Η πρώτη φορά που πήγα στο ΟΑΚΑ ήταν στην προπόνηση του Ντομινίκ.
Το γεγονός τότε της έλευσης του Ντομινίκ στην Ελλάδα ήταν σαν να έρχεται σήμερα ας πούμε ο Ντουράντ.
Στο παιδικό δε μυαλό μου ήταν σαν να έρχεται ένας υπερήρωας.
Γήπεδο δεν είχα ξαναπάει λόγω ηλικίας αλλά μια ομάδα την αγαπάς συνήθως νωρίτερα από την πρώτη φορά που μπορείς να πας στο γήπεδο. Οπότε όλα τα προηγούμενα χρόνια τα ζούσα όλα έντονα, ή μάλλον όταν λέω έντονα ας πούμε ότι το υποβιβάζω λίγο.
Είπα ας πούμε ότι δεν είχα ξαναπάει γήπεδο αλλά στην πραγματικότητα η πρώτη φορά ήταν λίγους μήνες πριν
Και συγκεκριμένα ένα καλοκαιρινό πρωί του 1995.
Το ΟΑΚΑ και γενικά όλος ο περιβάλλων χώρος των Ολυμπιακών εγκαταστάσεων δεν ήταν έτσι προφανώς στα 90ς. Σχετικά κοντά στο γήπεδο του ποδοσφαίρου βρίσκονταν κάτι χώροι που έμεναν τα παιδιά του στίβου (δεν έχω ιδέα πώς και αν υπάρχουν αυτά σήμερα) και πέραν αυτού είχε δέντρα, χωράφια και γενικά πολλά μέρη που μπορούσες να παίξεις μπάλα.
Το ΟΑΚΑ τώρα και η ομάδα μπάσκετ ήταν κάτι τεράστιο, οπότε μία μέρα αποφασίζουμε με ένα φίλο μου να προσπαθήσουμε να μπούμε στο γήπεδο.
You know, “παράνομα”.
Βασικά τότε, ειδικά την ημέρα, οι πόρτες κάποιων θυρών δεν κλείδωναν γιατί τις χρησιμοποιούσαν οι καθαρίστριες και γενικά όσοι βρίσκονταν στην συντήρηση του κτιρίου.
Δεν χρειάστηκε μεγάλο ψάξιμο να βρούμε ποια θα ήταν ανοιχτή ώστε να μπούμε.
Μπαίνοντας στο γήπεδο το πρώτο πράγμα που ακούσαμε ήταν μπάλες να σκάνε οπότε η φάση ήταν «λες»;
Με τα πολλά το σκεφτόμαστε από δω, το σκεφτόμαστε από κει με τον κολλητό μου λέμε do it. Κατεβαίνουμε στις μπλε και βρισκόμαστε χοντρικά στη μέση δίπλα από τα επίσημα.
And that was it.
Η ομάδα έκανε προπόνηση και η νίκη μας είχε ολοκληρωθεί. Είχαμε μπει στο ΟΑΚΑ «παράνομα» και βλέπαμε live τους παίκτες να προπονούνται.
Να κάτι που θα έλεγες την επόμενη μέρα στο σχολείο.
Εκεί που ζούσαμε τώρα μέσα στη παρανομία, γυρίζει σε μία φάση ο Οικονόμου, βλέπει ότι δύο πιτσιρίκια είναι στην εξέδρα, μας κοιτάζει και γελάει.
Αυτό ήταν. Το Έβερεστ της επιτυχίας.
Του γελάμε κι εμείς, χαιρετάμε και φεύγουμε, γιατί ξέρεις, μην μας πιάσουν τα SWAT.
Τέλος πάντων μικρός ήμουν, ο Παναθηναϊκός ήταν λίγο πολύ το πιο σημαντικό πράγμα που είχα στην προσωπική μου ζωή.
Ο Σαραβάκος φερ’ ειπείν ήταν κάτι σαν τον Άραγκορν.
Στο μπάσκετ από την άλλη ο Παναθηναϊκός μέχρι τότε έπαιζε στην Γλυφάδα οπότε ήταν μακριά από εμένα και μαζί με την μισή Ελλάδα έλεγα ότι «είμαι και Άρης».
Όλοι καταλαβαίνουμε γιατί.
