Το πρώτο πράγμα που πρέπει να εξεταστεί είναι το context,το πλαίσιο δηλαδή εντός του οποίου κινούνται τα πράγματα.

Το πλαίσιο που λέγεται Panathinaikos BC ξεκινάει, τελειώνει και ορίζεται στο σύνολό του από ένα συγκεκριμένο πράγμα. Τη νίκη.

Αυτό το πράγμα δε συμβαίνει μόνο τώρα επί ΔΠΓ, αν πιστεύει κανείς ότι επί Παύλου και Θανάση συνέβαινε κάτι διαφορετικό είτε δε θυμάται καλά είτε το λέει εκ του πονηρού.

Από το ’92 που έπεσαν τα πρώτα σοβαρά λεφτά μέχρι και τον ερχομό του Ζοτς το ’99 βλέπουμε να καρατομούνται τα εξής ονόματα.

Παβλίσεβιτς, Πολίτης, Κιουμουρτζόγλου, Μάλκοβιτς, Κυρίτσης, Σούμποτιτς.

Σας φαίνονται λίγοι; Εμένα όχι, πόσω μάλλον αν σκεφτούμε ότι μεσολάβησε και ο πρώτος μεγάλος τίτλος στην Ευρώπη.

Όλοι αυτοί οι προπονητές έφυγαν γιατί έχαναν, χωρίς να υπάρχει κάποιου είδους υπομονή.

Μέχρι που ήρθε ο Ζοτς, πήρε την Ευρωλίγκα στην πρώτη χρονιά του, τα αδέρφια ηρέμησαν και του έδωσαν το ελεύθερο να κάνει ότι γουστάρει.

Και να φέρει τίτλους, πολλούς τίτλους. Συνεχώς.

Το περιβάλλον του Παναθηναϊκού αγκάλιασε με αγάπη την ομάδα του Πεδουλάκη το 2013, έχοντας πλήρη αντίληψη ότι το μπάσκετ που βλέπει είναι ‘’κακό’’, αλλά οι νίκες πάντα βοηθάνε λίγο παραπάνω.

Ειδικά ένα πρωτάθλημα στο τέλος εναντίον του Ολυμπιακού.

Την επόμενη χρονιά όμως δεν υπήρχε καμία διάθεση για υπομονή όταν η ομάδα έχανε εντός έδρας από την τότε Μπασκόνια που ήταν η χειρότερη ομάδα της λίγκας, με το βλέμμα στραμμένο φυσικά στο τέλος της σεζόν και στο boost που θα έφερνε για αυτό ο όποιος νέος προπονητής ερχόταν.

Που δεν ήρθε καν προπονητής, ο Αλβέρτης ήρθε – και ήρθε μόνο και μόνο γι’ αυτό το λόγο.

Στις μοναδικές χρονιές τώρα που αξίζει να σταθεί κανείς είναι οι χρονιές του Τσάβι στον οποίο δόθηκε χρόνος αλλά η (πολύ λογική βάσει ρόστερ) απαίτηση για F4 αποδείχθηκε ο  βασικός λόγος που τροχίστηκε η καρέκλα του εξαιρετικού Καταλανού προπονητή.

Την τρίτη χρονιά ο Παναθηναϊκός παίζει άσχημα και χάνει. Έρχεται ο Πιτίνο, κερδίζει, φεύγει, ξανάρχεται και ξεκινά και αμφισβητείται και αυτός όταν η ομάδα… ναι ναι καλα το μαντέψατε.

Όταν η ομάδα χάνει.

Προσωπικά θεωρώ την ιστορία του Πιτίνο εξαιρετικά διδακτική ως προς αυτό που συζητάμε αυτή τη στιγμή και το κατά πόσο ισχύει ή όχι.

Ο Αμερικανός δάσκαλος του αθλήματος ήταν ίσως ο πιο ιδανικός προπονητής ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ για να τον περιβάλλεις με εμπιστοσύνη και να τον αφήσεις να σε πάει ένα βήμα παραπέρα ΣΤΑ ΠΑΝΤΑ αλλά το περιβάλλον της ομάδας αποφάσισε να τον κρίνει ως ‘’ακόμη έναν’’ προπονητή βάσει του πώς το ίδιο βλέπει να πάει η ομάδα στις εκάστοτε χρονικές στιγμές και (μικρές) περιόδους.

