Σύμφωνα με τον Αϊνστάιν, υπάρχουν δύο μόνο τρόποι για να ζήσουν οι άνθρωποι τη ζωή τους: ο ένας είναι σαν τίποτα να μην είναι θαύμα. Ο άλλος είναι σαν όλα να είναι ένα θαύμα.

Αυτή είναι μια φράση που ταιριάζει ταμάμ (για να μιλήσουμε στη γλώσσα του Εργκίν Αταμάν) στην κατάσταση που βιώνουμε στον μπασκετικό Παναθηναϊκό φέτος.

Οι μισοί οπαδοί του βιώνουν (και απολαμβάνουν) όλα αυτά που συμβαίνουν στην ομάδα από το καλοκαίρι και μετά, εντός και εκτός γηπέδου, ως ένα είδος θαύματος.

Οι άλλοι μισοί πάλι δεν βλέπουν κανένα θαύμα σε ό,τι συμβαίνει και ως εκ τούτου δεν απολαμβάνουν και πολύ τη διαδικασία. Κυρίως γκρινιάζουν στην πρώτη ευκαιρία, βλέπε ήττα.

Γκρίνια από γκρίνια διαφέρει βέβαια και δεν γίνεται να τσουβαλιάζουμε κάθε κριτική που ασκείται στις επιλογές του προπονητή ή στην απόδοση κάποιων παικτών, καθώς αυτό θα σήμαινε το τέλος κάθε κουβέντας για μπάσκετ.

Η πλειοψηφία όμως επιδίδεται στην γνωστή γκρίνια που μετά από κάθε ήττα σπεύδει να αποδομήσει τους εύκολους στόχους (τον προπονητή ή/και κάποιους παίκτες) και να φέρει την καταστροφή.

Και αυτό συμβαίνει σε μια σεζόν που η ομάδα, η οποία τα τρία τελευταία χρόνια βάλτωνε με συνέπεια στον πάτο της βαθμολογίας της Ευρωλίγκας, έχει βρεθεί να διεκδικεί 5 αγωνιστικές πριν το τέλος θέση στην 4αδα (έστω και με περιορισμένες πιθανότητες πλέον).

Για την επιτυχημένη αγωνιστική πορεία της ομάδας και το μερίδιο του προπονητή σε αυτήν τα έγραψε μια χαρά ο @eironhateful την προηγούμενη εβδομάδα σε ένα μοναδικό (literally) και ως εκ τούτου συλλεκτικό κείμενο, το πρωτότυπο του οποίου θα πουλήσουν κάποτε οι απόγονοι του σε δημοπρασία του Sotheby’s για να ζήσουν μια άνετη ζωή χωρίς να χρειαστεί να δουλέψουν.

Σε αυτό εδώ το κείμενο θέλω να αφήσω στην άκρη την αγωνιστική όψη του πράσινου θαύματος και να εστιάσω στη διοικητική/οργανωτική του όψη.

Και για αυτή την περίπτωση πιο ταιριαστό από το ρητό του Αϊνστάιν μοιάζει να είναι ένα ρητό του Αγίου Αυγουστίνου:

«Τα θαύματα δεν είναι αντίθετα στη φύση, αλλά αντίθετα σε ό,τι ξέρουμε για τη φύση».

Για να κατανοήσουμε, λοιπόν, το θαύμα που συμβαίνει σε εξωαγωνιστικό επίπεδο στον μπασκετικό Παναθηναϊκό από το καλοκαίρι και μετά, να το αξιολογήσουμε με ψυχραιμία, αλλά και να προσπαθήσουμε να αντιληφθούμε τις προοπτικές του, πρέπει πρώτα να ξανασκεφτούμε τί ξέρουμε για τη φύση της πράσινης ΚΑΕ στην εποχή του Δημήτρη Γιαννακόπουλου.