Στη Γλυφάδα ωστόσο, κάπου εκεί (λέω «κάπου εκεί» για να μην γίνομαι κουραστικός, θυμάμαι ακριβώς πότε και πώς) ο Παναθηναϊκός φέρνει τον Παβλίσεβιτς -ο Παβλίσεβιτς για τους νεότερους παρότι δεν έκανε την επιτυχία που έκαναν οι επόμενοι, ήρθε ως δις πρωταθλητής Ευρώπης και γενικά ως άλλου επιπέδου προπονητής- και μαζί του τον Κόμαζετς – παιχταράς, αρρώστια και λατρεία, μία από τις πολλές της Κροατίας των 90ς- τον Βράνκοβιτς, τον Σοκ, μην τους λέω έναν έναν.
Και τον Γκάλη.
Ο Παναθηναϊκός λοιπόν της σεζόν 92-93 ήταν ο πρώτος πραγματικά μεγάλος μπασκετικός Παναθηναϊκός που θυμάμαι.
Είπα και πριν ότι ως παιδί οι εικόνες, ή μάλλον για την ακρίβεια τα συναισθήματα που σου άφηναν κάποιες εικόνες, ήταν πιο έντονα.
Στην περίπτωση μου θυμάμαι πόσο «μεγάλη» ομάδα ένιωθα ότι γουστάρω που στο ποδόσφαιρο έπαιζε ο Σαραβάκος και στο μπάσκετ ο Γκάλης.
Έχουν περάσει σχεδόν 35 χρόνια από τότε.
Τα μάτια μου έχουν δει πολλά και ο ίδιος έχω αποκτήσει αναμνήσεις από αυτή την ομάδα για δέκα ζωές. Ο Παναθηναϊκός έχει κερδίσει παιχνίδια, τίτλους, έχει χάσει παιχνίδια, έχει χάσει με οδυνηρό τρόπο, έχει διασυρθεί, έχει θριαμβεύσει. Ο Παναθηναϊκός έχει κάνει λίγο πολύ τα πάντα που θα μπορούσε να κάνει μια ομάδα σαν αυτή.
Από όλα όσα έχω ζήσει με τον Παναθηναϊκό. Σε οποιοδήποτε άθλημα και σε οποιοδήποτε επίπεδο και με οποιοδήποτε τρόπο.
Αν με ρωτούσες ποια είναι η χειρότερη στιγμή που θυμάμαι από την ομάδα.
Θα σε γυρνούσα πίσω και δεν θα σε πήγαινα σε κανένα γήπεδο και σε κανένα χαμένο σουτ και σε κανένα σφύριγμα της λήξης και σε καμία χαμένη πρόκριση και σε κανένα χαμένο γκολ, πρωτάθλημα ή ευρωπαϊκό.
Θα σε πήγαινα στο δωμάτιο που ήμουν πιτσιρικάς, μεσάνυχτα, προσπαθώντας να κοιμηθώ.
Ο λόγος που δεν μπορούσα ήταν γιατί στους δρόμους πίσω από το σπίτι άκουγες κόρνες και φωνές και πυροτεχνήματα.
Η χρονιά είναι 1994 και ο Ολυμπιακός μόλις μας έχει κερδίσει στο Τελ Αβίβ.
Ο «μεγάλος» Γκάλης είχε χάσει και ο «μεγάλος» Παναθηναϊκός που συναντούσε για πρώτη φορά στην ιστορία τον Ολυμπιακό στην Ευρώπη είχε ηττηθεί.
Και μετά ήρθε ο Κορνίλιους Τόμπσον.
Και ο προπονητής που θα γινόταν συνώνυμο της ομάδας μου.
Στην πραγματικότητα βέβαια καμία από τις δύο ομάδες δεν ήταν «πραγματικά μεγάλη» στην Ευρώπη τότε, αλλά ήταν τα πρώτα χρόνια που έλεγες ότι μπορεί να γίνουν.
Ένας που τα βλέπει τώρα έχει μάθει την ιστορία με τον Παναθηναϊκό και τον Ομπράντοβιτς να είναι αυτός που είναι.
Όσοι τα έζησαν τότε τα είδαν να γίνονται.
Ο ίδιος ο Ομπράντοβιτς για πολλά χρόνια αποκαλούνταν Γκαστόνε, υπονοώντας ότι έπαιρνε τους τίτλους κατά τύχη, επειδή είχε κερδίσει ως απόλυτο αουτσάιντερ την Ευρωλίγκα (Πρωταθλητριών τότε) τόσο με την Παρτιζάν το 1991 όσο και με τη Μπανταλόνα που λέγαμε.
