεται Βασίλιε Μίσιτς.
Μετριοκακός για τα στάνταρ του σε όλο το ματς, άστοχος, πνευματικά εκτός, πήρε το τελευταίο σούτ και το έβαλε γιατί πολύ απλά αυτοί οι παίκτες αυτό κάνουν. Το παγκόσμιο μπάσκετ έχει να διηγηθεί πολλές παρόμοιες ιστορίες.
Την 3η χρονιά τώρα, ο Μπαρτζώκας παρουσιάζει ένα πολύ όμορφο two-way basketball που τον κατατάσσει πρώτο στη regular season αλλά για το οποίο υπήρχαν κάποιες δεύτερες σκέψεις για το αν θα μπορούσε να είναι το ίδιο αποδοτικό σε συνθήκες πλέι-οφ.
Αυτές οι σκέψεις πήραν σάρκα και οστά στη σειρά με τη Φενέρ όπου ο Ιτούδης κάνει το εξής απλό.
Κόβει τις γραμμές πάσας του Ολυμπιακού, περιορίζει την κίνηση του Βεζένκοφ και προσπαθεί να οδηγήσει την ομάδα του Πειραιά σε ένα παιχνίδι ατομικής πρωτοβουλίας στο οποίο είναι εμφανές ότι δεν αισθάνεται άνετα.
Η σειρά φεύγει από την Ελλάδα στο 1-1 και το Game 3 είναι μια ραψωδία του Κώστα Σλούκα.
Δεν είναι απλά οι 25 πόντοι με 6/6 δίποντα, 3/6 τρίποντα και οι 6 ασσίστ αλλά το ότι κάνει takeover στο ματς διαλύοντας το πλάνο του Ιτούδη που έσπρωξε τον Ολυμπιακό σε ατομικές ενέργειες.
Το καλάθι στο τέλος μπαίνει γιατί ο Σλούκας αισθάνεται την εμπιστοσύνη που θέλει και που στην αντίδρασή του στα αποδυτήρια μετά το τέλος του μάτς έδειξε ότι ήθελε.
-“Ηγέτης, εσύ “
-“Κανένας ηγέτης με 20 λεπτά”
Όλοι ξέρουμε τί ακολούθησε.
Ημιτελικός με Μονακό όπου στο 3ο δεκάλεπτο γράφει ένα 27-2 πατώντας αμυντικά στο grit και την απουσία σουτ των Μονεγάσκων από τα φτερά και τελικός με Ρεάλ.
Η Ρεάλ μπαίνει στο ματς με Γιαμπουσέλε, Πουαριέ, Ντεκ έξω και έχοντας στην πραγματικότητα έναν ψηλό αναγκάζεται να παίξει ζώνη για σχεδόν 40 λεπτά.
Το ματς είναι ακόμη μια τραγική ιστορία για τον Ολυμπιακό γιατί πολύ απλά ο Μπαρτζώκας έχει στήσει μια ομάδα όπου δεν υπάρχει το “εγώ” που τόσο μετράει στους Τίτλους.
Τα τελευταία 6 λεπτά του ματς θυμίζουν αρχαία ελληνική τραγωδία με το καλάθι του Γιουλ να την ολοκληρώνει.
Πάλι χέρια που τρέμουν με τούβλα επί τούβλων και ένα μόλις καλάθι εντός πεδιάς.
Πάλι ο ένας τεράστιος παίχτης που ήταν ωσεί παρών σε όλο το ματς, έβαλε το μεγάλο σουτ και πήρε την Κούπα.
Σύμπτωση επαναλαμβανόμενη παύει να είναι σύμπτωση.
Και κάπου εδώ το πράγμα σπάει, ο Βεζένκοφ πάει να δοκιμάσει την τύχη του σε μια λίγκα που οι αντίπαλοι ψάχνουν το μισματς με παίχτες σαν κι αυτόν και ο Σλούκας υπογράφει στον Παναθηναϊκό.
