Η γεύση που έμεινε στους οπαδούς του Παναθηναϊκού από το ματς στο Βελιγράδι είναι ότι έχασε ένα δικό του παιχνίδι.

Ένα ματς στο οποίο ήταν καλύτερος για περίπου 37 λεπτά.

Ωστόσο στο μπάσκετ ένα κακό τελευταίο τρίλεπτο και μια -ως συνήθως φέτος- καταστροφική παράταση είναι υπεραρκετά για να χαθεί μια νίκη που θα ήταν η πρώτη μεγάλη εκτός έδρας τη φετινή σεζόν.

Προτού συνεχίσω, να ξεκαθαρίσω ότι σε αυτό το κείμενο δεν θα ασχοληθώ με τη διαιτησία του ματς γιατί θεωρώ ότι η κουβέντα για τη διαιτησία είναι εντελώς ανούσια σε επίπεδο αγωνιστικής ανάλυσης.

Το αν αδικήθηκε ή όχι ο Παναθηναϊκός είναι μια κουβέντα με ελάχιστο νόημα, γιατί αυτή είναι η διαιτησία στην Ευρωλίγκα και δεν πρόκειται να αλλάξει.

Οπότε δηλώνω εκ προοιμίου ότι δεν θα μπω σε διάλογο για τη διαιτησία στα σχόλια.

Η μόνη κουβέντα που έχει νόημα είναι αυτή για τις αγωνιστικές αδυναμίες και τα λάθη της ομάδας, αν θέλουμε να κατανοήσουμε ποια είναι η προοπτική της στο υπάρχον πλαίσιο.

Στο χθεσινό ματς ο ΠΑΟ είχε αρκετούς υστερήσαντες με πρώτο και καλύτερο τον έως τώρα MVP του στη σεζόν, τον Μήτογλου.

Ο Μήτογλου έβγαλε εικόνα «σκασμένου» και αυτό είναι λογικό αν αναλογιστεί κανείς ότι παίζει κατά μέσο όρο 33:24 λεπτά ανά ματς. Ειδικά στα τελευταία 5 ματς ο μέσος όρος του είναι 36:24 λεπτά, με το χθεσινό να αποτελεί την κορωνίδα αφού έμεινε στο παρκέ για 41:04.

Το αποτέλεσμα ήταν στην crunch time και στην παράταση ο Μήτογλου κυριολεκτικά  να μην μπορεί να πάρει τα πόδια του. Να γίνεται στόχος στην άμυνα και να χάνει λέι-απ στην επίθεση.

Από την άλλη ο ΠΑΟ είχε σε κακή μέρα τον Σλούκα εξαρχής, το μεγαλύτερο πρόβλημα του οποίου αυτή τη στιγμή φαίνεται να είναι το άγχος του να σκοράρει από το τρίποντο.

Η παρά φύση αστοχία του έξω από τα 6.75 είναι ξεκάθαρο ότι του χαλάει το μυαλό με αποτέλεσμα εχθές να είναι και οργανωτικά non-factor.

Εξίσου non-factor ήταν και ο Vildoza στα μόλις 10 λεπτά που έπαιξε.

Αυτά τα δεδομένα, σε συνδυασμό με την απουσία των  Juacnho και Παπαπέτρου, δημιούργησαν έναν γρίφο για τον Ataman που κατά τη γνώμη μου τον οδήγησε σε ένα μέτριο κοουτσάρισμα στην προσπάθειά του να εξασφαλίσει την πρώτη μεγάλη εκτός έδρας νίκη.

Τα λεπτά των Μήτογλου (41:04), Lessort (33:10) και Grant (39: 49) δείχνουν ότι ο Τούρκος δεν είναι διατεθειμένος να ρισκάρει να δείξει εμπιστοσύνη στους Μαντζούκα (1:31), Balcerowski (11:50) και Vildoza (10:05)!!!

Προτού μπούμε στην κουβέντα για το αν ο Ataman δικαίως διαχειρίζεται έτσι δύο νέους παίκτες-πρότζεκτ, ένας εκ των οποίων είναι δική του επιλογή, καθώς και έναν παίκτη που ήλθε με περγαμηνές πρωταγωνιστή, πρέπει πρώτα να αναρωτηθούμε αν είναι εφικτό να συνεχίσει η ομάδα επιτυχώς με τέτοιο ροτέισιον μέχρι να επιστρέψουν οι δύο απόντες.

Η απάντηση είναι μάλλον όχι.

Τα τελευταία λεπτά συν την παράταση στον χθεσινό αγώνα αυτό μας δείχνουν τουλάχιστον.

Το ματς χθες χάνεται γιατί οι Lessort και Μήτογλου βλέπουν στην παράταση τους πιο φρέσκους αθλητικούς παίκτες της Partizan να τους περνάνε σαν σταματημένους, αφού είχαν και οι δύο ξεμείνει από δυνάμεις.