Κοινώς είτε είχες τον Πιτίνο είτε τον Βόβορα, το κριτήριο παρέμενε το αν κερδίζεις ή χάνεις.

Το ίδιο είναι και τώρα.

The more things change, the more they stay the same.

Το θέμα τώρα είναι το εξής. Επιλέγεις να ενεργήσεις εκτός context θεωρώντας ότι ο PAO BC μπορεί να γίνει Ζαλγκίρις ή μπασκετικές Ρεάλ και Μπάγερν;

Που η Ρεάλ πριν τον Λάσο έχει πάει επίσης σε πολλές αλλαγές προπονητών και που στο ποδόσφαιρο (που τους ενδιαφέρει περισσότερο) κουνάνε μαντήλια αν δεν τους αρέσει αυτό που βλέπουν. Το ίδιο συμβαίνει και στην ποδοσφαιρική Μπάγερν που η υπομονή στους προπονητές είναι άμεσα συνδεδεμένη με το αν η ομάδα κερδίζει ή χάνει.

Αν ενεργήσεις εκτός context η μεγαλύτερη πιθανότητα είναι να φύγεις νύχτα, χαρακτηριζόμενος μέσες-άκρες ως χαβαλές.

Οπότε τώρα, αφού λύσαμε το θέμα του πλαισίου που κινούνται τα πράγματα στον Παναθηναϊκό, πάμε να δούμε κάποια άλλα πράγματα για τη φετινή φάση του μέχρι τώρα όπως και κάποια για το μέλλον.

Αφού ειπώθηκε ότι ειπώθηκε για τη σημασία της νίκης πρέπει να ειπωθεί κάτι ακόμα πιο σημαντικό τη δεδομένη περίοδο.

Είναι πολύ νωρίς για να κρίνεις αυστηρά βάσει απόλυτων αριθμών νικών-ηττών. Αυτό μπορεί να συμβεί αργότερα μέσα στη χρονιά.

Αυτή τη στιγμή οφείλεις να κρίνεις βάσει του αν αυτό που βλέπεις σε κάνει αισιόδοξο για τη συνέχεια, αρχής γενομένης από το ερχόμενο εκτός έδρας ματς με τη Βιλερμπάν.

Ο Παναθηναϊκός μέχρι τώρα έχει χάσει με κάτω τα χέρια από τις Φενέρ και Μπάρτσα εκτός έδρας, όπως και παραδόθηκε σχεδόν άνευ όρων στο δεύτερο ημίχρονο με την κάτι παραπάνω από εξαιρετική φέτος Ρεάλ.

Από εκεί και πέρα όμως υπάρχουν 3 ήττες που κάλλιστα θα μπορούσαν να είναι νίκες, με τον κοινό παρονομαστή να είναι το ότι ο ΠΑΟ ήταν καλύτερος στη μεγαλύτερη διάρκεια των παιχνιδιών – από τον Ολυμπιακό την 1η αγωνιστική και την Παρτιζάν στο Βελιγράδι, όπως επίσης και κάνει ένα μεγάλο come back στο ματς με τη Μακάμπι, το οποίο εν τέλει χάνει μέσα απ’ τα χέρια του.

Επίσης στα ματς τα οποία κερδίζει είναι σε όλα καλύτερος, αλλού περισσότερο (Βαλένθια και Άλμπα) και σε άλλα λιγότερο (Ζαλγκίρις).

Στην Εφές έχουμε τη χειρότερη εμφάνισή του μέχρι τώρα και ενώ θα μπορούσε πάλι να κλέψει το ματς, δεν το κατάφερε (κατ’ εμέ καλώς για τη μη τυχόν απόκρυψη κάποιων πραγμάτων κάτω από το χαλί της νίκης).

Πάμε τώρα στο προκείμενο.

Η ατμόσφαιρα αυτή τη στιγμή που μιλάμε είναι ο ορισμός της ‘’περίεργης’’ και αυτό έχει να κάνει ξεκάθαρα με το σερί των τριών ηττών που ακολούθησε αυτό των τεσσάρων νικών.