Πριν τον Σλούκα όμως έχει υπογράψει ο Αταμάν.

Όσοι παρακολουθείτε το The Hateful 8 γνωρίζετε τη θέρμη με την οποία υποστήριξα την επιλογή του Τούρκου κόουτς έναντι οποιουδήποτε άλλου.
Ο βασικός λόγος που το έκανα είναι γιατί ο Αταμάν πρεσβεύει το winning basketball της σύγχρονης εποχής στην Ευρώπη και έχω πλήρη γνώση του πλαισίου που λέγεται Panathinaikos BC και παράλληλα της πραγματικής ανάγκης που έχει για νίκη, μην έχοντας καμία ψευδαίσθηση περί υπομονής για χτίσιμο κλπ.
Τί έκανε λοιπόν ο Αταμάν και ποιές είναι οι διαφορές του με τον Μπαρτζώκα;
Καταρχάς, ο Τούρκος κόουτς δε φοβήθηκε ποτέ να δώσει την ευθύνη στους παίχτες του. Ο άλλος τέτοιος που το κάνει αυτό σε έντονο βαθμό είναι ο Ζοτς. Θυμηθείτε ότι ζητάει τη γνώμη των παιχτών για την τελευταία άμυνα το 2009, τις φωνές στο Σλούκα για να πάρει περισσότερη ατομική πρωτοβουλία, για τον Μποντιρόγκα τα είπαμε πριν και πάει λέγοντας.
Από την άλλη έχω ακούσει και διαβάσει δύο φορές τον Μπαρτζώκα να αναφέρεται απαξιωτικά στο ότι ένας προπονητής δίνει το τόσο ελεύθερο στους παίχτες του να κάνουν πράγματα και μέσω αυτών να κερδίζουν ματς.
Συγκεκριμένα έχει χρησιμοποιήσει τη φράση “ισιώνω τη γραβάτα”, η πρώτη φορά ήταν μετά το επικό Game 3 του Σλούκα με τη Φενέρ (χμ), η δεύτερη τις προάλλες στη συνέντευξή του στον δημοσιογράφο Μιχάλη Στεφάνου.
Ο Αταμάν έχει πει και έχει ξαναπεί ότι δεν παίζει ο ίδιος μπάσκετ αλλά οι παίχτες του, οπότε θέλει από τους ίδιους να αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους.
Επίσης, επειδή όλα τα δάχτυλα δεν είναι ίδια, είναι πάντα σημαντικό να έχεις την απαιτούμενη ενσυναίσθηση για να αντιληφθείς ότι κάποιοι παίχτες είναι διαφορετικοί από τους άλλους.
Η διαχείριση σε Ναν και Βιλντόζα τη χρονιά που πέρασε είναι ενδεικτική.
Ο Αταμάν συνήθιζε να είναι πολύ πιο ανεκτικός στα λάθη του Ναν σε σχέση με αυτά του Βιλντόζα και νομίζω πως πλέον είναι απολύτως αντιληπτό ότι αυτό ήταν εν τέλει και το σωστό, μιας και ο Παναθηναϊκός είναι κλάμπ που θέλει να κερδίσει, αυτή η παράμετρος είναι το ίδιο το context των πραγμάτων.
Από την άλλη δε θα ξεχάσω ποτέ το πόσο κουλό μου φαινόταν αυτό του Μπαρτζώκα με τα δεκάλεπτα στο Σλούκα.
Λογικά το ίδιο φαινόταν και στον ίδιο τον Σλούκα.
Το ότι ο Έλληνας PG πήρε πολλές φορές το τελευταίο σουτ κλπ έχει τεράστια διαφορά από αυτό που είδε ως αντιμετώπιση από τον κόουτς Αταμάν που είχε μια επίθεση στημένη πάνω του.
Το αν θα πάρει ή όχι το τελευταίο σουτ είναι δευτερεύον στην όλη συζήτηση. Το βασικό είναι το να αισθάνεται ο παίχτης το σεβασμό που θεωρεί ότι πρέπει να έχει.
