Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος: για τον επόμενο κόουτς του PAO BC

Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος: για τον επόμενο κόουτς του PAO BC

Όχι, αυτή τη φορά δεν θα ξεκινήσω το άρθρο με αναφορές στην ομώνυμη θρυλική ταινία. Ο τίτλος είναι εν μέρει παραπλανητικός.

Θα επιχειρήσω να αναλύσω τρία διαφορετικά σενάρια για τον πάγκο του Παναθηναϊκού:

Ένα ιδεατό, αλλά ανέφικτο σενάριο (ο ευσεβής μου πόθος).

Το καλύτερο δυνατό σενάριο που όμως δύσκολα θα έχει αίσια κατάληξη.

Και τέλος το χειρότερο σενάριο, αυτό δηλαδή με το μεγαλύτερο ρίσκο (που είναι και το πιθανότερο).

Ο Παναθηναϊκός μετά την αποχώρηση του Ρικ Πιτίνο και τη διακοπή της αγωνιστικής δραστηριότητας που κατά πάσα πιθανότητα θα είναι οριστική, θα έπρεπε να ψάχνει για τον νέο του προπονητή εδώ και τώρα, πρώτα και πριν από ο,τιδήποτε άλλο.

Με ορατή τη μείωση του ήδη μικρού μπάτζετ ελέω της κρίσης του κορωναϊού θα έπρεπε ήδη να στοχεύει να επενδύσει στον καλύτερο διαθέσιμο κόουτς ώστε να εκμεταλλευτεί το μεγάλο αγωνιστικό κενό και να στήσει εγκαίρως το καλύτερο δυνατό ρόστερ για την επόμενη σεζόν.

Όλα δείχνουν ωστόσο ότι δεν το κάνει και ότι ο διοικητικός του ηγέτης για άλλη μία φορά κωλυσιεργεί παίζοντας τα γνωστά επικοινωνιακά του παιχνίδια που τόσο έχει πληρώσει η ομάδα στο πρόσφατο παρελθόν.

Σε αυτό εδώ το κείμενο όμως δεν σκοπεύω να αναλωθώ σε κουβέντα για τα λάθη του Δημήτρη Γιαννακόπουλου. Θα εστιάσω στο τι θα έπρεπε να κάνει άμεσα μία ελάχιστα σοβαρή διοίκηση στο θέμα του προπονητή.

Πριν πάω εκεί όμως θα μιλήσω πρώτα για ένα ουτοπικό σενάριο, τον ευσεβή μου πόθο, όπως προανέφερα.

Ο “καλός”

Μετά το μέτριο πέρασμα του Τσάβι Πασκουάλ από τον πράσινο πάγκο, για το οποίο βέβαια οι ευθύνες δεν βαραίνουν μόνο τον ίδιο, και μετά την αποτυχία του συλλόγου να κρατήσει τον Ρικ Πιτίνο έστω για ένα καλοκαίρι, θεωρώ ότι ένας θα ήταν ο ιδανικός κόουτς για να επαναφέρει τον σύλλογο σε πρωταγωνιστικό ρόλο:

Ο Δημήτρης Ιτούδης

Ο Ιτούδης συγκεντρώνει σε υπερθετικό βαθμό όλα τα στοιχεία που τον καθιστούν την τέλεια επιλογή για τον Παναθηναϊκό της νέας εποχής, όντας αδιαμφισβήτητα ο καλύτερος Έλληνας προπονητής, χωρίς όμως να ανήκει σε αυτό που ονομάζουμε ελληνική σχολή μπάσκετ.

Έχει τεράστια εμπειρία στα ευρωπαϊκά γήπεδα και είναι (κανονικό και όχι ντεμεκ) προϊόν της περίφημης σερβικής σχολής και πνευματικό παιδί του GOAT Ζέλικο Ομπράντοβιτς.

Ταυτόχρονα όμως είναι και ο κόουτς που έχει εξελίξει τη φιλοσοφία του για το παιχνίδι περισσότερο από κάθε άλλον στην Ευρώπη στη βάση της μεγάλης επιρροής που έχει δεχτεί από την εξέλιξη του αθλήματος στο κορυφαίο πρωτάθλημα του κόσμου, το ΝΒΑ.

Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι ότι ως head coach στην ΤΣΣΚΑ έχει παρουσιάσει το πιο κυριαρχικό και επιθετικό μπάσκετ την τελευταία εξαετία στην Ευρωλίγκα, έχοντας στεφθεί δύο φορές πρωταθλητής.

Η επιτυχημένη θητεία του στην “αρκούδα” αποδεικνύει όχι μόνο ότι μπορεί να αντέξει στην πίεση του πρωταθλητισμού ως κόουτς ενός εκ των απαιτητικότερων οργανισμών της ηπείρου, αλλά και ότι είναι ικανός να πάρει νέους παίκτες και να τους ανεβάσει επίπεδο (βλ. Higgins, Clyburn, Bolomboy).

Last but not least (που λένε και στο χωριό μου), ο Ιτούδης γνωρίζει τι θα πει Παναθηναϊκός, καθώς έχει υπάρξει αναπόσπαστο κομμάτι της πρόσφατης ένδοξης ιστορίας του συλλόγου και ξέρει όσο κανείς άλλος ποια πρέπει να είναι η θέση του στο ευρωπαϊκό μπάσκετ.

Χαίρει του απόλυτου σεβασμού και της αγάπης του κόσμου του Παναθηναϊκού και ως εκ τούτου θα μπορούσε να τον συσπειρώσει σε μία νέα προσπάθεια αγωνιστικής αναγέννησης που τόσο έχει ανάγκη ο σύλλογος.

Για όλους αυτούς τους λόγους στα δικά μου μάτια δεν θα μπορούσε να υπάρξει ιδανικότερος κόουτς για να αναλάβει τα ηνία της ομάδας και να την επαναφέρει μεσοπρόθεσμα εκεί που της αξίζει.

Ωστόσο το γεγονός ότι δεσμεύεται με συμβόλαιο από την ΤΣΣΚΑ τον καθιστά έναν ουτοπικό στόχο και ως εκ τούτου όσα διαβάσατε μέχρι τώρα τα διαβάσατε για τη θεωρητική αξία τους και μόνο, αλλά και με ορίζοντα το μέλλον.

Διότι πιστεύω ακράδαντα ότι αυτός ο άνθρωπος πρέπει μια μέρα να γυρίσει στο μέρος που διαμορφώθηκε προπονητικά, όντας βασικός πυλώνας του πράσινου θαύματος της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα.

Αφού μίλησα λοιπόν για τον ευσεβή αλλά ανέφικτο πόθο μου, ας πάμε τώρα και στο ιδανικό σενάριο όσον αφορά τους εφικτούς στόχους, δηλαδή προπονητές που δεν δεσμεύονται από συμβόλαιο.

Ο “κακός”

Αν ο PAO BC λειτουργούσε ως σοβαρός οργανισμός και αν ο πρόεδρός του ενδιαφερόταν πραγματικά να δει την ομάδα όσο πιο ψηλά γίνεται ακόμα και με μικρό μπάτζετ, τότε τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές θα έπρεπε ήδη να ετοιμάζει την καλύτερη δυνατή πρόταση στον καλύτερο ευρωπαίο κόουτς που δεν δεσμεύεται με συμβόλαιο για του χρόνου εκεί έξω:

Τον Σαρούνας Γιασικέβιτσιους

Όσοι δεν έχουν κοντή μνήμη θα θυμούνται ότι πέρσι μετά την αρνητική απάντηση του Ρικ Πιτίνο στα μέσα Ιουνίου διαβάζαμε από τα δημοσιογραφικά φερέφωνα της ΚΑΕ ότι ήταν πολύ αργά πλέον να γίνει πρόταση σε κόουτς από το πάνω ράφι, όπως ο Σάρας, καθώς αυτοί είχαν ήδη κλείσει, οπότε ο μονόδρομος τότε ήταν ο Πεδουλάκης.