Οι διαφορές στις αντιδράσεις μεταξύ των δύο αυτών υποπεριόδων είναι ακόμη μια απόδειξη αυτού που αναφέρεται από την αρχή του κειμένου.

Όμως μιας και αναφέρθηκε πριν ότι δεν πρέπει τη δεδομένη στιγμή να κρίνουμε αυστηρά βάσει του αριθμού των νικών και των ηττών, πάμε να δούμε κάποια πράγματα για να βγάλουμε κάποια πρώτα συμπεράσματα.

Κατά τη διάρκεια της ευφορίας των τεσσάρων συνεχόμενων νικών είδαμε συγκεκριμένες καταστάσεις που βοήθησαν στην επίτευξη νικηφόρων αποτελεσμάτων.

Το πρώτα και βασικότερα ήταν το flow στην επίθεση και το effort στην άμυνα.

Μετά από την αρχή του έντονου ψαξίματος ρόλων μέσα στο γήπεδο, είδαμε να βρίσκονται  οι αποστάσεις που χρειάζεται η Spread PnR επίθεση του Αταμάν, ούτως ώστε να βγουν τα καλά σουτ (ειδικά από τις γωνίες), όπως επίσης και να τρέξει καλύτερα το κεντρικό PnR με κύριο εκφραστή τον Lessort.

Εκτιμώ πως φιλοσοφικά ο Παναθηναϊκός είναι χτισμένος για να βρίσκει την ενέργειά του από την επίθεση, χωρίς βέβαια να παραμελεί την άμυνα, το αντίθετο μάλιστα.

Ο Αταμάν στέκεται σε κάθε δήλωσή του μετά τα ματς στην άμυνα και στην τελική είναι κάτι που βλέπεις και στο παρκέ.

Οι Πράσινοι είναι η τέταρτη καλύτερη ομάδα σε defensive rating (DRAT) με 111,4 αμέσως μετά τις τρεις ισπανικές που φέτος παραδίδουν μαθήματα σωστής άμυνας. Δε μπορώ να πω ότι ήταν κάτι που περίμενα στην αρχή της χρονιάς αλλά με χαροποιεί ιδιαίτερα.

Από τη στιγμή τώρα που ο ΠΑΟ πρέπει να ‘’τρέξει καλά’’ την επίθεσή του, πρέπει να συμβούν κάποια πράγματα για να γίνει.

Ο Αταμάν χρησιμοποιεί τον Grigonis ως ‘’ενδεχόμενη απειλή’’ στην επίθεση του βάζοντας συνήθως σε spot καταστάσεις με εντολή να χτυπάει στο close out όποτε είναι αυτό δυνατό.

Πολύ δύσκολα θα αφήσει ελεύθερο κάποιος τον Λιθουανό, ο οποίος εκτελεί φέτος με το πολύ καλό 39,7% σε σχετικά μεγάλο volume (4,5 εκτελέσεις ανά ματς).

Αμέσως επόμενο σε επίπεδα volume εκτελέσεων από το τρίποντο είναι ο Σλούκας και αυτό μέχρι τώρα δεν έχει πάει καλά.

Ο Έλληνας PG εκτελεί με 25,5% σε 4,3 προσπάθειες, αλλά το θέμα είναι ότι ο Σλούκας παίρνει μάλλον τα χειρότερα σουτ από τον καθένα στην ομάδα.

Γενικότερα, μιλάμε για έναν παίχτη που έχει ποσοστά καριέρας κοντά στο 40% αλλά έχω την εντύπωση πως είναι πιο efficient σε εκτελέσεις από θέση παρά μετά από ντρίμπλα. Σίγουρα θα τον δεις να βάζει τέτοια σουτ, γιατί πολύ απλά έχει το ταλέντο να το κάνει, αλλά τη δεδομένη στιγμή εκτιμώ πως ‘’πιέζει’’ λίγο τις καταστάσεις μην αφήνοντας το παιχνίδι να έρθει πάνω του. Παρόλα αυτά όμως οφείλουμε να συνυπολογίσουμε το ότι ο Σλούκας είναι τόσο έμπειρος που εν ευθέτω χρόνω θα το βρει σε αυτόν τον τομέα, συν το ότι γνωρίζει ότι είναι καλύτερο για αυτόν να φορμαριστεί στο δεύτερο μισό της χρονιάς – όπως και κάνει συνήθως.