Αυτά που ξέρουμε πέραν πάσης αμφιβολίας είναι ότι από το ’12 που ανέλαβε μέχρι και το ’20 που πάρκαρε την ομάδα, η πολιτική των επενδύσεων που ακολούθησε ήταν συντηρητική.

Το μπάτζετ της ομάδας κινούνταν συνήθως σε αξιοπρεπή αλλά επουδενί υψηλά επίπεδα, ενώ υπήρξαν και περιπτώσεις, όπως το ’14 και το ’18, που οι καλές ομάδες που είχαν χτιστεί αποδομήθηκαν, καθώς δεν υπήρχε διάθεση ή δυνατότητα από την πλευρά του για οικονομική υπέρβαση που θα διατηρούσε τον δυνατό κορμό που είχε δημιουργηθεί.

Ο ΠΑΟ κινήθηκε σε μέτρια επίπεδα στην Ευρώπη όλα αυτά τα χρόνια (μέτρια πάντα σε σύγκριση με το δικό του επίπεδο την περίοδο προ του ’12, καθώς σε γενικές γραμμές ήταν σταθερά μια δυνατή ομάδα οχτάδας), έχοντας ως αποκούμπι την εν γένει επιτυχημένη παρουσία του στο εγχώριο πρωτάθλημα.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου ήταν η έντονη προσωπική κόντρα που καλλιέργησε ο ιδιοκτήτης με τους προέδρους του αιώνιου αντιπάλου.

Τα επίπεδα τοξικότητας αυτής της κόντρας δεν είχαν προηγούμενο και οδήγησαν σε απείρου κάλλους ενέργειες και από τις δύο πλευρές.

Η κορύφωση της τοξικότητας έφερε τη διαβόητη αποχώρηση από το ματς του κυπέλλου και εν συνεχεία από το πρωτάθλημα του Ολυμπιακού που συνοδεύτηκε από στρινγκάκια στους πάγκους, αναμνηστικές κούπες 13/2, και άναρθρες κραυγές για το πως ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος «τελείωσε» τον αιώνιο αντίπαλο.

Όλοι ξέρουμε πως πήγε αυτό.

Το τέλος της τοξικής αυτής κατάστασης ήλθε με την αλήστου μνήμης απόφαση του ιδιοκτήτη της πράσινης ΚΑΕ να αποχωρήσει από το προσκήνιο, παρκάροντας την ομάδα λόγω covid με την πρόφαση ότι πουλάει.

Αυτή η ενέργεια σηματοδότησε μια βίαιη οπισθοδρόμηση του Παναθηναϊκού στην εποχή των σπηλαίων σε αγωνιστικό επίπεδο

Ο Παναθηναϊκός των εσόδων/εξόδων όχι μόνο μετατράπηκε σε σάκο του μποξ στην Ευρώπη, αλλά έδωσε και όλη την άνεση στον αιώνιο αντίπαλό του να χτίσει ανενόχλητος μια νέα δυνατή ομάδα από το μηδέν, χωρίς τη δεδομένη πίεση του εγχώριου ανταγωνισμού.

Πολλοί τείνουν να το προσπερνούν, αλλά ο τρόπος που χτίστηκε ο τωρινός Ολυμπιακός όσο είναι δημιούργημα του κόουτς Μπαρτζώκα σε αγωνιστικό επίπεδο, άλλο τόσο είναι και μια ευγενική χορηγία του ιδιοκτήτη της πράσινης ΚΑΕ και της απόφασης του να παρκάρει τη δική του ομάδα, αφήνοντας τον Ολυμπιακό χωρίς αντίπαλο στην Ελλάδα.

Μιας απόφασης που αποδόμησε συνολικά το χαρακτήρα του Παναθηναϊκού που με πολύ αγάπη, κόπο, και χρήμα είχαν χτίσει ο Παύλος και ο Θανάσης, τόσο αγωνιστικά όσο και διοικητικά, οδηγώντας στην έξοδο σημαντικά διοικητικά στελέχη με μεγάλη εμπερία (βλ. Μάνος) αλλά και τις σημαίες της χρυσής εποχής (Φράγκι, ΔΔ).