Για ευνόητους δε λόγους – ή για να είμαστε ακριβείς για τους ίδιους που κάτι δεκαετίες αργότερα θα έφευγε ο Πιτίνο από την Ελλάδα ως “παπατζής” – τον Ομπράντοβιτς στην Ελλάδα τον ακολούθησε το εν λόγω προσωνύμιο για πολλά χρόνια ακόμα.
Χοντρικά μέχρι το Βερολίνο, όπου για επίσης ευνόητους λόγους σταμάτησε εντελώς.
Αλλά όλα αυτά το 1996 δεν είχαν γίνει ακόμα.
Αυτός ήταν ο λόγος λοιπόν που το πρώτο ευρωπαϊκό ήταν κάτι μεγαλύτερο. Από αυτά που έλεγες ότι δεν μπορεί να έχει συμβεί.
Το πρωτοσέλιδο Παναθηναϊκός Πρωταθλητής Ευρώπης μπήκε στο γραφείο μου σε όλα τα παιδικά μου χρόνια και μετά στο κουτί με τα αναμνηστικά.
Και στο μυαλό μου.

Ξεφεύγω.
Το θέμα τώρα με εκείνο τον Παναθηναϊκό ήταν ότι όλοι γνωρίζανε πόσο δύσκολος χαρακτήρας ήταν ο Μάλκοβιτς.
Ο Ντομινίκ είχε φύγει πριν τους τελικούς με τα γνωστά αποτελέσματα. Η ίδια η ομάδα του ευρωπαϊκού διαλύεται και με το νόμο Μποσμάν μαζεύονται καμιά δεκαριά «κοινοτικοί». Καλοί παίκτες ως παίκτες αλλά όχι η ομάδα που πήρε το ευρωπαϊκό. Ο Μαρσέλο Νικόλα και ο Φεράν Μαρτίνεθ και ο λατρεμένος Ούγκο Σκονοκίνι και ο Μίκαελ Κόχ που θα έμενε για χρόνια.
Η ομάδα του ’97 δεν πέτυχε. Για την ακρίβεια όχι απλά δεν πέτυχε. Απέτυχε ιστορικά.
Και εκείνη ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που είπα ότι οι Γιαννακόπουλοι αποκλείεται να έχουν τα λεφτά και την διάθεση να την ξαναφτιάξουν.
Να κάνω μία παρένθεση στην παρένθεση εδώ.
Αυτό που έκαναν οι Γιαννακόπουλοι το 2012 στην πραγματικότητα το φοβόμουν χοντρικά κάθε 2-3 χρόνια από το 1997.
Για την ακρίβεια δεν ήταν σταθερά 2-3 χρόνια αλλά συγκεκριμένα σημεία. Μετά τη χρονιά του Μάλκοβιτς, μετά τον Ράτζα, πριν το Σπόρτινγκ, το 2010, το 2011 και τελικά το 2012.
Ας πούμε ότι σε αυτό το διάστημα κάτι έκανε τελικά ο Παναθηναϊκός.
Πίσω στο 1998 λοιπόν.
Αναγνωρίζω ότι το να μιλάω για πράγματα τόσο παλιά είναι οριακά σαδιστικό. Ωστόσο είμαι βέβαιος ότι στο μέλλον όταν ξαναδιαβάζω αυτό το κείμενο θα σκέφτομαι πώς είναι δυνατόν να παρέλειψα τόσα πολλά.
Ο Παναθηναϊκός λοιπόν της πρώτης χρονιάς του Σούμποτιτς ήταν μια ομάδα που σου έδινε την εντύπωση ότι έφτιαξες πύραυλο και έδωσες να τον οδηγήσει αυτός που οδηγούσε το ανυψωτικό.
Όχι γιατί ο Σούμποτιτς το ένα ή το άλλο.
Αλλά γιατί ο Παναθηναϊκός από τη χρονιά των πολλών «καλών» παικτών είχε γυρίσει στα τέρατα.
Ντίνο Ράτζα, Μπάιρον Σκοτ, Φάνης Χριστοδούλου. Ο ακόμα «στο μυαλό μου» καλύτερος Έλληνας μπασκετμπολίστας μετά τον Διαμαντίδη.