Ωστόσο, η παρουσία του Σλούκα είναι κάτι παραπάνω από κομβική στην όλη λειτουργία της επίθεσης του Αταμάν. Δεν είναι μόνο ο αριθμός των 5,1 ασίστ που γράφει ανά παιχνίδι αλλά η συνολική του συνεισφορά σε θέμα ρυθμού και σωστών αποφάσεων μέσα στο παιχνίδι, παρά τα 3,2 λάθη.

O Τούρκος coach βασίστηκε στην πολύ αρχή της χρονιάς πάνω στο δίδυμο των Σλούκα – Lessort, μέχρι τουλάχιστον και να μπουν οι υπόλοιποι στην εξίσωση.

Με πρώτο τον Jerian Grant.

Μόλις κατανόησε πλήρως το ότι δε γίνεται να μεταφέρει στην Ευρωλίγκα αυτούσιο το ρόλο που είχε στο Eurocup, ο αμερικανός γκαρντ αποδεικνύεται από τις πιο value for money μεταγραφές στη φετινή διοργάνωση.

Παρότι μέχρι πρότινος στην καριέρα του δεν είχε το ρόλο του lockdown defender, αυτή τη στιγμή είναι ένας από τους καλύτερους παίχτες στην άμυνα μακριά από τη μπάλα όπως επίσης είναι αξιοπρεπέστατος και στην άμυνα πάνω σε αυτή.

Συν τοις άλλοις έχει βοηθήσει την επίθεση να βρει ρυθμό όντας επαρκέστατος στα σουτ από μακρινή απόσταση, όπως επίσης και από τα midrange. Για του λόγου το αληθές έχει 65% σε True Shooting και 51,6%(!!) στο τρίποντο σε 2,4 εκτελέσεις.

Όσον αφορά τους υπόλοιπους δε θέλω να σταθώ στον Lessort μιας και είναι παραπάνω από πασιφανές το πόσο σημαντικός είναι για την ομάδα στα πάντα. Σκορ, ριμπάουντ, σκριν, τόνους hustle και grit (η μπασκέτα τεστάρει τις αντοχές της όταν ο Γάλλος καρφώνει), παιχνίδι με πλάτη κοκ.

Θέλω να σταθώ κυρίως στους Μήτογλου και Nunn.

Πέραν του εκκωφαντικού performance μέχρι τώρα, ο Ντίνος κάνει κάτι ακόμα πιο σημαντικό. Ξεκλειδώνει πολλαπλά σχήματα στο 3-4-5 μιας και είναι ο ορισμός του tweener, έχοντας παράλληλα πολύ μέγεθος και mobility.

Πλέον είναι κατανοητό το πόσο έλειψε από τα πρώτα ματς. Το παιχνίδι του πρωταθλήματος στο ΣΕΦ με τον Ολυμπιακό είναι μια τρανή απόδειξη όσων μόλις αναφέρθηκαν μιας και είδαμε ένα σχήμα που έκρυψε τον ήλιο στην επίθεση του Ολυμπιακού.

Το Juancho – Μήτογλου – Lessort είναι ένα σχήμα που θέλω να ξαναδώ για τον απλούστατο λόγο ότι δίνει ΠΟΛΥ μέγεθος και switchability, δεδομένης της ικανότητας του Ισπανού να μαρκάρει από το 1 ως το 4, την εξαιρετική περιφερειακή άμυνα του Lessort και το μέγεθος του Ντίνου.

Επίσης ειναι πολύ πιθανό να δούμε σχήματα με τον Ντίνο στο 5 μιας και θεωρώ πλέον πως ο αρχικός σχεδιασμός είχε τον Balcerowski ως 5ο ψηλό, με τον Πολωνό να έχει δείξει κάποια δείγματα εξέλιξης αλλά είναι ακόμα νωρίς για αυτόν.

Επειδή όμως θέλει και τύχη, ο Ισπανός έσπασε το δάχτυλο και έμεινε έξω ένα μήνα με τον Ντίνο να τραβάει το κουπί. Και μιλάμε για πολύ κουπί. 32:56 λεπτά κουπί. Δεν το λες και λίγο.