Αν θα θέλαμε, λοιπόν, να συνοψίσουμε τη φύση της ΚΑΕ Παναθηναϊκός από το ’12 έως και πέρσι θα κάναμε λόγο για συνεπείς τάσεις αυτοκαταστροφής, βασισμένες σε ενέργειες και αποφάσεις που έπαιρνε με το θυμικό ένας εκρηκτικός και απρόβλεπτος ιδιοκτήτης, ο οποίος δεν έδειχνε καμία διάθεση να κάνει μια σοβαρή μεγάλη επένδυση με μακροχρόνιο ορίζοντα.

Σε αυτή τη βάση, όσα έχουν συμβεί σε διοικητικό/οργανωτικό επίπεδο από το καλοκαίρι και μετά καθιστούν κυριολεκτικά ένα πολυεπίπεδο θαύμα, ακριβώς επειδή είναι αντίθετα με όσα γνωρίζαμε για τη φύση του Παναθηναϊκού του Δημήτρη Γιαννακόπουλου.

Αδιαμφισβήτητα η παραχώρηση του ΟΑΚΑ ήταν η θρυαλλίδα που πυροδότησε την έκρηξη της πολυεπίπεδης ανάπτυξης του οργανισμού, αλλά από μόνη της δεν μπορεί να εξηγήσει αυτό που συμβαίνει.

Άσχετα με το ποια μπορεί να είναι η προσωπική τοποθέτηση του καθενός μας απέναντι στον Δημήτρη Γιαννακόπουλο ως άνθρωπο και παράγοντα, θα ήταν υποκρισία και ψέμα να μην παραδεχθεί κανείς ότι το πρότζεκτ που τρέχει στην ομάδα δεν έχει προηγούμενο τόσο για τα ελληνικά όσο και για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

Δεν νομίζω ότι υπάρχει οπαδός ομάδας που δεν θα ήθελε να δει κάτι αντίστοιχο να συμβαίνει και στον δικό του σύλλογο, δηλαδή ένα πρότζεκτ που πηγαίνει πέρα από ένα μεγάλο αγωνιστικό μπάτζετ και θέτει τις βάσεις για έναν τρόπο λειτουργίας της ΚΑΕ σε επίπεδα που προσομοιάζουν αυτά του ΝΒΑ.

Αν θέλουμε να εξηγήσουμε και να αξιολογήσουμε σωστά αυτές τις εξελίξεις, το κλειδί δεν βρίσκεται σε κάποια ξαφνική επιφώτηση του ιδιοκτήτη που τον οδήγησε να ανακαλύψει εκ νέου το πάθος του για την ομάδα ενώ μέχρι και πριν δύο χρόνια δήλωνε ότι δεν θέλει να ασχοληθεί ποτέ ξανά με τον Παναθηναϊκό.

Το κλειδί βρίσκεται στην επιχειρηματική φύση του Γιαννακόπουλου σε συνδυασμό με την πλήρη λειτουργία του επαγγελματικού αθλητισμού με τους όρους του καπιταλιστικού συστήματος, δηλαδή με τη λογική show me the money.

Αυτό που συντελείται στον Παναθηναϊκό δεν είναι τίποτα άλλο από μια τεράστια οικονομική επένδυση που με όχημα το ιδιόκτητο γήπεδο αποσκοπεί σαφέστατα στο να μετατρέψει την ΚΑΕ στον πρώτο ευρωπαϊκό σύλλογο που όχι μόνο δεν θα έχει οικονομική χασούρα στο μέλλον, αλλά εν καιρώ και με βάση τη δρομολογούμενη διεύρυνση της Ευρωλίγκας προς Dubai μεριά μπορεί να έχει ακόμα και κέρδη.

