Ο MVP Γιάννης κι ο Παρθενώνας

Ο MVP Γιάννης κι ο Παρθενώνας

Στον κόσμο της τεχνολογίας και του ίντερνετ η ιστορία καταγράφεται κυρίως μέσα από εικόνες.

Μέχρι και πριν μερικές δεκαετίες οι άνθρωποι κυρίως διάβαζαν για κάτι που έγινε.

Τώρα κυρίως το βλέπουν να συμβαίνει.

Ζωντανά ή σε μαγνητοσκόπηση, ή μέσα από φωτογραφίες.

Όλο και λιγότεροι έχουν την όρεξη, τη θέληση ή και το χρόνο να διαβάσουν ένα κείμενο. Όλοι όμως θα καθήσουν να δουν ένα βίντεο ή μια εικόνα.

Η δύναμη της εικόνας είναι απαράμιλλη και έχει βάλει το κείμενο σε δεύτερη μοίρα.

Στον δικό μας ελληνικό μικρόκοσμο, αλλά και στον μακρόκοσμο του ΝΒΑ και των εκατομμυρίων θαυμαστών του ανά την υφήλιο, η πιο δυνατή εικόνα των ημερών ήταν αυτή του Γιάννη Αντετοκούνμπο να παραλαμβάνει το βραβείο του MVP στο διασημότερο πρωτάθλημα μπάσκετ στον κόσμο.

Η φωτογραφία με τον Γιάννη να κρατάει το βραβείο στο ένα χέρι και με το άλλο να τραβάει το σακάκι του με τρόπο ώστε να φανεί η εικόνα του Παρθενώνα στη φόδρα έκανε το γύρο όλου του κόσμου.

Μαζί έκανε και χιλιάδες καρδιές στην Ελλάδα να σκιρτήσουν για το παιδί των μεταναστών που γεννήθηκε και μεγάλωσε εδώ και παρότι έφυγε μικρός για άλλες πολιτείες αρνείται πεισματικά να ξεχάσει από που ξεκίνησε.

Αυτό εδώ το κείμενο όμως δεν είναι άλλο ένα από τα πολλά των ημερών για το συγκινητικό success story του Γιάννη.

Είναι ένα κείμενο για τη σχέση ενός ολόκληρου λαού με τον Γιάννη και αυτό που θα έπρεπε να αντιπροσωπεύει.

Αλλά είπαμε, οι εικόνες είναι πιο δυνατές από τα λόγια.

Πάμε σε μια άλλη εικόνα, λοιπόν.

Μια εικόνα που συγκλόνισε τον κόσμο μερικά χρόνια πριν. Αυτή του μικρου Αϊλάν να κείτεται άψυχος και ξεβρασμένος στα παράλια της Τουρκίας.

Δεν θα μάθουμε ποτέ τι θα μπορούσε να κάνει ο Αϊλάν στη ζωή του.

Μπορεί να γινόταν διάσημος και επιτυχημένος σαν τον Γιάννη, μπορεί και όχι.

Μπορεί να γινόταν ένας καλός οικογενειάρχης και τίμιος εργαζόμενος, μπορεί και όχι.

Μπορεί να γινόταν και εγκληματίας, μπορεί και όχι.

Απλώς δεν θα το μάθουμε ποτέ.

Γιατί δεν του δώσαμε την ευκαιρία.

Ούτε στον Γιάννη τη δώσαμε. Ο Γιάννης, σε αντίθεση με τον Αϊλάν, απλώς στάθηκε τυχερός.

Στην πραγματικότητα στάθηκε τριπλά τυχερός

Όχι μόνο δεν έφαγε την οικογένειά του το μαύρο σκοτάδι στον δύσκολο δρόμο τα ξενιτιάς.

Όχι μόνο ευτύχησε ο ίδιος να μην έχει κάποιο κακό συναπάντημα με ναζιστές κυνηγούς κεφαλών στους δρόμους της Αθήνας, όπως πχ. ο άγρια δολοφονημένος από νεοναζιστές Shehzad Luqman.