Και κάπου εδώ ακούγεται από το βάθος ‘’Πόσο θα παίξει ρε φίλε ο Μήτογλου, θα σκάσει. Δε βλέπεις ότι εκτελεί άσχημα τώρα τελευταία;’’

Καταρχάς εδώ πρέπει να ειπωθεί το εξής.

Ο Αταμάν είναι ένας προπονητής που ουδέποτε έπαιξε με το ρολόι. Συνήθως όταν βλέπει έναν παίχτη ‘’να τραβάει’’ προσπαθεί να πάρει τα πάντα από αυτόν. Ωστόσο, παρότι ο κόουτς το έκανε πάντα αυτό, κατάφερνε να εμφανίσει τους παίχτες του σε εξαιρετική κατάσταση προς το τέλος της χρονιάς. Οπότε το πρώτο πράγμα που θα πω για το συγκεκριμένο θέμα είναι ότι από τη στιγμή που έχει κάνει ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα και δεν εντοπίζει συμπτώματα κόπωσης όταν η σεζόν είναι στο πιο σημαντικό σημείο της, τότε θα πάω με την επιλογή του κόουτς.

Επίσης το ‘’γιατί δεν παίζει ο Μαντζούκας για να ξεκουράσει τον Ντίνο’’ είναι ένα ερώτημα που πρώτος πρέπει να απαντήσει ο ίδιος ο Έλληνας φόργουορντ με την απόδοσή του μέσα στο γήπεδο. Δε θεωρώ ότι ο Αταμάν είναι ηλίθιος και δε βλέπει ότι ο Μαντζούκας πρέπει να παίξει περισσότερο. Ίσα ίσα, όντας ένας players’ coach δε θα έχει ποτέ τέτοια σκαλώματα.

Το ίδιο ισχύει και για τον Vildoza.

Η αλήθεια είναι ότι ανέμενα περισσότερα από τον παίχτη. Η μοναδική φορά που θεωρώ ότι ίσως άξιζε κάτι παραπάνω ήταν στο ματς με την Εφές, όπου ήταν και η πιο αδύναμη στιγμή του Αταμάν μέχρι τώρα, όπως και όλης της ομάδας συνολικά.

Στο ματς με τη Ρεάλ όμως ο Αργεντίνος παίζει 32:26 επειδή ήταν καλός παρά το ότι ήταν εκνευριστικά άστοχος σε ελεύθερα σουτ. Επίσης για να είμαι ειλικρινής δε νομίζω ότι τα σχεδόν 20 λεπτά αγωνιστικής παρουσίας είναι τόσο λίγα βάσει της μέχρι τώρα εικόνας του σε μια περιφέρεια που έχει τον συγκεκριμένο Grant, τον Σλούκα και τον Kendrick Nunn.

Πάμε τώρα στον Αμερικάνο γκαρντ.

Το βασικό καλό στην περίπτωση του Nunn είναι το ότι μπορεί να παίξει με κάθε πιθανή σύνθεση που μπορεί να κατεβάσει ο ΠΑΟ από το 1 εώς το 5.

Επίσης είναι φανερό πλέον σε όλους ότι είναι ένα two-way guard, μην αποτελώντας επ’ ουδενί αμυντικό liability. Τουναντίον, το πολύ μεγάλο άνοιγμα χεριών που έχει, συν τον δυνατό κορμό και το mentality που κουβαλάει από την πρώτη ομάδα που τον έφερε στο ΝΒΑ, τον καθιστούν αμυντική οντότητα στην εκάστοτε πεντάδα του Παναθηναϊκού.

Από εκεί και πέρα θεωρώ πως οι Πράσινοι πήγαν λίγο πίσω στην επιθετική τους λειτουργία που ήταν σε ανάπτυξη για να βάλουν τον Nunn στο πνεύμα της ομάδας όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και αναίμακτα.

Ωστόσο καλώς το έπραξαν. Το κάθετο παιχνίδι του Nunn είναι απαραίτητο στον τρόπο λειτουργίας της ομάδας – κατ’ εμέ για όλες τις ομάδες της Ευρωλίγκας.