Είναι ακριβώς αυτό το οικονομικό υπόβαθρο που επικαθορίζει και την έτερη όψη του πράσινου θαύματος που βιώνουμε, δηλαδή την όψιμη μετατροπή του ιδιοκτήτη της ΚΑΕ σε Δαλάι Λάμα των μπασκετικών παραγόντων. Σε ακτιβιστή κατά της βίας και της τοξικότητας στους αθλητικούς χώρους.

Το ερώτημα για το αν αυτή η αναμφισβήτητα ευπρόσδεκτη μεταστροφή του ιδιοκτήτη είναι ειλικρινής ή προσποιητή, δηλαδή ένα επικοινωνιακό τρικ, έχει πολύ λίγη σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ο επικαθορισμός της από τον οικονομικό παράγοντα.

It’s the economy, stupid!

Για το ακριβό προϊόν που επιθυμεί να πουλήσει ο νέος Παναθηναϊκός του μεγαλοεπενδυτή-οραματιστή πλέον Δημήτρη Γιαννακόπουλου, η απουσία βίας στα γήπεδα και ο περιορισμός της τοξικότητας που πριμοδοτεί αυτή τη βία, είναι βασική και απαραίτητη προϋπόθεση.

Είναι αυτό το πλαίσιο μιας τεράστιας επένδυσης με κερδοφόρο ορίζοντα που επικαθορίζει και τον τρόπο με τον οποίο ο ιδιοκτήτης προσπαθεί να διαχειριστεί την αγωνιστική πορεία της ομάδας φέτος.

Δηλαδή δείχνοντας παροιμιώδη ψυχραιμία στις ήττες και στα αγωνιστικά πισωγυρίσματα για τα δικά του δεδομένα.

Μια ψυχραιμία, όμως, που έδειξε να χάνει προς στιγμήν μετά από την πρόσφατη ήττα στην Ευρωλίγκα από τον Ολυμπιακό.

Τη δεύτερη ήττα στη σειρά μετά από εκείνη που λίγο καιρό πριν στέρησε στον Παναθηναϊκό τον δεύτερο τη τάξει εγχώριο τίτλο, το κύπελλο, και η οποία είναι πολύ πιθανό να στοιχίσει το πολυπόθητο πλεονέκτημα έδρας στην Ευρωλίγκα.

Η αντίδραση σε αυτές τις ήττες ήλθε κυρίως μέσα από το γνωστό ΜΜΕ που συχνά λειτουργεί ως άτυπο «γραφείο τύπου», και το οποίο έσπευσε να ρίξει προειδοποιητικές βολές κατά του προπονητή μέσα από τη γνωστή και μη εξαιρετέα ανυπόγραφη στήλη του.

Παλιά τους τέχνη κόσκινο, αλλά, ως γνωστόν, το συγκεκριμένο μέσο δεν κάνει τίποτα στην τύχη, και σίγουρα τίποτα που πάει ενάντια στη γραμμή της ΚΑΕ.

Με αυτό ως δεδομένο τίθεται, λοιπόν, εμφατικά το ερώτημα: Πόση αλλαγή αντέχει ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος ή, για να το θέσω αλλιώς, ποια είναι τα όρια του θαύματος που συντελείται στον Παναθηναϊκό;

Για να απαντήσουμε στο ερώτημα πρέπει να πούμε κάποια πράγματα με το όνομά τους.

Η επιλογή του Εργκίν Αταμάν, του αδιαμφισβήτητου εκλεκτού του ίδιου του ιδιοκτήτη για τον πάγκο της ομάδας το καλοκαίρι χαρακτηρίζεται από μια ενδιαφέρουσα αντίφαση.

Ο Αταμάν ήταν ο εκλεκτός και προβλήθηκε ως η καλύτερη δυνατή επιλογή ακριβώς επειδή είναι ο τύπος του προπονητή που δεν διστάζει να υποσχεθεί άμεσες επιτυχίες, χωρίς να ζητάει υπομονή για να χτιστεί κάτι καλό.