Και φυσικά η περιφέρεια του Παναθηναϊκού δεν μπορεί από τη φύση της να περιορίσει τέτοιους παίκτες.

Ο ΠΑΟ κυριαρχεί στο μεγαλύτερο διάστημα του ματς μέσα από τα δυναμικά hedge out των ψηλών του που δεν επιτρέπουν το κάθετο παιχνίδι στους κοντούς της Partizan ενώ τους κρύβουν και τη θέα προς το καλάθι.

Αυτή η επιτυχημένη συνταγή πάει περίπατο στα τελευταία 8 λεπτά του ματς.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η φάση που ο Punter πετυχαίνει το κρίσιμο τρίποντο πάνω στον Lessort, με το οποίο μείωσε τη διαφορά στο καλάθι ένα λεπτό πριν το τέλος της κανονικής περιόδου.

Ακριβώς η ίδια φάση με τους ίδιους πρωταγωνιστές είχε λάβει χώρα στα τελευταία δευτερόλεπτα του 3ου δεκαλέπτου με τον Lessort όμως να παίζει εκπληκτική άμυνα και να κόβει το σουτ.

Εννιά λεπτά αργότερα και χωρίς να έχει πάρει ανάσα ενδιάμεσα, αναμενόμενα δεν είχε την ίδια φρεσκάδα στα πόδια για να παίξει την ίδια άμυνα.

Για τον Μήτογλου, όπως έγραψα και στην αρχή, υπάρχουν ήδη σημάδια “καψίματος”.

Αν ο Ataman είναι αποφασισμένος να μην ρισκάρει καθόλου με τον Μαντζούκα, δίνοντας του τα απαραίτητα δέκα με δεκαπέντε λεπτά που χρειάζονται (ανάλογα το ματς) για να διατηρεί τον Μήτογλου φρέσκο, το πιθανότερο είναι ότι αυτό που φοβάται ότι θα χάσει από την απειρία και τα λάθη του μικρού, θα το χάσει από την εξάντληση του Μήτογλου.

Θυμίζω ότι ακολουθεί διαβολοβδομάδα με το πρώτο ματς στην Πόλη απέναντι στην Efes και μετά ταξίδι επιστροφής και εντός έδρας αγώνας απέναντι στην πανίσχυρη και μέχρι χθες αλύγιστη Real.

Αν κάποιος θεωρεί ότι ο Μήτογλου θα μπορεί να παίξει χωρίς πρόβλημα 33+ λεπτά και στα δύο αυτά ματς και να είναι καλός, μάλλον στερείται ρεαλισμού.

Για να ξεκαθαρίσω τη θέση μου και να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις, θεωρώ ότι ο Παναθηναϊκός τα έχει καταφέρει αρκετά καλά μέχρι τώρα για ομάδα που χτίστηκε από το μηδέν.

Δείχνει σταθερή πρόοδο και εξαιρετική προοπτική υπό την καθοδήγηση του Ataman.

Με όσα έχω δει μέχρι στιγμής από όλες τις ομάδες, είμαι αισιόδοξος και θεωρώ ότι ο ΠΑΟ έχει δυναμική και προοπτική εξάδας.

Υπάρχει όμως ένα σημαντικό αλλά σε όλο αυτό που δεν πρέπει να μας διαφεύγει, αν θέλουμε να μιλάμε με μπασκετικούς όρους και όχι σαν τυφλωμένοι οπαδοί.

Οι τελευταίοι λειτουργούν δυστυχώς σε μια λογική άκριτης στήριξης, την οποία απολαμβάνει συνήθως κάθε κόουτς για όσο κάνει καλή δουλειά (βλ. νίκες), με αποτέλεσμα να αντιδρούν σε όποια κριτική κι αν ασκείται με αγωνιστικά κριτήρια εκλαμβάνοντας την ως πόλεμο και προσπάθεια αποδόμησης.

Αυτό το είδαμε πολύ έντονα και στον Ολυμπιακό φέτος π.χ., όπου ο Μπαρτζώκας λόγω της επιτυχίας του θεωρείται ότι έχει το αλάνθαστο και κάθε κριτική στις επιλογές του απορρίπτεται εκ προοιμίου από μεγάλο κομμάτι των οπαδών-πιστών ως προϊόν γραφικότητας και άγνοιας.

Για να επανέλθω λοιπόν στο αλλά που ανέφερα πριν, ο Ataman επιλέγει μέχρι τώρα να στηρίζεται σε αυτούς που παίζουν καλά, δηλαδή σε όσους του δίνουν αυτό που θέλει, και να παρκάρει τους υπόλοιπους για τα καλά στον πάγκο.