Αν όμως πέρσι ήταν όντως πολύ αργά για να προσεγγιστεί ο Σάρας, αναρωτιέμαι φέτος τι δικαιολογία υπάρχει εφόσον η ομάδα είναι χωρίς κόουτς από Μάρτη μήνα;

Με τόσον καιρό να απομένει μέχρι το καλοκαίρι και με την αγωνιστική σεζόν να έχει «πεθάνει» τι εμποδίζει την ΚΑΕ να ετοιμάσει και να του καταθέσει μία δελεαστική πρόταση;

Μία πρόταση που θα δείχνει έναν σοβαρό οργανισμό που αποσκοπεί να επανέλθει στο υψηλότερο επίπεδο ανταγωνισμού, δίνοντας τα κλειδιά του αγωνιστικού τμήματος σε έναν από τους καλύτερους κόουτς της Ευρωλίγκας;

Το οικονομικό δεν μπορεί επουδενί να αποτελεί δικαιολογία. Η Ζαλγκίρις δεν έχει μεγάλο μπάτζετ και σίγουρα όχι μεγαλύτερο από τον PAO BC. Ό,τι οικονομικά προβλήματα θα προξενήσει η κρίση του κορωναϊού στη μία ομάδα τα ίδια θα προξενήσει και στην άλλη, καθώς και οι δύο βασίζουν τα έσοδά τους σε χορηγίες και εισιτήρια.

Το δέσιμο του Σάρας με τον ΠΑΟ και τους οπαδούς του είναι δεδομένο, καθώς ο ίδιος έχει μιλήσει επανειλημμένως με καλά λόγια στο παρελθόν για τον σύλλογο και δεν έχει κρύψει ποτέ τα φιλοπαναθηναϊκά του αισθήματα.

Επίσης ξέρουμε και αλλά δύο πολύ βασικά πράγματα:

Ο Σάρας έχει τη νοοτροπία του νικητή περισσότερο από κάθε άλλον ευρωπαίο κόουτς ίσως. Επιπλέον είναι μαθημένος στα δύσκολα. Είναι ένας κόουτς που έχει μάθει να δουλεύει με μικρό μπάτζετ και να χτίζει ανταγωνιστικές ομάδες, βελτιώνοντας νέους παίκτες.

Όλα αυτά τον καθιστούν αδιαμφισβήτητα τον ιδανικό άνθρωπο για τη δουλειά αν ο σύλλογος θέλει να πάει σε μία επιλογή με το μικρότερο δυνατό ρίσκο.

Αν θέλει δηλαδή να προχωρήσει με ένα μακροχρόνιο πλάνο, έχοντας μια ηγετική προσωπικότητα στον πάγκο, την οποία το κοινό της ομάδας λατρεύει και θα στηρίξει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη (μόνον ο Ιτούδης θα μπορούσε να έχει αντίστοιχη στήριξη θεωρώ λόγω της λαμπρής προϊστορίας του στην ομάδα).

Ο Σάρας με λίγα λόγια διαθέτει όλο το πακέτο (γνώση, εμπειρία, ηγετικές ικανότητες, θέληση για επιτυχία και αγάπη για την ομάδα) για να κάτσει στον πάγκο του έξι φορές πρωταθλητή Ευρώπης σε μια δύσκολη οικονομικά συγκυρία, εξασφαλίζοντας στον σύλλογο τη μεγαλύτερη δυνατή συσπείρωση και ηρεμία.

Επιπλέον είναι αυτός που εγγυάται μία νοοτροπία σκληρής δουλειάς και νίκης σε όλα τα επίπεδα, απαραίτητη για την εξέλιξη των νέων Ελλήνων παικτών. Είναι αυτός που θα προετοιμάζει την ομάδα για μάχη κάθε αγωνιστική σε κάθε γήπεδο.

Τέλος, είναι ο επαγγελματίας που δεν θα κάνει εκπτώσεις στην ποιότητα της δουλειάς του καθώς έχει ήδη κερδίσει αυτό το δικαίωμα με την τεράστια καριέρα του ως παίκτης και με την άκρως επιτυχημένη πορεία του ως προπονητής μέχρι σήμερα.

Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, όμως, αυτό το τελευταίο είναι πιθανότατα και ένας λόγος για να μην του κάνει κρούση η ΚΑΕ, βάζοντας τον δημοσιογραφικό στρατό της μπροστά να ισχυριστεί ότι πρόκειται για ανέφικτο στόχο. Και φυσικά κάθε στόχος που δεν προσεγγίζεται με μια σοβαρή πρόταση είναι εκ προοιμίου ανέφικτος.

Είναι απορίας άξιος πως ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος που καυχιέται ότι ήταν ο πρώτος που διέκρινε το προπονητικό ταλέντο του Σάρας, προτείνοντάς του να αφήσει την ενεργό δράση για να αναλάβει την ομάδα όταν ακόμη είχε μηδενική εμπειρία από κοουτσάρισμα, δεν έχει κάνει την παραμικρή προσπάθεια να τον φέρει στον Παναθηναϊκό από τότε που απέδειξε την προπονητική του αξία.

Μήπως αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο Σάρας, ως καταξιωμένος κόουτς πλέον και όχι ως πρωτάρης, έχει το απαιτούμενο κύρος, αλλά και την αποδοχή από τον κόσμο της ομάδας, ώστε να μην είναι χειραγωγήσιμος; Νομίζω ότι είναι ένα ενδεχόμενο που δεν μπορούμε να αποκλείσουμε.

Εύχομαι να πέφτω έξω στο συγκεκριμένο θέμα και να με εκπλήξει ευχάριστα η διοίκηση το επόμενο διάστημα. Ωστόσο πολύ φοβάμαι ότι και φέτος που υπάρχει άπλετος χρόνος ώστε να προσεγγιστεί σοβαρά η καλύτερη διαθέσιμη επιλογή για τον σύλλογο, η ΚΑΕ θα βρει φτηνές δικαιολογίες για να μην το πράξει καν, πηγαίνοντας κατευθείαν σε επιλογές μεγάλου ρίσκου.

Η μέχρι στιγμής περιρρέουσα ατμόσφαιρα και οι διαρροές αφήνουν ξεκάθαρα να εννοηθεί ότι για ακόμη μία φορά οι σημαντικές αποφάσεις έχουν αναβληθεί για Ιούνιο και βλέπουμε, δηλαδή για την τελευταία στιγμή.

Διαβάζουμε διάφορα πομπώδη για εργαστήρια σκάουτινγκ και για λίστες χιλιάδων παικτών που έχουν τσεκαριστεί και που υποτίθεται ότι θα δώσουν την ευκαιρία στην ομάδα να διαλέξει καλά υλικά για το ρόστερ της με μικρό κόστος, αλλά κανείς δεν μας λέει ποιος θα κάνει την επιλογή και πότε.

Δεν μας λέει το βασικότερο δηλαδή

Διότι κάθε σοβαρός οργανισμός πρώτα αποφασίζει με ποιον προπονητή θα πορευτεί και μετά με βάση τη φιλοσοφία, τα θέλω και τις προτάσεις του κόουτς στήνει το ρόστερ.

Ο “άσχημος”

Στον Παναθηναϊκό, λοιπόν, όλα μέχρι στιγμής δείχνουν μία αναβλητικότητα στο θέμα του προπονητή, η οποία θα οδηγήσει πιθανότατα στην επιλογή κάποιου “μαθητευόμενου μάγου” εκεί γύρω στον Ιούνιο. Ο οποίος θα παρουσιαστεί φυσικά ως η καλύτερη δυνατή λύση και ως μονόδρομος.

Όταν λέω “μαθητευόμενος μάγος” εννοώ κάποιον νέο προπονητή χωρίς προηγούμενη εμπειρία ως πρώτος σε ομάδα Ευρωλίγκας. Και βασικός υποψήφιος αυτή τη στιγμή, όπως προκύπτει από στοχευμένες διαρροές, φέρεται ο μέχρι πρότινος βοηθός προπονητή στην ομάδα Γιώργος Βόβορας.

Ο Βόβορας μου είναι συμπαθής και δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω την προοπτική του να γίνει ένας αξιόλογος πρώτος προπονητής μία μέρα. Αυτό όμως που αμφισβητώ είναι την καταλληλότητά του να αναλάβει ως πρώτος προπονητής τον PAO BC στην παρούσα συγκυρία.