Και είναι κάτι που το κάνει βασισμένος στην προϊστορία του με την Εφές που την πήρε από τον βαθμολογικό πάτο για να την εκτοξεύσει στον τελικό της Ευρωλίγκας μέσα σε μία μόνο σεζόν.

Το γεγονός αυτό δημιουργεί μια ιδιαίτερη συνθήκη στον νέο Παναθηναϊκό.

Με βάση τη γενικότερη αλλαγή νοοτροπίας, την οποία διαφημίζει με κάθε τρόπο στο πλαίσιο του νέου πρότζεκτ, ο ιδιοκτήτης καλείται να στηρίξει απόλυτα τον προπονητή που ο ίδιος προβάλλει όπου βρεθεί και όπου σταθεί ως μεγάλη δική του «μπασκετική καψούρα».

Να τον στηρίξει δηλαδή ακόμα και αν δεν καταφέρει να πετύχει αυτό για το οποίο επιλέχθηκε ως καταλληλότερος, δηλαδή τίτλους από την πρώτη σεζόν.

Οι δύο πρόσφατες ήττες από τον αιώνιο αντίπαλο ήλθαν να υπενθυμίσουν εμφατικά τόσο στον Γιαννακόπουλο όσο και στον ίδιο τον Αταμάν ότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ο προπονητής να διαψεύσει τις δεδομένα υπερβολικές προσδοκίες βάσει των οποίων αναγορεύτηκε σε καταλληλότερο – προσδοκίες τις οποίες φυσικά καλλιέργησε και ο ίδιος ο κόουτς.

Υπάρχει δηλαδή σοβαρό ενδεχόμενο ο Αταμάν να μην επαναλάβει το θαύμα της Εφές στην πρώτη του σεζόν στον Παναθηναϊκό, πράγμα το οποίο θα έπρεπε να θεωρείται και το πιο λογικό να συμβεί για όσους έχουν ελάχιστη αντίληψη από πρωταθλητισμό σε επαγγελματικό επίπεδο.

Απαράβατος κανόνας στον πρωταθλητισμό είναι ένας: there are no shortcuts to success.

Είτε κάποιος δηλώσει ανοιχτά ότι μια ομάδα χρειάζεται χρόνο, κόπο και υπομονή για να φτάσει από το μηδέν στο άριστα είτε δεν το δηλώσει, η διαδικασία χτισίματος είναι πάντα εκεί και απαιτεί χρόνο, κόπο και υπομονή.

Το φαινόμενο της Εφές που πήγε μέσα σε μία σεζόν από το μηδέν στην κορυφή είναι η απόλυτη εξαίρεση στον κανόνα.

Όσο και να ψάξουμε δεν θα βρούμε πολλές ομάδες που πήγαν από τον πάτο της βαθμολογίας στον τελικό της Ευρωλίγκας μέσα σε μία σεζόν.

Κατά κανόνα μια ομάδα που χτίζεται από το μηδέν, όσο καλά υλικά και να έχει χρειάζεται συνήθως περισσότερο από μια σεζόν για να εδραιωθεί αγωνιστικά στο ανώτερο επίπεδο και να διεκδικήσει στα ίσια όλους τους τίτλους.

Και αυτό που παίρνει δεδομένα περισσότερο χρόνο από το να χτιστεί ένας απαραίτητος αγωνιστικός κορμός με αυτοματοποιημένους κώδικες επικοινωνίας εντός και εκτός παρκέ, είναι το χτίσιμο νοοτροπίας νίκης.

Το σκληρό μέταλλο που ξεχωρίζει τις ομάδες που στα δύσκολα βγάζουν τον καλύτερο εαυτό τους και φτάνουν στους τίτλους.

Αυτά ακριβώς τα στοιχεία δηλαδή που ο Παναθηναϊκός απώλεσε εντελώς στην καταστροφική τριετία που προηγήθηκε και τα οποία καλείται να ανακτήσει τώρα υπό την καθοδήγηση ενός δοκιμασμένου νικητή, του Αταμάν.