Αυτό έχει οδηγήσει σε πολύ σφιχτά ροτέισιον με συγκεκριμένους παίκτες να τραβάνε όλο το κουπί (κυρίως οι Μητογλου, Grant , Grigonis, και Lessort) και κάποιους παίκτες να είναι συχνά παρακαρισμένοι στον πάγκο (Μαντζουκας, Balcerowski, Vildoza – δεν αναφέρω καν τον Guy καθώς είναι προφανές ότι ο ερχομός του Nunn τον έθεσε ουσιαστικά εκτός ομάδας).

Αυτή η τακτική απέδωσε σχετικά καλά στα πρώτα 10 ματς, ειδικά στις 4 σερί εντός έδρας αναμετρήσεις, φέρνοντας τα απαραίτητα αποτελέσματα, αλλά εχθές έδειξε τα όρια της στο πρώτο απαιτητικό ματς εκτός έδρας.

Με δεδομένο ότι το πρόγραμμα που ακολουθεί έχει πολλά δύσκολα ματς, αρκετά εκ των οποίων εκτός έδρας, τίθεται εύλογα το ερώτημα κατά πόσο η τακτική παραμερισμού όσων δεν αποδίδουν σταθερά σε υψηλό επίπεδο δημιουργεί θέμα για τη συνέχεια.

Απέναντι σε δυνατές ομάδες με βάθος πάγκου δεν μπορούμε να περιμένουμε ότι ο Lessort και ο Μήτογλου θα παίζουν ακούραστα και θα είναι αποτελεσματικοί επί 40 λεπτά π.χ.

Οι μόνοι που μπορούν να τους ξεκουράσουν λίγο, όμως, δηλαδή ο Μάντζουκας και ο Balcerowski, δεν παίρνουν χρόνο διότι ο κόουτς ακολουθεί μια τακτική που απαγορεύει το δικαίωμα στο λάθος ως κομμάτι της διαδικασία εκμάθησης και αγωνιστικής ωρίμανσης.

Η τακτική “στο πρώτο λάθος επιστρέφεις στον πάγκο και δεν ξαναμπαίνεις” την οποία βλέπουμε συχνά με τον Μαντζούκα π.χ., αλλά κατά περιπτώσεις και με τον Balcerowski κι ακόμα και με τον έμπειρο Vildoza είναι δίκοπο μαχαίρι.

Αφενός σπρώχνει τους παίχτες να βελτιωθούν άμεσα στέλνοντας το επί της αρχής σωστό μήνυμα ότι μόνο αν παίζουν στο ανώτατο επίπεδο θα παίρνουν χρόνο.

Αφετέρου όμως εμπεριέχει τον κίνδυνο ότι ειδικά οι νεότεροι παίκτες από ένα σημείο και μετά θα παίζουν με τον φόβο του λάθους, ο οποίος θα διογκώνεται κάθε φορά που θα τρώνε πάγκο, γεγονός που αναπόφευκτα μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη στην πρόοδο τους.

Για τον Vildoza τα πράγματα είναι πιο σύνθετα καθώς μια τέτοια τακτική ή θα τον οδηγήσει σε μεγαλύτερη προσπάθεια για να κερδίσει τον χρόνο που του αναλογεί βάσει αξίας ή θα τον σπρώξει εκτός ομάδας, αργά η γρήγορα.

Το ζήτημα με όλα αυτά είναι ότι απορρέουν από τη γενικότερη στρατηγική που έχει επιλέξει ο Ataman για τον φετινό Παναθηναϊκό, η οποία φαντάζει λίγο αντιφατική.

Αφενός επέλεξε να θέσει τον πήχη των στόχων (αναίτια κατά τη γνώμη μου) πολύ ψηλά μέσα από τις δηλώσεις του για Playoffs και F4.

Αφετέρου επένδυσε σε κάποιους νέους και άπειρους σε αυτό το επίπεδο παίκτες, όπως πχ. ο Balcerowski που επιλεχθηκε για τον κομβικό ρόλο του δεύτερου ψηλού, από τους οποίους απαιτεί τώρα να φτάσουν άμεσα σε επίπεδα απόδοσης που θα βοηθήσουν την ομάδα να κυνηγήσει αυτούς τους στόχους.

Σαφώς και ο τραυματισμός του Juancho περιέπλεξε τα πράγματα στην πεντάδα των ψηλών και έβαλε αυτόματα μεγαλύτερο βαρος τόσο στον Μήτογλου όσο και στον Balcerowski.

Ωστόσο αυτή είναι μια δεδομένη κατάσταση που αναπόφευκτα πρέπει να αντιμετωπιστεί εκ των έσω και το ερώτημα που τίθεται είναι αν αντιμετωπίζεται με τρόπο που θα βοηθήσει την ομάδα να μην χάσει παίκτες ή αν αντιμετωπίζεται σπασμωδικά στον βωμό της λογικής για νίκες πάση θυσία στο πλαίσιο των εξαγγελθέντων στόχων.