Εκείνος ο Παναθηναϊκός ήταν πρωτίστως σπουδαίος γιατί μετά από αποτυχίες που σε άλλους συλλόγους θα αποδεικνύονταν καταδικαστικές, αυτός επανήλθε. Και επανήλθε όχι με τον «Σέρβικο», τέλος πάντων αυτό που έχουμε στο μυαλό μας ως «σέρβικο» τρόπο. Δηλαδή ομαδικό μπάσκετ, αλτρουισμός, αυταπάρνηση, ένας για όλους και όλοι για έναν κτλ κτλ.
Αλλά ήρθε επειδή έφερε Gods, Monsters and Men.
Είναι όπως θα κέρδιζε ο ποδοσφαιρικός Παναθηναϊκός καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα με τον Σισέ και τον Ζιλμπέρτο και τον Κατσουράνη. Είπα Ράτζα, Σκοτ, Χριστοδούλου. Έτοιμη είναι η αναλογία.

Τέλος πάντων.
Καλός, κακός, αδικημένος από την ιστορία. Μάλλον το τελευταίο. Παρόλα αυτά εκείνη η ομάδα δεν ήταν του Σούμποτιτς.
Η κουλτούρα εκείνου του Παναθηναϊκού, υπήρξε ίσως η μεγαλύτερη ιστορική τεκμηρίωση της λατρείας των Γιαννακόπουλων για αυτή την ομάδα.
Δεν μπορούσα ποτέ να πιστέψω τότε ότι μετά την φυγή του Ντομινίκ, την αλλαγή του μισού ρόστερ από τον Μάλκοβιτς, τις απανωτές αποτυχίες παντού, ότι εκείνος ο Παναθηναϊκός θα έφερνε τον Ράτζα out of all people.
Πρώτα τον Ράτζα και μετά τον Σκοτ που είχε ακόμα μεγαλύτερη καριέρα. Αλλά τον Ντίνο Ράτζα ρε φίλε. Ήταν όλα πιο uber τότε. Ή ίσως να φαίνονταν.
Αλλά ποιον κοροϊδεύω. Ήταν.
Πρωτάθλημα μετά από 14 χρόνια την πρώτη χρονιά. Αλλά απέναντι στον ΠΑΟΚ. Ναι μεν αλλά. Και την επόμενη;
Σχεδόν 30 χρόνια μετά τα πιτσιρίκια τραγουδάνε «Όπως το ’99.»
Όσοι όμως ήταν τότε πιτσιρίκια είχαν δει τον Παναθηναϊκό να κατεβαίνει στο ΣΕΦ με τον Τζεντίλε, τον Κοχ, τον Μποντιρόγκα και τον Ράτζα.
Τον Μποντιρόγκα και τον Ράτζα. Είναι αστείο να το γράφεις αυτό το δίδυμο. Τον Οικονόμου που το έβαλε από το πλάι και έδειχνε τα μάτια του στον κόσμο. Και τον Ντέγιαν Μποντιρόγκα που φιλούσε την φανέλα.
Τον Ντέγιαν Μποντιρόγκα παιδιά.

Δεν έχω γράψει πολλές φορές για τον Ντέγιαν Μποντιρόγκα.
Να είμαι ειλικρινής περισσότερο είναι γιατί θεωρώ δεδομένο πως όποιος έχει ζήσει αυτό το τμήμα δεν έχει ανάγκη να του πεις για τον Ντέγιαν Μποντιρόγκα.
Θυμάμαι ελεγα τότε ότι αν ποτέ πάρω σκύλο θα τον ονομάσω Ντέγιαν. Τελικά χρόνια αργότερα θα βρισκόμουν με ένα γάτο ονόματι Μήτσο, αλλά αυτό είναι για άλλη μέρα.
Λέγαμε για Άραγκορν πριν και για έτσι και για αλλιώς.
Ο Ντέγιαν Μποντιρόγκα ήταν ο Παναθηναϊκός τότε.
Ήταν τέτοια τα πνευματικά χαρίσματα αυτού του ανθρώπου και ήταν τέτοια η δύναμη του μέσα στο γήπεδο που δεν πρέπει να χρειάστηκαν πάνω από ένα παιχνίδι για να καταλάβεις ότι θα πάρει όλο τον οργανισμό πάνω του.