Αλλά, λόγω του ταλέντου του στον αθλητισμό, κατάφερε και να ξεφύγει από τον κοινωνικό αποκλεισμό, στον οποίο είναι καταδικασμένη η πλειοψηφία των μεταναστών στη χώρα μας.

Ας επιστρέψουμε, όμως στην αρχική εικόνα.

Ο Γιάννης με το βραβείο του MVP στα χέρια χαμογελάει και τραβάει το σακάκι για να φανεί ο Παρθενώνας.

Χιλιάδες ελληνικές καρδιές ανασκιρτούν βλέποντας τη φωτογραφία.

Οι δηλώσεις περηφάνειας στα σόσιαλ μήντια δίνουν και παίρνουν.

Είναι πιο εύκολο να δηλώνεις περήφανος για κάτι που κατάφερε κάποιος που θεωρείς ότι σε εκπροσωπεί.

Είναι πιο δύσκολο να χαρείς για κάποιον άλλον χωρίς να ψάχνεις την αντανάκλαση της επιτυχίας του απάνω σου.

Σε κάθε περίπτωση, όλοι, δεξιοί, κεντρώοι και αριστεροί, μπορούν εύκολα να ταυτιστούν με έναν μετανάστη που κατάφερε να φτάσει από το κοινωνικό ναδίρ στο ζενίθ και τη στιγμή της απόλυτης επιτυχίας του προβάλλει την ελληνική ταυτότητά του.

Ο Γιάννης ενώνει...

Ο ηγέτης της δεξιάς παράταξης και εν αναμονή πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, δεν είχε κανένα πρόβλημα να του δώσει δημόσια συγχαρητήρια στο τουίτερ γιατί “μας κάνει περήφανους”.

Είναι ο ίδιος πολιτικός που σε σύμπνοια με το υπόλοιπο κόμμα του είχε καταψηφίσει το δικαίωμα ανθρώπων όπως ο Γιάννης που γεννιούνται και μεγαλώνουν στην Ελλάδα να λογίζονται ως Έλληνες, να έχουν δηλαδή το αυτονόητο δικαίωμα του πολίτη της χώρας που έμαθαν για πατρίδα τους.

Πολλοί έσπευσαν να καταγγείλουν την υποκρισία του κ. Μητσοτάκη, αλλά εδώ κάνουν ένα μεγάλο λάθος.

Ο κ. Μητσοτάκης και οι ιδεολογικοί συνοδοιπόροι του δεν είναι καθόλου υποκριτές όταν σπεύδουν να δώσουν συγχαρητήρια σε έναν μετανάστη, όπως ο Γιάννης Αντετοκούνμπο.

Αντίθετα είναι απόλυτα πιστοί στα πιστεύω τους.

Για αυτούς ο Γιάννης είναι η πλήρης επιβεβαίωση του κοινωνικού δαρβινισμού, τον οποίο πρεσβεύουν.

Τον αντιμετωπίζουν ως ένα ζωντανό παράδειγμα που επιβεβαιώνει τη θεωρία του δυνατού που καταφέρνει να επιβιώσει από το περιθώριο στο οποίο είναι αποκλεισμένος και εντέλει να ξεχωρίσει λόγω των ικανοτήτων του.

Ο αποκλεισμός, τον οποίον ψήφισαν και συνεχίζουν να πρεσβεύουν, αφορά στους χιλιάδες απλούς ανθρώπους που δεν μπορούν να καταφέρουν ό,τι ο Γιάννης.

Το αφήγημα του κ. Μητσοτάκη και των ομοϊδεατών του λέει ότι οι ικανοί/άριστοι θα βρουν τρόπο να ξεχωρίσουν υπό οποιεσδήποτε συνθήκες.

Οι υπόλοιποι στη χειρότερη των περιπτώσεων θα έχουν την τύχη του Αϊλάν ή του Λούκμαν. Στην καλύτερη θα παραμείνουν περιθωριακοί, μη-πολίτες στην ίδια τους τη χώρα.