Το γεγονός ότι παίκτες όπως ο Balcerowski ή ο Μαντζουκας φαίνεται να μην έχουν περιθώριο στο λάθος, ενώ βρίσκονται σε διαδικασία αγωνιστικής ωρίμανσης, λόγω των συνεπειών που αυτά τα λάθη αναπόφευκτα μπορούν να έχουν στην βαθμολογική συγκομιδή, οδηγεί δεδομένα σε έναν φαύλο κύκλο.

Μια τέτοια “βίαιη” διαδικασία εκμάθησης έχει ένα πολύ λεπτό όριο μεταξύ αποτυχίας και επιτυχίας, το οποίο καθορίζεται συνήθως από το αν οι νέοι παίκτες θα δείξουν την απαραίτητη πνευματική σκληράδα ώστε να επιμείνουν και να καταφέρουν να σταθεροποιηθούν στο επιθυμητό από τον κόουτς επίπεδο σύντομα.

Δηλαδή προτού «σκάσουν» οι βασικοί που αναγκάζονται να κάνουν υπερωρίες στο παρκέ όσο οι μικροί “τιμωρούνται”.

Σε άμεση συνάφεια με αυτό βρίσκονται και τα αποτελέσματα.

Ως τώρα το θετικό ρεκόρ καθιστά την τακτική του Ataman επιτυχημένη στη βάση του “όλα κρίνονται εκ του αποτελέσματος”, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι νίκες ήλθαν σε ένα ευνοϊκό πρόγραμμα με πολλά εντός έδρας ματς στην αρχή της σεζόν.

Δηλαδή όταν οι βασικοί μας πρωταγωνιστές που ουσιαστικά δεν έπαιξαν με τις εθνικές τους, όπως ο Μήτογλου ή ο Lessort, ήταν ακόμα φρέσκοι.

Το ερώτημα που τίθεται, λοιπόν, είναι αν αυτή η τακτική θα συνεχίσει να αποδεικνύεται επιτυχημένη σε περίπτωση που το “σκάσιμο” των βασικών γραναζιών αρχίσει να οδηγεί σε συνεχόμενες ήττες στα επόμενα δύσκολα ματς (η χθεσινή ήττα είναι ενδεικτική της όλης φάσης, όπως ανέλυσα προηγουμένως).

Για να μην υπάρχουν παρερμηνείες, όλα αυτά δεν τα αναφέρω ως κάποιο σενάριο επικείμενης καταστροφής. Αυτή τη στιγμή ο ΠΑΟ έχει πολλούς καλούς λόγους να βλέπει το μέλλον με πλήρη αισιοδοξία.

Έχει θετικό ρεκόρ και περιμένει να σταθεροποιήσουν σε υψηλά επίπεδα ή να ανεβάσουν εκεί την απόδοσή τους δεδομένα καλοί και έμπειροι παίκτες, όπως ο Σλούκας, ο Vildoza, και ο Nunn.

Οι πιθανότητες αυτό να συμβεί στο αμέσως επόμενο διάστημα είναι μεγάλες.

Επιπλέον περιμένει να επιστρέψουν μέσα στον επόμενο μήνα ο Juancho και ο Παπαπέτρου που θα δώσουν το απαραίτητο βάθος και versatility στο ροτέισιον.

Από την άλλη πλευρά όμως βρίσκεται σε μια περίεργη συγκυρία, όπου η επιλογή για σφιχτό ροτέισιον με ορίζοντα τα άμεσα αποτελέσματα απειλεί να οδηγήσει σε πισωγύρισμα την έως τώρα καλή πορεία ανεβάζοντας επικίνδυνα τον πήχη της δυσκολίας για το υπόλοιπο της διοργάνωσης.

Σε αυτό το πλαίσιο το στοίχημα για τον Παναθηναϊκό είναι να κάνει τουλάχιστον δύο νίκες μέχρι το ματς με τη Μονακό στη 15η αγωνιστική, στο οποίο είναι πιθανό να επανέλθει ο Juancho, ο οποίος θα δώσει το πολυπόθητο βάθος στο 4 πρωτίστως και δευτερευόντως στο 3.

Αυτό το σενάριο συνεπάγεται μια νίκη τουλάχιστον στη διαβολοβδομάδα, δηλαδή είτε εκτός έδρας επί της Efes είτε εντός έδρας επί της Real, καθώς και νίκη μετά στη Γαλλία επίς της πιο αδύναμης αλλά όχι εντελώς ακίνδυνης Asvel.

Δύσκολο εγχείρημα, αλλά όχι ανέφικτο, και σίγουρα βασική προϋπόθεση για να διατηρήσει η ομάδα την ηρεμία της, παραμένοντας εντός των διακηρυγμένων στόχων.