Αυτό το «ένας από εμάς» ήταν από τους πρώτους που το αποτύπωσε σε όλο του το μεγαλείο. Ή μάλλον το εγκαθίδρυσε.
Και είμαι βέβαιος ότι το ξέρει και ο ίδιος. Όχι από καμία από τις επιτυχίες του.
Αλλά από αυτό που έγινε στο Σπόρτινγκ.
Έβλεπα τις προάλλες το Steve Jobs του Danny Boyle και μου έκανε εντύπωση που ο Σόρκιν επέλεξε να περιστρέψει ολόκληρη την ταινία γύρω από την προσωπικότητα -και δη την προβληματική προσωπικότητα- του Jobs, ξεκινώντας την ιστορία από όταν αποτύγχανε, από όταν τον έδιωξαν από την εταιρεία του.
Και επιλέγει να τελειώσει όχι όταν διαγνώστηκε με καρκίνο, όχι όταν ανακοίνωσε το iPod, το iPhone, το iPad ή οτιδήποτε τέλος πάντων πέτυχε ο ίδιος με την Apple.
Αλλά όταν ανακοίνωσε το iMac.
Πριν από οτιδήποτε δηλαδή θα τον γνώριζε ο πολύς κόσμος.
4 Ιουνίου 1999.
«Ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς είναι ο νέος προπονητής του Παναθηναϊκού. Ο Γιουγκοσλάβος τεχνικός συμφώνησε σε όλα με τον Παύλο Γιαννακόπουλο και σήμερα αναμένεται στην Αθήνα προκειμένου να υπογράψει το πολυετές του συμβόλαιο.»
Και τα υπόλοιπα είναι η ιστορία που λέγαμε.
Και θα την αφήσω και εγώ εκεί, όπως την έχει ζήσει ο καθένας. Δεν χρειάζεται εμένα να του την πω.

Όταν ο Warrel Dane τραγουδάει: “You are living in a lie, your tears, repentance fills your eyes” μπαίνει τέλος πάντων με τρόπο που έχει μπει (δηλαδή μαζί με το Queen of the Reich και 3-4 τραγούδια ακόμα με έναν από τους πιο πουτσ@τους τρόπους που μπορεί να μπει κάποιος σε τραγούδι), έχει τραγουδήσει τα κουπλέ, τα ρεφρέν, τα δεύτερα κουπλέ, τα δεύτερα ρεφρέν, έχουν γίνει όλα όπως πρέπει.
Και για κάποιο λόγο ξεκινάει μια γέφυρα με ένα από τα καλύτερα breakdown στην ιστορία, συνεχίζει με σόλο και μετά μπαίνει εκ νέου η γέφυρα με τον ίδιο ρυθμό.
Για. Ποιο. Λόγο;
Ο Dane είναι βαρύτονος, ή μάλλον γίνεται βαρύτονος στην ζωή του. Τότε όμως ήταν πιτσιρικάς, τραγουδούσε όπερα. Και σου λέει δεν με ενδιαφέρει. Θα μπω στο κομμάτι φτάνοντας κατευθείαν G5 λες και είμαι η Mariah Carey. Γιατί μπορώ.
Και για τα επόμενα 30 χρόνια θα τραγουδάω αλλιώς.
Το να είσαι καλός, ή τέλος πάντων ιστορικά καλός σε κάτι είναι ένα πράγμα που δεν στο παίρνει κανένας.
Αν υπάρχει κάτι ωστόσο που θα κάνει το όνομα σου να γραφτεί στην ιστορία είναι όταν κάνεις κάτι που ο άλλος δεν περιμένει από εσένα.
Ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς είναι αυτός που είναι γιατί αυτό το έκανε από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου.
Δεν ήταν ο άνθρωπος που «κέρδιζε και με λίγα» ανεξαρτήτως αν το έχει κάνει και αυτό στη ζωή του. Δεν ήταν ο άνθρωπος που «κέρδιζε με πολλά» ανεξαρτήτως αν το έχει κάνει και αυτό στη ζωή του. Δεν είναι ο άνθρωπος που είχε έναν τρόπο παιχνιδιού, μια τεχνοτροπία, μια αγωνιστική ταυτότητα.
Δεν ήταν ένας άνθρωπος που μπορούσες να βάλεις σε οποιοδήποτε καλούπι θέλοντας να τον αποκωδικοποιήσεις ή να τον παρουσιάσεις ως κάτι που «κατέχεις.»