“Γιατί αυτό τους αξίζει.”

Ο Τάσος Αναστασίου, ένας από τους καλύτερους αν όχι ο καλύτερος γελοιογράφος της εποχής μας, εικονοποίησε με τον πλέον εύστοχο τρόπο αυτή την εν πολλοίς κυρίαρχη νοοτροπία στην κοινωνία μας με μια εκπληκτική γελοιογραφία.

Μια εικόνα χίλιες λέξεις…

Ο επιτυχημένος Γιάννης, λοιπόν, είναι εύκολο να είναι αποδεκτός και δημοφιλής, έστω και για επικοινωνιακούς λόγους, σε ένα ευρύ φάσμα της κοινωνίας, από αριστερούς αντεθνικιστές μέχρι και δεξιούς υπερπατριώτες.

Δεν είναι τυχαίο ότι πολιτικοί και πολιτικάντηδες από διάφορα κόμματα έσπευσαν να με τον απαράμιλλα γλοιώδη τρόπο τους να καπηλευτούν την επιτυχία του.

Οι μόνοι που φαίνεται να ζορίζονται με αυτήν είναι οι χυδαίοι εθνικιστές και υπάρχει λόγος για αυτό.

Η ελληνικότητα του Γιάννη ακυρώνει τη δική τους.

Αν ο Γιάννης είναι Έλληνας τότε η ελληνικότητα δεν μπορεί να είναι στο αίμα. Για αυτούς ο Γιάννης είναι μαύρος και έχει γεννηθεί από Νιγηριανούς γονείς, άρα δεν μπορεί να είναι Έλληνας.

Βέβαια δεν χρειάζεται να είναι κανείς Έλληνας για να σκέφτεται με όρους χυδαίου εθνικισμού.

Ο πρόεδρος και GM των Τορόντο Ραπτορς, Μασάι Ουτζίρι, νιγηριανής καταγωγής και ο ίδιος, έσπευσε να δηλώσει μετά την ανακήρυξη του Γιάννη σε MVP ότι δεν είναι Έλληνας αλλά Νιγηριανός.

Προσπερνάμε εδώ το γεγονός ότι μια τέτοια δήλωση αγνοεί επιδεικτικά τον αυτοπροσδιορισμό του ίδιου του Γιάννη και πάμε στην ουσία.

Η ουσία είναι ότι ο Γιάννης μπορεί να είναι και Έλληνας και Νιγηριανός και δεν υπάρχει καμία λογική στον κόσμο που τον υποχρεώνει να κατηγοριοποιηθεί μόνο ως το ένα ή ως το άλλο.

Ή μάλλον υπάρχει.

Είναι η λογική του χυδαίου εθνικισμού που φυσικά και δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό προνόμιο.

Είναι η λογική που λέει ότι Έλληνας ή Νιγηριανός γεννιέσαι, δεν γίνεσαι

Ωστόσο, για να μη αδικούμε τους χυδαίους εθνικιστές δεν είναι όλες οι δηλώσεις τους ανόητες.

Κάποιες είναι και πονηρές.

Όταν ο Γιάννης δηλώνει περήφανος που είναι Έλληνας και επιδεικνύει τον Παρθενώνα του λένε όλοι μπράβο, όταν το κάνει κάποιος με Έλληνες γονείς τον διασύρουν και τον λένε εθνικιστή” – σπεύδουν να τονίσουν κάποιοι με νόημα.

Μια τέτοια δήλωση κλείνει πονηρά το μάτι στα κοινωνικά αντανακλαστικά που έχουν ανάγκη να διαχωρίσουν τον καλό πατριωτισμό από τον κακό εθνικισμό.

Το πρόβλημα σε αυτήν την περίπτωση είναι, όμως, ότι η διαχωριστική γραμμή δεν είναι τόσο ξεκάθαρη όσο αρέσκονται να πιστεύουν αρκετοί.