Και που στην περίπτωση του Σλούκα αποδεικνύεται ότι άξιζε απολύτως το σεβασμό που ζητούσε και που εν τέλει του έδειξε ο Αταμάν.
Από εκεί και πέρα, αυτό το πράγμα είναι κάτι που έχουμε δει να συμβαίνει στο μπάσκετ.
Ο Σπανούλης το 2010 έφυγε γιατί θεωρούσε πως άξιζε να είναι αυτός το #1 σε μια ομάδα. Αυτό βέβαια δε συνέβαινε στον Παναθηναϊκό επειδή ο Ζοτς θεωρούσε ως τέτοιο τον Διαμαντίδη, όχι γιατί “όλοι είναι ίσοι“.
Σε αυτό το συμβάν όμως έχουμε να κάνουμε με μια μοναδική περίπτωση δικαίωσης και των δύο πλευρών.
Ο Παναθηναϊκός του Ομπράντοβιτς και του Διαμαντίδη παίρνει την Ευρωλίγκα την αμέσως επόμενη χρονιά της φυγής του Σπανούλη και ο Σπανούλης παίρνει τις 2 επόμενες όντας ο αδιαφιλονίκητος #1 στην ομάδα του Ολυμπιακού.
Κάτι το οποίο δε συνέβη στην περίπτωση Μπαρτζώκα – Σλούκα, μιας και ο Σλούκας παίρνει αμέσως την Ευρωλίγκα και το πρωτάθλημα με αντίπαλο τον Ολυμπιακό, όντας αυτός ο MVP.
Να είμαι ειλικρινής, αυτή η ιστορία μου θυμίζει συνειρμικά αυτή του Πόποβιτς με τον Λέοναρντ.

Μετά τη φυγή του Ντάνκαν, ο Καουάι ήταν αυτός που κρατούσε τους Σπερς στα επίπεδα των διεκδικητών του Τίτλου. Το Σαν Αντόνιο έχοντας τον Λέοναρντ ως τον σταρ αυτού του συνόλου ήταν από τις πολύ λίγες ομάδες που είδα να βάζουν τόσο δύσκολα στην ίσως πιο ανίκητη ομάδα όλων των εποχών, τους Golden State Warriors δηλαδή με τον Ντουράντ μέσα.
Παρόλα αυτά, την επόμενη χρονιά υπήρξε ένα στράβωμα του Πόποβιτς με τον Λέοναρντ, με αποτέλεσμα τη φυγή του παίχτη και τον Πόποβιτς να λέει δημοσίως πως ο Καουάι δεν είναι ηγέτης.
Την επόμενη χρονιά ο Λέοναρντ κάνει εμφανίσεις που θυμίζουν τον Τζόρνταν και φέρνει το πρωτάθλημα στο Τορόντο.
Που μέχρι τότε με το που έμπαιναν οι Ράπτορς στα πλέι-οφ ο ΝτεΡόζαν γινόταν ΝτεΦρόζαν και ο Λάουρι πέταγε τις μπάλες στην κερκίδα.
Και ο Παναθηναϊκός πριν τον Αταμάν έγραφε 1-12 στις τέσσερις τελευταίες σειρές πλέι-οφ που είχε λάβει μέρος.
Στα πλέι-οφ με τη Μακάμπι ο Σλούκας γράφει τρία διαφορετικά προσωπικά ρεκόρ σε πόντους, ριμπάουντ και ασσίστ.
Α, και δεν τον παίζουν under “για να χαλάσει το μυαλό του” με αποτέλεσμα να κολλάει το σύμπαν μπροστά.
(Εκνευρίζομαι).
Ωστόσο, αυτό με το Σλούκα και το ξεκλείδωμα του επόμενου λέβελ του από τον Αταμάν είναι κατουσίαν και η ιστορία με τον Μίσιτς.