Θεωρώ ότι αυτή θα είναι μία κακή επιλογή μεγάλου ρίσκου τόσο για τον ίδιο όσο και για τον σύλλογο.

Ο Βόβορας αντιμετωπίζεται θετικά από σημαντικό κομμάτι των οπαδών μας επειδή στις τέσσερις φορές που κλήθηκε να κάτσει στον πάγκο της ομάδας ως υπηρεσιακός έδειξε καλά στοιχεία, κερδίζοντας δύο ματς και χάνοντας τα άλλα δύο στις λεπτομέρειες, ένα μέσα στην έδρα της πανίσχυρης ΤΣΣΚΑ και το άλλο με αντίπαλο την Αρμάνι στο ΟΑΚΑ.

Ωστόσο αυτά τα παιχνίδια δεν μπορούν επουδενί να αποτελέσουν κριτήριο για την επάρκεια του κόουτς να σταθεί ως πρώτος σε αυτό το επίπεδο.Και στα τέσσερα ματς ο Βόβορας είχε να διαχειριστεί μία ιδιαίτερη κατάσταση με τον ίδιο να είναι απαλλαγμένος από κάθε είδους πίεση και ευθύνες.

Λειτουργούσε ως υπηρεσιακός, μεταβατικός κόουτς και γνώριζε ότι κανείς δεν θα του ζητήσει τον λόγο αν χάσει. Επίσης είχε να διαχειριστεί παίχτες που έπαιζαν μετά την απόλυση του προηγούμενου προπονητή τους και πριν τον ερχομό του νέου. Δηλαδή παίχτες που έπρεπε να προσπαθήσουν περισσότερο γιατί ήταν αυτοί πλέον και όχι ο προπονητής στο επίκεντρο της κριτικής και της κρίσης.

Το κυριότερο, όμως, είναι ότι η καλή απόδοση του Βόβορα σε αυτά τα ματς δεν μας λέει τίποτα για την ικανότητα του να στήσει ένα καλό ρόστερ και να χτίσει μία ανταγωνιστική ομάδα από το μηδέν. Πολύ απλά διότι δεν το έχει κάνει ποτέ ως πρώτος μέχρι τώρα σε υψηλό αγωνιστικό επίπεδο.

Ως εκ τούτου θεωρώ ότι όχι μόνο θα είναι λάθος, αλλά θα είναι και άδικο για τον ίδιο τον Βόβορα να πέσει ως πρώτος κατευθείαν στα βαθιά, αναλαμβάνοντας την ηλεκτρική καρέκλα του κόουτς στον PAO BC.

Ένας πάγκος που έχει καταπιεί και απαξιώσει τα τελευταία χρόνια προπονητές με πολύ μεγαλύτερη εμπειρία και εγνωσμένη ικανότητα από τον Βόβορα.

Το καλύτερο και για την ομάδα και για τον Βόβορα, αν όντως νιώθει έτοιμος να κάνει το επόμενο βήμα ως πρώτος, θα ήταν να ξεκινήσει από τον πάγκο μιας ομάδας με λιγότερες απαιτήσεις. Μιας μικρότερης ευρωπαϊκής ομάδας κατά προτίμηση που θα συμμετέχει στο Eurocup ή στο Champions League ώστε να έχει τον χρόνο και την άνεση να «ψηθεί» και να κάνει τα λάθη από τα οποία θα μάθει, χωρίς να καεί.

Αν όχι ο Βόβορας ποιος όμως;

Ο δικός μας @hatefulsaras έδωσε σε αυτό εδώ το εμπεριστατωμένο κείμενο τη δική του προτίμηση, αν η ομάδα αποφασίσει να επιλέξει έναν πρωτάρη για τον πάγκο της.

Σε αυτήν την περίπτωση πιστεύω κι εγώ ότι ο Mike Batiste, παλιά δόξα του συλλόγου και νυν βοηθός προπονητής στις ΗΠΑ, θα αποτελούσε μία άκρως ενδιαφέρουσα περίπτωση για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο.