Δεν τον κατέχεις, πολύ απλά γιατί δεν είναι ο ίδιος.
Ποτέ.
Έλεγα το καλοκαίρι ότι από ένα σημείο και μετά με τις ανακοινώσεις των παικτών του φετινού καλοκαιριού, έφτασα σε ένα σημείο απάθειας.
Ήμουν λίγο σαν εκείνο το meme με τον Ντόναλντ που πετάγεται στον ύπνο του και σκέφτεται “πήρα τον καλύτερο παίκτη που ήθελα να έρθει φέτος στον Παναθηναϊκό; Τον πήρα.» και γυρίζει πλευρό να κοιμηθεί.
Αλλά γιατί;
Γιατί πίσω από όλο αυτό κρύβεται κάθε φορά αυτή η πουτ@ν@ η ικανότητα που λέγαμε.
Οι Νικς παίρνουν το πρωτάθλημα δίνοντας τις δύσκολες κατοχές σε έναν βασικό scorer και γύρω του μέγεθος, άμυνα, rebounding, transition και παίκτες που επηρεάζουν το παιχνίδι χωρίς να χρειάζονται διαρκώς την μπάλα.
Κάπως έτσι στα πλέιοφ σκοράρουν 345 πόντους στα τελευταία έξι δευτερόλεπτα των κατοχών τους, έναντι 166 των αντιπάλων τους.
Ανουνόμπι, Χαρτ, Μπρίτζες, αμυντικοί πολλών θέσεων, rebounders, cutters, μέγεθος, μακριά άκρα. Αλβαράδο, ΜακΜπράιντ πίεση πάνω στη μπάλα. Τάουνς να ανοίγει το γήπεδο και rim protection Μίτσελ Ρόμπινσον.
Δεν μπορείς να έχεις το τέλειο στην Ευρώπη γιατί το τέλειο πάντα θα παίζει απέναντι.
Έρχεσαι όμως να παίξεις πάνω στις ταγές του μπάσκετ του 2026.
Δεν άλλαξες τυχαία τον Οσμάν με τον Μπόνγκα. Τα έγραφε και ο @profanatica στο κείμενο του Αυγούστου δεν υπάρχει λόγος να τα επαναλάβω κι εγώ. Ούτε τυχαίο ότι τον Μπόνγκα τον ήθελαν οι Πίστονς.
Δεν άλλαξες τυχαία τον Γιούρτσεβεν με τον Γιαμπουσέλε.
Τί πρόταση έγραψα μόλις Θεέ μου.
How did it come to this? Narcosynthesis.
Ο Παναθηναϊκός ναι, ενδέχεται να χρησιμοποιεί δύο μικρότερα γκαρντ ταυτόχρονα και ναι ενδεχομένως να στοχεύονται σε αλλαγές, post-ups και επιθετικά ριμπάουντ και ναι, παρά την δεδομένη pull-up απειλή του Φρανσίσκο η δημιουργία του μένει να φανεί και ο Λεσόρ μένει να φανεί και ο Φαλ να είναι υγιής και και και.
Αλλά διάολε η φετινή ομάδα είναι το πιο μοντέρνο υβρίδιο της αρχιτεκτονικής του 90% των ομάδων που κυριαρχούν στο ΝΒΑ τα τελευταία 5 χρόνια.
Μέγεθος, ελεγχόμενο usage από αυτούς που πρέπει (δεν θα μπορούσα να σκεφτώ καλύτερο fit από τον Φρανσίσκο για τον Παναθηναϊκό του Ναν φέτος), πολλαπλές αμυντικές ταυτότητες και τουλάχιστον δύο πραγματικοί μηχανισμοί παραγωγής πλεονεκτήματος (με τον Χέιζ Ντέιβις ισχύει πάντα αυτό το how quick they forget).
Και στα γκαρντ Shorts is not walking through that door.
Όχι άλλο ο αμυντικός να περνάει κάτω από τα σκριν. Όχι άλλο ο ψηλός να κολλάει στον Λεσόρ. 7 έναντι 1.1 τριπόντων ανα αγώνα. 61% έναντι 16% των προσπαθειών από το τρίποντο. 61% έναντι 51% TS%. Μουσική για τα μάτια και άλλη μια προσθήκη που ακόμα προσπαθώ να καταλάβω πώς έγινε.