Όταν ο Σέρβος πήρε μεταγραφή από τη Ζαλγκίρις στην Εφές, πήγε ως ένα οικονομικό σε προσπάθειες γκαρντ με μέγεθος που κάποιες φορές πόσταρε μπροστά και έπαιρνε συγκεκριμένα σουτ.
Ο Μίσιτς παει στα χέρια του Αταμάν ως ένα γκαρντ των 700k και φεύγει από αυτόν ως ένας απολύτως αυτόφωτος σούπερσταρ που παίρνει ματς με το έτσι θέλω.
Όλα αυτά συμβαίνουν γιατί πολύ απλά ο Αταμάν γουστάρει την πρωτοβουλία αυτών που θεωρεί ταλαντούχους και δεν προσπαθεί να τους περιορίσει μιλώντας δημοσίως για “δημοκρατικό μπάσκετ “.
Μια παρένθεση εδώ.
Έχω δει να υπάρχει ως αντίλογος στο γεγονός ότι ο Μπαρτζώκας δε γουστάρει πλέον γκαρντ που θα κρατήσουν τη μπάλα λίγο παραπάνω και που θα παρουσιάσουν ανά στιγμές ένα πιο “εγωιστικό” παιχνίδι, το γεγονός ότι είχε τον Σβεντ στη Χίμκι και ότι ήθελε τον Ναν και τον Τζέιμς. Για να μη μιλήσω για το εντελώς αποπροσανατολιστικό “δε θέλει ταλέντο;”.
Καταρχάς να πούμε το προφανές. Ότι δηλαδή ο Μπαρτζώκας βρήκε εκεί τον Σβεντ, σε μια ομάδα τότε που πρώτα θα έφευγε ο πρόεδρος και μετά ο υπέροχος Αλεξέι.
Το ότι ο Μπαρτζώκας “είχε τον Σβεντ” δε μπορεί να σταθεί ως επιχείρημα γιατί όπως καταλαβαίνουμε δε γίνεται και αλλιώς, σε διαφορετική περίπτωση θα έφευγε νύχτα.
Επίσης, όσον αφορά τους Τζέημς – Ναν να πούμε πάλι το προφανές. Οτι παρά το ότι δεν υπέγραψαν οι συγκεκριμένοι στον Ολυμπιακό, δεν είδαμε να υπογράφει κάποιος άλλος τέτοιος παίχτης.
Ο Έβανς δεν έχει καμία σχέση με τους δύο προαναφερθέντες, είναι παίχτης που παρά το ότι πέρυσι είναι 2ος σε iso στη Λίγκα, συνεισφέρει στη ροή μιας επίθεσης σαν αυτή που τρέχει ο Μπαρτζώκας στον Ολυμπιακό και όχι κάποιος που έχει το gravity των Ναν – Τζέιμς.
Έστω όμως ότι ερχόταν ένας από αυτούς τους δύο.
Ο Ναν είναι ο παίκτης που στη ΡΟΥΚΙ του χρονιά στο Μαϊάμι είναι πρώτος σε εκτελεσμένα σουτ, σε ομάδα που έχει μέσα τον Μπάτλερ, τον Ντράγκιτς, τον Χίρο, τον Αντεμπάγιο κλπ κλπ.
Κοινώς, ο κόουτς Σπόλστρα αντιλαμβάνεται ότι για να είναι αποδοτικός ο Κέντρικ πρέπει “να του δώσεις μπάλες “. Το ίδιο αντιλαμβάνεται και ο Αταμάν και έτσι ο παίχτης γράφει πέρυσι 28,4% usage.
Δε μπορώ να βρω το πώς θα κολλήσει στη φιλοσοφία Μπαρτζώκα που ευαγγελίζεται τη λίγη ντρίμπλα, κάτι το οποίο φυσικά ισχύει και για τον Μάικ Τζέημς, δε χρειάζεται να μπούμε σε ιδιαίτερες αναλύσεις για αυτό.
Όσον αφορά τώρα το “για να τον θέλει κάτι θα σκέφτεται”, να με συγχωρέσετε αλλά θα επιλέξω το δρόμο της ορθής λογικής.