Ο Αταμάν έχει ήδη καταφέρει να παρουσιάσει μια άκρως ανταγωνιστική ομάδα, αλλά αυτή η ομάδα χρειάζεται χρόνο και υπομονή για να αποκτήσει το απαραίτητο μέταλλο του νικήτη.

Αυτή είναι μια διαδικασία που μπορεί να μην ολοκληρωθεί φέτος, γεγονός που ενέχει τη σοβαρή πιθανότητα η ομάδα να τελειώσει τη χρονιά ακόμα και άτιτλη.

Άτιτλη βέβαια δεν σημαίνει απαραίτητα και αποτυχημένη, καθώς τα αποτελέσματα και ο τρόπος που παίζει ο Παναθηναϊκός ενώ ξαναχτίζεται από το μηδέν είναι δεδομένα καλύτερα του αναμενομένου μέχρι τώρα.

Υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν θα έπρεπε να συζητάμε καν για το αν ο Αταμάν είναι ήδη επιτυχημένος ή όχι. Θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο με ό,τι έχει παρουσιάσει στο γήπεδο ο νέος Παναθηναϊκός.

Ο μόνος λόγος για τον οποίο το συζητάμε είναι επειδή μιλάμε για τον Παναθηναϊκό του Δημήτρη Γιαννακόπουλου και, όπως λέει ο λαός, στον άνθρωπο πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι.

Και το χούι του Δημήτρη Γιαννακόπουλου ήταν και παραμένει η ανάγκη του να βρεθεί πάνω από τον Ολυμπιακό των Αγγελόπουλων στο τέλος της σεζόν.

Το γραφικό τραγουδάκι-παραγγελιά που βασανίζει τα αυτιά μας μετά το τέλος κάθε ματς στο ΟΑΚΑ είναι εκεί για να μας το υπενθυμίζει εμφατικά.

Η ομάδα βρίσκεται, βέβαια, ακόμα μέσα σε όλους τους μεγάλους στόχους της και σε τρεις μήνες από τώρα μπορεί κάλλιστα να έχει ικανοποιήσει και το χούι του ιδιοκτήτη.

Μπορεί και όχι όμως.

Είναι πιθανό να ξαναχάσει και να στερηθεί και άλλο τίτλο από τον Ολυμπιακό, την ομάδα που σε αντίθεση με τη δική μας έχτισε και συντηρεί έναν αγωνιστικό κορμό, καθώς και χαρακτήρα και νοοτροπία νίκης εδώ και τρία χρόνια και άρα έχει σαφές προβάδισμα ως προς αυτό.

Αυτή είναι και η μεγαλύτερη δοκιμασία στην οποία καλείται να ανταπεξέλθει φέτος ο ιδιοκτήτης, αν θέλει να προστατεύσει την τεράστια επένδυση που έχει κάνει.

Αντί να καίγεται να υποσκελίσει τον αιώνιο αντίπαλο από την πρώτη κιόλας χρονιά, καλείται να συνεχίσει να έχει το βλέμμα του σταθερά προσηλωμένο στο μέλλον. Να συνεχίσει δηλαδή να οραματίζεται το εγγύς μέλλον, στο οποίο ο Παναθηναϊκός οδεύει με μαθηματική ακρίβεια στην κυριαρχία σε Ελλάδα και Ευρώπη, αν μείνει απαρέγκλιτα πιστός στο υπάρχον πλάνο.

Σοβαρή επένδυση σε όλους τους τομείς και απόλυτη εμπιστοσύνη στον δις πρωταθλητή Ευρώπης προπονητή του

Ένα πισωγύρισμα από τον πρώτο κιόλας χρόνο σε πρακτικές αποδόμησης του προπονητή που ο ίδιος ιδιοκτήτης επέλεξε ως τον καταλληλότερο για να επαναφέρει την ομάδα εκεί που της αξίζει αγωνιστικά είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο το πράσινο θαύμα που έχει δρομολογηθεί.