Ζούμε σε μια εποχή στην οποία η ιδέα ότι ο κόσμος είναι χωρισμένος σε έθνη-κράτη είναι κυρίαρχη και όλοι οι άνθρωποι ή τουλάχιστον η συντριπτική πλειοψηφία τους αυτοπροσδιορίζονται μέσα από τη σχέση τους με ένα έθνος.

Με κοινωνιολογικούς όρους, ο εθνικισμός αποτελεί την κυρίαρχη λειτουργική ιδεολογία στις σύγχρονες κοινωνίες και όλοι μας νομιμοποιούμε και αναπαράγουμε αυτήν την ιδεολογία στο βαθμό που επικαλούμαστε την ταύτιση μας με μία εθνική κοινότητα με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

Σε αυτό το πλαίσιο ο διαχωρισμός πατριωτισμού και εθνικισμού, όπως έχει επικρατήσει στην καθημερινότητα, είναι κοινωνιολογικά αδόκιμος. Ο πατριωτισμός είναι συστατικό στοιχείο του εθνικισμού και ως εκ τουτου δεν μπορεί να είναι το αντίθετό του.

Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι ο εθνικισμός ως κυρίαρχη ιδεολογία στα έθνη-κράτη δεν έχει διαφορετικές εκφράσεις εντός του κοινωνικού συνόλου.

Υπάρχει ο χυδαίος εθνικισμός που ομνύει στην καταγωγή του αίματος, στην πολιτισμική ανωτερότητα και τον ρατσισμό.

Υπάρχει και ο λεγόμενος εθνικισμός της καθημερινότητας, στον οποίο μετέχουμε όλοι συνειδητά ή ασυνείδητα μέσα από λόγια, πρακτικές και σύμβολα.

Π.χ. όταν εκδίδουμε δελτίο ταυτότητας ή μιλάμε δημόσια για την ανάγκη να διορθώσουμε τα κακώς κείμενα στη χώρα μας. Όταν υποστηρίζουμε την εθνική μας ομάδα ή όταν πανηγυρίζουμε που ένας Έλληνας αθλητής έκανε τη χώρα του υπερήφανη. Όλα αυτά αποτελούν δήλωσεις ταύτισης με την εθνική κοινότητα.

Το πέρασμα από τον –συχνά ασυνείδητο– καθημερινό εθνικισμό στον χυδαίο και επιθετικό δεν είναι δύσκολο, καθώς οι δύο αυτές εκφράσεις του φαινομένου αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία.

Αλλά δεν είναι και απαραίτητο, δηλαδή νομοτελειακό.

Κάποιος μπορεί να χαίρεται με την επιτυχία της εθνικής ομάδας της χώρας του χωρίς απαραίτητα να πιστεύει ότι η εθνική ταυτότητα κυλάει στο αίμα του ή ότι είναι απευθείας απόγονος των αρχαίων Ελλήνων.

Και φυσικά χωρίς να μισεί τους μετανάστες “που έρχονται να του κλέψουν τη χώρα”.

Κάποιος άλλος αντίθετα μπορεί να πιστεύει και να διακηρύσσει ότι η επιτυχία της εθνικής ομάδας είναι άλλη μια απόδειξη ότι στις φλέβες μας ρέει αρχαιοελληνικό αίμα και ότι λόγω αυτής της καταγωγής παραμένουμε ανώτεροι των ξένων και ειδικότερα των απρόσκλητων “εισβολέων”.

Εδώ, λοιπόν, έγκειται και η τεράστια σημειολογική διαφορά όταν δηλώνει περήφανος ως Έλληνας ο Αντετοκούνμπο και όταν το ίδιο πράττει ο νεομακεδονομάχος που κατεβαίνει στη διαδήλωση για την ελληνικότητα της Μακεδονίας πάνω σε άλογο φορώντας περικεφαλαία.

Η δήλωση του Γιάννη είναι η απτή απόδειξη ότι Έλληνας ή Νιγηριανός δεν γεννιέσαι, αλλά γίνεσαι.

Ως τέτοια καταρρίπτει τον ισχυρισμό κάθε χυδαίου εθνικιστή που πρεσβεύει ότι κατάγεται από τον Σωκράτη ή τον Μεγάλο Αλέξανδρο.