Τον δρόμο δηλαδή που έδειχνε ότι ο Σίκμα ήταν αστεία επιλογή τη στιγμή που ο Ολυμπιακός είχε ψηλούς που ζουν στο ζωγραφιστό – ήταν κάτι που τόνιζα και τη στιγμή της μεταγραφής.
Όλως περιέργως είδα τον Μπαρτζώκα να το αντιλαμβάνεται υπερβολικά αργά και να το δηλώνει στην πρόσφατη συνέντευξή του.
Ως εκ τούτου, στις περιπτώσεις των Ναν – Τζέιμς είναι πολύ πιθανό να θεωρήθηκε εκ μέρους του κόουτς ότι το σύστημά του “θα τους φτιάξει”.
Αυτό το πράγμα θυμίζει τις περιπτώσεις ανθρώπων που μπήκαν σε σχέση με άλλους, βλέποντας από πριν τί είναι, πιστεύοντας ότι θα τους αλλάξουν και καταλήγοντας εν τέλει να τους κράζουν επειδή δεν άλλαξαν.
It happens.
Κλείσιμο παρένθεσης.
Ένα τελευταίο για τις διαφορές τους τώρα είναι το ζήτημα της αλαζονείας που συνδέεται κιόλας με τη μεγάλη παρένθεση που άνοιξα πριν.
Το υπάρχον πλαίσιο είναι ένα που γενικότερα δε γουστάρει τη φάση του Αταμάν αισθητικά, μιας και έχει γαλουχηθεί με την απολύτως βαλκάνια αντίληψη των πραγμάτων που έφεραν εδώ μαζί τους οι Σέρβοι “στρατηγοί” των περασμένων χρόνων που συνδυάστηκαν με κατακτήσεις τίτλων, συν προφανώς την καθεστηκυία περί των πραγμάτων φιλοσοφία και συμπεριφορά.
Ωστόσο, το βασικό θέμα είναι να δούμε γιατί η αλαζονεία θεωρείται κάτι κακό.
Το βασικό πρόβλημα που επιφέρει η αλαζονική συμπεριφορά είναι η μεγαλύτερη πίστη στον εαυτό σου από ότι πρέπει, είναι κάτι σαν την υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων σου στο τιμόνι όταν είσαι υπό την επήρεια αλκοόλ.
Αυτό το πράγμα είτε οδηγεί κάποιον σε αβλεψίες, είτε σε υποτίμηση του όποιου αντιπάλου με αποτέλεσμα στο τέλος να μην ξέρει από πού του ήρθε.
Στην περίπτωση του Αταμάν δεν υπάρχει κάτι τέτοιο γιατί πολύ απλά ο Τούρκος κοουτς “walks the talk”, είναι η ειδοποιός διαφορά στα πράγματα.
Αν κάποιος μιλήσει σαν τον Αταμάν, πει δηλαδή ότι θα κάνουμε το ένα και το άλλο και στο τέλος δεν κάνει τίποτα, τότε αυτός ο τύπος δε μπορεί να χαρακτηριστεί τίποτα άλλο παρά ως ένας αλαζόνας γραφικός φαφλατάς.
Είναι αλήθεια ότι ο δρόμος που επιλέγει ο Αταμάν είναι δύσκολος και κυρίως επικίνδυνος, γιατί πολύ απλά δίνεις πάτημα να σου ασκηθεί πολύ πιο έντονη κριτική.
Την ίδια στιγμή όμως αξίζει τα kudos όλου του κόσμου γιατί κατάφερε ότι φαινομενικά ακατόρθωτο ευαγγελίστηκε.
Από την άλλη πλευρά τώρα, ο Μπαρτζώκας επέδειξε πολύ έντονα δείγματα αλαζονείας με την ερμηνεία που δόθηκε προηγουμένως.
Τα αποτελέσματα αυτής της αλαζονείας ήταν η πίστη ότι το σύστημά του θα είναι ικανό να καλύψει το κενό του Σλούκα με τους Γκος, Σίκμα κλπ.