Ωστόσο είναι σαφές ότι και αυτός ως πρωτάρης θα είναι μία επιλογή μεγάλου ρίσκου. Το ίδιο ισχύει και για την άλλη παλιά δόξα του συλλόγου που ακούστηκε, τον Οντετ Κατας.

Και οι δύο αυτές περιπτώσεις έχουν στα υπέρ τους ότι ως παλιοί παίκτες του συλλόγου με σημαντική προσφορά στην κατάκτηση τίτλων θα έχουν τη στήριξη μεγάλου μέρους του κόσμου και άρα μεγαλύτερη ανοχή κατά την πρώτη δύσκολη περίοδο της προσαρμογής. Επίσης φέρνουν μαζί τους την τεχνογνωσία της νίκης και τη νοοτροπία του νικητή που κουβαλούσαν ως αθλητές, πράγμα διόλου αμελητέο.

Παρόλαυτα, πρόκειται αδιαμφισβήτητα για επιλογές με μεγάλα ερωτηματικά ως προς την δυνατότητα τους να ανταπεξέλθουν στην πίεση της συγκεκριμένης θέσης. Ειδικά στην περίπτωση του Batiste που δεν έχει ακόμη λειτουργήσει ποτέ ως πρώτος κόουτς σε αντίθεση με τον Κατας.

Δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι αυτή η περίοδος είναι η καταλληλότερη για τέτοιου είδους πειράματα και το τελευταίο που θα ήθελα να δω είναι παλιές δόξες του συλλόγου να απαξιώνονται εύκολα και γρήγορα από την αδηφάγα εξέδρα.

Στο δια ταύτα

Αν η ΚΑΕ δεν είναι διατεθειμένη να κυνηγήσει την περίπτωση Γιασικέβιτσιους, δηλαδή την πλέον ενδεδειγμένη λύση για να διατηρηθεί η ομάδα ανταγωνιστική σε αυτή τη συγκυρία, τότε ίσως θα ήταν προτιμότερο να στραφεί σε κάποιον άλλον δοκιμασμένο προπονητή, όπως πχ. ο Περάσοβιτς, και όχι να πάει σε κάποιον πρωτάρη.

Ο Περάσοβιτς μπορεί να μην είναι αυτός που θα συσπειρώσει το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου πίσω του και που θα έχει εξασφαλισμένη ανοχή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ωστόσο διαθέτει τουλάχιστον την εμπειρία και την τεχνογνωσία για να σταθεί κατευθείαν σε αυτό το επίπεδο. Αυτό τον καθιστά μία κίνηση μικρότερου ρίσκου με βάση την κοινή μπασκετική λογική.

 Άλλωστε στον Παναθηναϊκό του Δημήτρη Γιαννακόπουλου η μακροημέρευση του οποιουδήποτε κόουτς είναι περισσότερο θέμα τύχης και συγκυρίας παρά σοβαρής και οργανωμένης διοικητικής πολιτικής. Με λίγα λόγια, αν νικήσεις θα επιζήσεις, αλλιώς θα σε βγάλει αργά ή γρήγορα στη σέντρα ο πρόεδρος για να καλύψει τα δικά του διαχρονικά λάθη και αστοχίες.

ΥΓ: Αν αναρωτιέστε γιατί δεν συμπεριέλαβα τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς στην κουβέντα παρότι το συμβόλαιό του λήγει φέτος και είναι τυπικά διαθέσιμος, ο λόγος είναι διττός: Πρώτον, γιατί πιστεύω ακράδαντα ότι έφυγε το ’12 επειδή δεν μπορούσε και δεν ήθελε να συνεργαστεί με τον διάδοχο, και θεωρώ ότι δεν έχει αλλάξει τίποτε σε αυτή του τη στάση από τότε. Δεύτερον και σημαντικότερο, γιατί είμαι της άποψης και έχω επιχειρηματολογήσει επ’ αυτού σε παλαιότερο κείμενό μου ότι ο ένδοξος κύκλος του στον σύλλογο έχει κλείσει οριστικά με την απόφασή του να αποχωρήσει τότε. Ως εκ τούτου μία επιστροφή θα ήταν πισωγύρισμα και για τους δύο.