Επίσης, η παρουσία του ανοίγει πολύ τη γκάμα των επιθετικών επιλογών μιας και κάθε φορά που επιχειρεί drive τραβάει παίχτη από την περιφέρεια και το ζητούμενο εδώ είναι να μάθει να βλέπει την πάσα σε συνέχεια – και φυσικά να μπαίνουν τα ελεύθερα σουτ που θα βγαίνουν. Πχ στο ματς με τη Ρεάλ υπάρχει μια ακριβώς τέτοια φάση που βγάζει παντελώς ελεύθερο σουτ του Μήτογλου από τις 45 μοίρες, αλλά το σουτ δε μπήκε.

Οι αντίπαλοι σιγά σιγά θα κατανοήσουν πως δύσκολα θα είναι επαρκής η μονή κάλυψη στο 1v1 και θεωρώ πως θα επιλέγουν να δώσουν το σουτ, κάτι που είναι ζητούμενο και για τον ίδιο.

Έχω παρακολουθήσει ενδελεχώς τις σεζόν του παίχτη στο Miami και έχοντας πλήρη εικόνα του θα πω ξανά ότι το streakiness του είναι θέμα. Εύχομαι να βελτιωθεί κατακόρυφα αυτή η εικόνα και η αλήθεια είναι πως στα τελευταία ματς σε Ελλάδα και Ευρώπη φαίνεται να το βρίσκει. Παρόλα αυτά με την είσοδο του Juancho – που είναι και αυτός streaky – θέλω να δω το κατά πόσο θα διατηρηθεί το flow, με την εκτίμηση να είναι σχετικά αισιόδοξη πάντως – κυρίως λόγω του aggressiveness του παίχτη που δε θα κολλήσει σε συνέχεια αν τον παίζουν under.

Κάποια πράγματα για τα εμφανή προβλήματα στη συνολική λειτουργία.

Το πιο βασικό απ’ όλα είναι η πληγή που λέγεται αμυντικό ριμπάουντ.

Ο κύριος λόγος που συμβαίνει αυτό εκτιμώ πως είναι ο εξής. Όταν ο Παναθηναϊκός αμύνεται βλέπουμε συνήθως τον Lessort να ανεβαίνει ψηλά για να μαρκάρει – κάτι στο οποίο εμφανίζεται εξαιρετικός – με αποτέλεσμα να γίνεται triple switch πίσω και τον Grigonis (που αναγκαστικά παίζει πολύ) να μένει στη διεκδίκηση του ριμπάουντ και στην κάλυψη της πίσω γραμμής.

Κοινώς, το μέγεθος στο 3 είναι μεγάλο αγκάθι στη συγκεκριμένη περίπτωση και εκτιμώ πως με την επιστροφή του Juancho θα φτιάξει αρκετά, όπως επίσης και με την επιστροφή του Παπαπέτρου.

Όντας απολύτως ειλικρινής θα πω ότι δεν έχω καμία εμπιστοσύνη στην εκτελεστική δεινότητα του Έλληνα φόργουορντ και πιστεύω πως ο Grigonis βοηθάει πολύ περισσότερο στο flow της επίθεσης. Αλλά από την άλλη είναι εκ των ων ουκ άνευ να μπορέσει ο ΠΑΟ να παίξει πλήρης.

Το ότι οι Πράσινοι αγωνίζονται στην πραγματικότητα με τους Σλούκα – Grant – Nunn – Vildoza – Grigonis – Μήτογλου – Lessort συν τα 10’ του Balcerowski, κοινώς 8 παίχτες, είναι αποτέλεσμα της έλλειψης δύο στελεχών του βασικού rotation.

Ξαναλέω πως αν το θέμα είναι ο Μαντζούκας και το ότι αν έπαιζε παραπάνω δε θα έρχονταν οι ήττες σε Παρτιζάν και Εφές, τότε συγχωρέστε με αλλά μιλάμε για υπερβολή χειρίστου είδους. Ο Λευτέρης δεν έχει αποδείξει ακόμα πως μπορεί να είναι τόσο έντονος παράγοντας προς τέτοια κατεύθυνση. Από την άλλη πχ αναφέρθηκε και πριν ότι ήταν λάθος που ο Vildoza δεν πήρε περισσότερο χρόνο στην Πόλη. Υπάρχει διαφορά στις δύο περιπτώσεις.