Επίσης, η πίστη αυτά τα χρόνια σε αυτό το πράγμα τον έκανε να μην έχει παίχτη που να πάρει τη μπάλα στα χέρια σε συνέχεια, έχοντας δείξει προηγουμένως ο ίδιος ο κόουτς την απαραίτητη εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του.
Ο Σλούκας βαζει το μπάζερ με τη Φενέρ γιατί είναι το μοναδικό ολόκληρο παιχνίδι του στη δεύτερη θητεία του στον Ολυμπιακό που θυμίζει τον Σλούκα που είδαμε φέτος στον Παναθηναϊκό.
Στην πραγματικότητα η φετινή χρονιά του Σλούκα από το Φλεβάρη και μετά είναι το Game 3 με τη Φενέρ σε λούπα.
Μαντέψτε γιατί.

Επίλογος.
Η φετινή χρονιά ήταν διδακτική, ερχόμενη ως επιστέγασμα των σεζόν που προηγήθηκαν.
Καταρχάς, ο Αταμάν κεφαλαιοποίησε την παρουσία και τις επιτυχίες του στην Εφές, αποδεικνύοντας ότι η πορεία του εκεί δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας συναστρίας αλλά ενός πλάνου που αποδεικνύεται το πιο νικηφόρο στην από εδώ πλευρά του Ατλαντικού.
Το πλάνο δηλαδή που σέβεται και πατάει στα skills των αθλητών, κατανοώντας πλήρως ότι αυτά είναι που ορίζουν το παιχνίδι.
Από την άλλη πλευρά, η πίστη του Μπαρτζώκα σε ένα μπάσκετ χωρίς ηγέτες, κοινώς χωρίς κάποιον να πάρει τη μπάλα στα χέρια όταν το παιχνίδι το απαιτήσει – που πάντα το απαιτεί – αποδεικνύεται ότι πολύ απλά δεν αρκεί.
Τουλάχιστον αυτό συμβαίνει μέχρι τώρα, μετά από 3 συνεχόμενες παρουσίες στο Φ4 που από το μέχρι τότε αφήγημα περί επιτυχίας του εγχειρήματος, έγιναν εν μια νυκτί 3 χαμένες ευκαιρίες (που οκ, η αλήθεια είναι κάπου στη μέση).
Μια ματιά στις ομάδες που κατέκτησαν την Ευρωλίγκα στον τρέχοντα αιώνα αρκεί για να καταδείξει του λόγου του αληθές.
Στα 00s οι ομάδες ήταν φορτωμένες με πυρηνικά, οπότε δε χρειάζεται να συζητήσουμε αν υπήρχαν οι παίχτες που λέμε, μια ματιά αρκεί – και ζαλίζει.
Στα 10s υπάρχει ο Διαμαντίδης, ο Σπανούλης, οι Τσάτσο, Γιουλ και Ρούντι, η Μακάμπι χρειάστηκε τον Ράις να βάλει τη μπέρτα του Μπάτμαν στο Φ4 του ’14, Ντε Κόλο και Μίλος, Μπογκντάνοβιτς, Κλάιμπερν.
Και στα 20s υπάρχουν μέχρι τώρα ο Λάρκιν με τον Μίσιτς, ο Γιουλ ήταν αυτός που έβαλε το μεγαλο σουτ με τον Ταβάρες να φυλάει Θερμοπύλες σε όλο το ματς και τον Τσάτσο να ρίχνει μαχαιριές και φυσικά ο Σλούκας με τον Ναν.
Για να αποφευχθεί οποιαδήποτε παρανόηση στο ζήτημα που εξετάζεται στο κείμενο, όταν αναφέρεται η ανάγκη παρουσίας «τέτοιων» παιχτών δε σημαίνει ότι αυτοί οι παίχτες κάνουν του κεφαλιού τους ή ότι παίζουν μόνοι τους.