Έλεγα για τις ταγές του ΝΒΑ την τελευταία πενταετία.
Elite closer, μεγάλοι πολυθεσίτες περιφερειακοί, δυναμικό stretch-4 και ο Λεσόρ ως κατακόρυφος άξονας.
Δεν μιλάω για τον Παναθηναϊκό.
Η Παρτιζάν του 2022/23 δεν πήγε να περάσει πάνω από εκείνη τη Ρεάλ τυχαία. Θυμάμαι σε ένα σημείο στο πρώτο ματς -σε αυτό που είχε ξεκινήσει ο Σμαϊλάγκιτς- τον Ματέο να αμύνεται με Γιαμπουσέλε, Ντεκ, Ταβάρες.
Αυτό που θέλει να φτιάξει ο Ομπράντοβιτς στον Παναθηναϊκό δεν το σκέφτηκε χτες.
Μπάντιο, Μπόνγκα, Γιαμπουσέλε, Χέιζ Ντέιβις, Χουάντσο, Γκραντ, Λεσόρ. Δεν θυμάμαι από πότε έχω να δω στον Παναθηναϊκό τέτοια συσσώρευση αθλητικότητας, μεγέθους, δύναμης να καλύπτει γκαρντ επιπέδου Ναν, Σλούκα, Φρανσίσκο.
Μιλάμε για σύνολο που μπορεί να αλλάζει παντού με Γκραντ, Ναν, Μπόνγκα, Χέιζ, Γιαμπουσέλε. Να ελέγχει τις κατοχές με Σλούκα, Ναν/Γκραντ, Μπόνγκα, Χέιζ, Λεσόρ. Να ανοίγει το ρυθμό με Φρανσίσκο, Ναν, Μπόνγκα, Χέιζ, Χουάντσο/Γιαμπουσέλε. Κυριολεκτικά δεν υπάρχει τέλος στις επιλογές ενός συνόλου που το μόνο που θέλει είναι χρόνο να δουλευτεί.
Τέλος πάντων πρέπει να σταματήσω να μιλάω.
Και θα το κάνω πρωτίστως γιατί η στιγμή το απαιτεί.
Έχουμε καιρό και εύχομαι πολύ καιρό, να μιλάμε για τα αγωνιστικά.
The heart collector sings his song again.
Άκουγα στο πρώτο φιλικό του Παύλος Γιαννακόπουλος τον εκφωνητή να λέει «Και για τους γηπεδούχους, ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς έχει επιλέξει…»
Δεν θα πω ψέματα.
Δεν περίμενα ποτέ ότι θα το ακούσω ξανά.
Από την επομένη εκείνου του ματς στο ΣΕΦ το 1999 μέχρι και τον αποχαιρετισμό στο Κάραβελ πίστευα ότι αυτό ήταν με τον Ζοτς. Ήμουν παρών και στα δύο, πρώτα ως παιδί και μετά ως ενήλικας.
Το φετινό καλοκαίρι δεν το περίμενα.
Ακόμα και τώρα τον βλέπω ξανά στα πράσινα και μου φαίνεται περίεργο. Τον βλέπω να μιλάει για τον Παναθηναϊκό και μου φαίνεται κάπως.
Την ημέρα που παρουσιάστηκε στο ΟΑΚΑ είχα μόλις γυρίσει στην Ελλάδα για λίγες μέρες. Προφανώς δεν ήμουν πια παιδί, αλλά όταν έμαθα ότι η παρουσίαση θα ανοίξει στο κοινό, άφησα ό,τι έκανα και πήγα να τον ξαναδώ σαν τέτοιο.
Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς.
Όταν η Rhaenyra αρχίζει να φοβάται τις προφητείες του παρελθόντος και να μιλάει για τα όνειρα του Viserys, ο Daemon την πιάνει από το λαιμό και της λέει:
«Dreams didn’t make us Kings. Dragons did.»
Έτσι ακριβώς γίνεται και σε αυτή την γ@μημένη ομάδα από όταν την πρωτογνώρισα.
Και από τους Δράκους της ιστορίας της, ο Ζοτς ήταν πάντα ο μεγαλύτερος.


































































