Η ελληνικότητα του Αντετοκούνμπο είναι ένα ζωντανό, και λόγω της δημοφιλίας του, τρανταχτό παράδειγμα ότι η εθνική ταυτότητα δεν έχει σε τίποτα να κάνει με το αίμα, την αυτοχθονία και την καταγωγή.

Είναι μια κοινωνική κατασκευή.

Ο Γιάννης επιδεικνύει τον Παρθενώνα για να δηλώσει την ταύτισή του με την ελληνική κουλτούρα γιατί αυτό τον έμαθε το σχολείο: Ο βασικός ιδεολογικός μηχανισμός δημιουργίας εθνοπολιτισμικής συνείδησης.

Ταυτόχρονα ο Γιάννης μπορεί να νιώθει και Νιγηριανός γιατί ήλθε σε επαφή με αυτήν την κουλτούρα μέσω των γονιών του στο σπίτι.

Ο Έλληνας Γιάννης με νιγηριανές αναφορές είναι η καλύτερη απάντηση στην ψευδαίσθηση της εθνικής καθαρότητας.

Γι’ αυτό δεν θα ταυτιστούν ποτέ μαζί του οι ακροδεξιοί και οι νεοναζί που προπαγανδιστικά ομνύουν σε αυτήν

Ταυτόχρονα ο Γιάννης είναι και η απόδειξη του πόσο κυρίαρχος παραμένει ο εθνικισμός ως η ιδεολογία που δομεί τις σύγχρονες κοινωνίες ως πεπερασμένες πολιτικές και πολιτισμικές κοινότητες.

Είναι λόγω αυτής της κυριαρχίας που η φιγούρα ενός απογόνου μεταναστών που μεγάλωσε ως Έλληνας μπορεί να ενώσει δεξιούς, κεντρώους και αριστερούς παρότι τα κίνητρα για να ταυτιστούν μαζί του είναι διαφορετικά.

Σε αντίθεση όμως με το κλισεδιάρικο μικροαστικό αφήγημα που θέλει το success story του Γιάννη να αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για το τι μπορεί να καταφέρει κανείς με τη σκληρή δουλειά, η περίπτωση του προσφέρεται μάλλον ως το ιδανικό αντιπαράδειγμα.

Η ιστορία του Γιάννη δεν μας διδάσκει πως μπορεί να τα καταφέρει κανείς. Μας δείχνει πρωτίστως πως το ελληνικό κράτος και η ελληνική κοινωνία δεν πρέπει να μεταχειρίζονται τους μετανάστες και ειδικότερα τα παιδιά των μεταναστών που γεννιούνται στη χώρα μας και μεγαλώνουν ως Έλληνες.

Με άλλα λόγια, η ιστορία του Γιάννη μας διδάσκει ότι ως κοινωνία οφείλουμε να μην αποκλείουμε παιδιά που γεννιούνται εδώ και δεν γνωρίζουν καμία άλλη πατρίδα από την Ελλάδα, αφήνοντας τα έρμαια της τυχαιότητας.

Ο Γιάννης μπόρεσε να γίνει σταρ στο ΝΒΑ με σκληρή δουλειά επειδή πρώτα κατάφερε να επιβιώσει με αρκετή δόση τύχης μέσα σε μια κοινωνική ζούγκλα που τον είχε περιθωριοποιήσει, αρνούμενη συστηματικά να του αναγνωρίσει το αυτονόητο δικαίωμα του πολίτη.

Αν η ελληνική κοινωνία θέλει, λοιπόν, να τον τιμήσει και να παραδειγματιστεί από την ιστορία του, οφείλει πρωτίστως να σκύψει πάνω από τους χιλιάδες μικρούς και άσημους Γιάννηδες που μπορεί να μην γίνουν ποτέ σταρ του ΝΒΑ, αλλά έχουν κάθε δικαίωμα να γίνουν ισότιμοι πολίτες αυτής της χώρας.