Οι πραγματικά καλές ομάδες είναι ως επί το πλείστον two-way, είναι ανάγκη να είναι τέτοιες.
Επίσης οι περισσότερες είχαν τους unsung heroes τους, AC Law, Andres Nocioni, Jerian Grant και πάει λέγοντας.
Πάντα το σύνολο είναι αυτό που θα κάνει μια ομάδα να γίνει μέρος της κορυφογραμμής, το ζήτημα που τίθεται εδώ είναι η ανάγκη παρουσίας παιχτών σαν τον Σλούκα στα χέρια του Αταμάν, τον Ναν, τον Λάρκιν , τον Σπανούλη κοκ ούτως ώστε να κάνουν αυτά τα σύνολα νικηφόρα.
Ο ίδιος ο Τζόρνταν το αναφέρει στον τότε λόγο του, αν χρειαστεί να παίξει «a team format» θα το κάνει, αρκεί να ξέρει πως οτιδήποτε κάνει θα το κάνει για να κερδίσει.
Εδώ να πω ότι δεν αναφέρομαι στο ΝΒΑ γιατί εκεί είναι δεδομένο ότι πρέπει να έχεις τους σούπερσταρς που θα πάνε την ομάδα ένα βήμα παραπέρα, η εξαίρεση στη φάση που επιβεβαιώνει τον κανόνα είναι οι Πίστονς του ’04.
Γυρνώντας στα δικά μας ξανά, έχω την αίσθηση ότι ο Μπαρτζώκας αισθάνθηκε αυτά τα χρόνια στον Ολυμπιακό πως είναι ανέγγιχτος και σε αυτό βοήθησε πολύ η ανυπαρξία του Παναθηναϊκού του παρκαρίσματος και του Ράντονιτς.
Για να τα λέμε όλα όμως, αν κάτι ώθησε πολύ προς αυτή την κατεύθυνση ήταν και η σχεδόν θρησκευτικού επιπέδου στήριξη στο πρόσωπό του από ένα πολύ μεγάλο μέρος του κόσμου του Ολυμπιακού και Ελλήνων μπασκετικών δημοσιογράφων.
Ωστόσο.
«Am I not your superhero?» φωνάζει ο Aldrahn στην εισαγωγή του Ion Storm, μόνο και μόνο για να συμπληρώσει ουρλιάζοντας «Am I not your golden chain?».
Όταν μπαίνεις σε μια τέτοια λούπα είναι σύνηθες να κάνεις τα στραβά μάτια σε λανθασμένες επιλογές και συμπεριφορές, τρέχοντας μετά να τα μαζέψεις με έναν τρόπο που προκαλεί μειδιάματα.
Όπως και να ‘χει βέβαια, ο Μπαρτζώκας είναι top class προπονητής και είναι πιθανό είτε να αλλάξει ρότα είτε πολύ απλά μια από τις προσπάθειες του πλάνου του κάποτε να πετύχει.
Ωστόσο, τα γεγονότα μέχρι σήμερα έχουν γράψει Αταμάν και το έχουν κάνει με χρυσά γράμματα.
Ο Τούρκος κόουτς ήρθε στην Αθήνα, έστησε μια ομάδα από το μηδέν, το έκανε με τον τρόπο του και κατέκτησε το έβδομο αστέρι.
Ένα Έβδομο Αστέρι που όσο ξεμακραίνει τόσο μεγαλύτερο φαίνεται.
Και ο τρόπος που το έκανε όλα αυτά τα χρόνια ο Αταμάν, δείχνει ότι το έκανε κατανοώντας μια πολύ μεγάλη αλήθεια του αθλήματος την οποία και ξεστόμισε ο μεγαλύτερος όλων εκείνο το βράδυ.
There’s an I in Win.



































































