Ένα άλλο πρόβλημα του ΠΑΟ είναι πως αν θέλει να κερδίζει σε αυτό το σημείο της χρονιάς τότε πρέπει να είναι συγκεντρωμένος σε όλο το διάστημα του παιχνιδιού. Δεν έχουν αναπτυχθεί ακόμη οι ασφαλιστικές δικλείδες που θα καταστήσουν αυτή την ομάδα ικανή να μη χάνει γρήγορα διαφορές όταν χαλαρώνει.

Και κάπου εδώ θεωρώ το δύσκολο πρόγραμμα που ακολουθεί με τα πολλά εκτός έδρας ματς ως ένα blessing in disguise για αυτό το συγκεκριμένο σύνολο.

Η φερόμενη και ως ‘’κατάρα των εκτός έδρας μετά τη φυγή του Διαμαντίδη’’, ειδικά όταν μιλάμε για την εποχή του Τσάβι και λίγο πιο μετά, έχει να κάνει πολύ με την αίσθηση ασφάλειας του ΟΑΚΑ όταν είχες εκείνο το καλό σύνολο που οδηγούσε σε μια σχετική χαλάρωση εκτός έδρας και την έλλειψη της ισχυρής προσωπικότητας σε κομβικά στελέχη της ομάδας σε πάγκο και παρκέ.

Αυτή τη στιγμή έχουν έρθει κακές ήττες στο ΟΑΚΑ και το τεχνικό και αγωνιστικό staff γνωρίζει ότι πρέπει να κάνει νίκες εκτός έδρας, κάτι το οποίο εκτιμώ πως θα έχει αντίκτυπο στο μείζον θέμα της  συγκέντρωσης εντός των στελεχών της ομάδας. Αν δεν έχει, τότε κακό του κεφαλιού τους.

Επίσης, το ότι οι παίχτες και οι προπονητές του Παναθηναϊκού πέρασαν πολύ καιρό εντός των τειχών, με αποτέλεσμα να κάνουν περισσότερες ουσιαστικές προπονήσεις μαζί είναι κάτι που έγραψε ήδη στη συνοχή της ομάδας την οποία βλέπεις να έχει αναπτυχθεί πολύ γρήγορα για ένα σύνολο 11 νέων παιχτών. Είναι κάτι που θα φανεί στη συνέχεια το πόσο καλό ήταν εν τέλει για αυτούς, παρά τις εντός έδρας ήττες.

Και κάπου εδώ καταλήγω στο εξής.

Μετά τη 13η αγωνιστική της Ευρωλίγκας, το ρεκόρ γράφει 6-7 αλλά το αγωνιστικό πρόσημο είναι θετικό για τον πολύ απλό λόγο.

Ο Παναθηναϊκός ήταν περισσότερο καλύτερος απ’ ότι χειρότερος συνολικά σε σχέση με τους αντιπάλους του μέχρι τώρα, πάντα σε σχέση με το πόσο νέα ομάδα είναι συν των ελλείψεων για καιρό τριών παιχτών του βασικού rotation (Ντίνος, Juancho, Παπαπέτρου).

Εκεί εστιάζω τη δεδομένη στιγμή.

Για να ξέρουμε και τί λέμε όμως σεβόμενοι το context του Panathinaikos BC, η ομάδα πρέπει παράλληλα να βρει νίκες από εδώ και πέρα.

Θα έπρεπε να το κάνει όποιος και αν ήταν προπονητής, όποιοι παίχτες και αν έπαιζαν μέσα.

Είναι αυτό που είναι.

Το ματς με τη Βιλερμπάν είναι must win και θεωρώ πως το γνωρίζουν καλά εντός των τειχών.

Κλείνοντας θα πω ότι η πρόβλεψη αυτή τη στιγμή είναι αισιόδοξη για ακόμη έναν λόγο.

Το flow στην επίθεση κάνει ολοένα και πιο έντονη την παρουσία του και το effort στην άμυνα είναι εκεί.

Όσο πιο πολύ βλέπουμε αυτά τα δυο να συνυπάρχουν τόσο το καλύτερο.

Η συνέχεια επί του παρκέ.