Αντίο πρόεδρε

Αντίο πρόεδρε

Όταν διάβασα την είδηση βούρκωσα.

Κατευθείαν.

Χωρίς να σκεφτώ τίποτα, χωρίς να προσπαθήσω για κάτι. Απλά έγινε.

Γενικά το γεγονός ότι πέθανε ο Θανάσης Γιαννακόπουλος είναι ένα τραγικό γεγονός. Όσο και να το ωραιοποιήσουμε και όσες φορές και να πούμε αθάνατος, ο Θανάσης δεν θα κάτσει στις πολυθρόνες σήμερα το απόγευμα. Ούτε θα τον δεις όρθιο να διαμαρτύρεται για ένα σφύριγμα. Θα είναι όλοι εκεί. Το γήπεδο θα είναι γεμάτο και όλοι όσοι μεγαλώσανε μαζί του θα τραγουδάνε για την ομάδα μας, αλλά αυτός δεν θα είναι.

Θα λείπει.

Υπάρχει γενικά κάτι που μπορεί να το καταλαβαίνεις όσο κάποιος βρίσκεται εν ζωή, ή μπορεί να το καταλάβεις όταν αυτός φύγει.

Και αυτό είναι να καταλάβεις γιατί τον αγαπάς.

Στην περίπτωση του Θανάση δεν το κατάλαβα όταν έφυγε. Στην περίπτωση του Θανάση είχα καταλάβει γιατί τον αγαπάω από μικρό παιδί. Ήταν κάτι που με σκότωνε και σκεφτόμουν ότι δεν θα έχω ποτέ τη δυνατότητα να του το πω.

Πήγαινα στο γήπεδο από μικρός και άκουγα να τραγουδάνε όλοι “Παύλο θεέ.” Όταν πάλι γινόταν κάποια μεγάλη μεταγραφή και ήταν όλοι χαρούμενοι όλοι πάντοτε τραγουδούσαν “είναι τρελός ο πρόεδρος.”

Και πάντα μα πάντα εννοούσαν τον Παύλο.

Φυσικά και εγώ τραγουδούσα μαζί τους. Γιατί φυσικά και εγώ αγαπούσα τον Παύλο όσο αυτοί. Όμως πάντα μα πάντα ένιωθα μέσα μου μια μικρή στεναχώρια. Πάντα μέσα μου είχα μια φωνή να ρωτάει, “μα καλά, είναι Παύλος και Θανάσης.” Γιατί όλοι μιλάνε σαν να είναι μόνο ένας; Σκέψου πόσο θα στεναχωριέται ο άλλος…

Αυτό το πράγμα λοιπόν με ακολούθησε και όσο μεγάλωνα δεν το ξέχασα ποτέ. Πάντα είχα απέραντη αγάπη στον Παύλο. Αλλά στο παιδικό μου μυαλό ο Θανάσης ήταν ο “αδικημένος.”

Αυτό του έδωσε ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου. Και δεν έφυγε ποτέ.

Όσο έβλεπα την ομάδα να παίρνει όποιον παίχτη ήθελε, την εποχή του Γκάλη και του Ντομινίκ, δεν καταλάβαινα και πολλά. Γενικά καταλάβαινα ότι έχουμε 2 προέδρους που λατρεύουν την ομάδα και επειδή είναι τρελοί με αυτήν είναι ικανοί να φέρουν τον οποιονδήποτε. Θυμάμαι καθόμουν στο θρανίο και έγραφα πιθανές πεντάδες με παίχτες που είχαν ακουστεί, ή για κάποιο λόγο τελοσπάντων είχε συνδεθεί το όνομα τους με τον Παναθηναϊκό. Και θυμάμαι ακόμα ότι είχα στον άσσο τον Ριγκοντό και στο τέσσερα τον Μπάρκλεϊ.

Είπαμε δεν καταλάβαινα και πολλά…

Στην πραγματικότητα αυτοί οι πρόεδροι ήταν που δεν καταλάβαιναν. Δεν καταλάβαιναν τί έκαναν τότε. Αυτοί οι πρόεδροι δεν έδωσαν στον Παναθηναϊκό επιτυχίες. Αυτοί οι πρόεδροι έδωσαν σε μια ολόκληρη γενιά παιδιών αναμνήσεις.

Και οι αναμνήσεις δεν είναι ένα πρωτάθλημα, ένα κύπελλο, ή ένα Ευρωπαϊκό. Οι αναμνήσεις δεν είναι ο Βουρτζούμης που κόβει το διχτάκι, ή ο Ντομινίκ που σηκώνει τα πόδια όταν σουτάρει. Οι αναμνήσεις δεν είναι ο Ομπράντοβιτς που αγκαλιάζει τον Διαμαντίδη και αυτός πέφτει πάνω του σα μικρό παιδί. Αναμνήσεις δεν είναι ο Ντέγιαν Μποντιρόγκα που φιλάει τη φανέλα μέσα στο ΣΕΦ. Ούτε το τρίποντο του Κουτλουάι. Ούτε ο Ράτζα. Ούτε ο Φάνης. Ούτε ο Βράνκοβιτς. Ούτε κανένας.

Αναμνήσεις είναι η πεντάδα στο θρανίο…

Και αυτές τις αναμνήσεις τις έδωσαν αυτοί οι δύο άνθρωποι.

Και από αυτούς τους δύο ανθρώπους, ο ένας δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να ακουστεί καν το όνομα του…

Αυτός θα είναι πάντα για μένα. Ο πρόεδρος που αν μπορούσα να κάνω την παιδική φωνή μου να ακουστεί σε ολόκληρο το γήπεδο αυτή θα φώναζε “σε αγαπάμε ΑΚΡΙΒΩΣ το ίδιο με τον αδερφό σου πρόεδρε, μη στεναχωριέσαι.”

Πριν από περίπου δέκα χρόνια μόλις είχε τελειώσει ένας αγώνας και φεύγαμε με την παρέα μου από το πάρκινγκ, όταν είδαμε ένα μεγάλο μαύρο αμάξι να περνάει από μπροστά μας. Αρχίζουμε και φωνάζουμε ότι μπορεί να είναι αυτός, κάνουμε νόημα με τα χέρια να σταματήσει χωρίς προφανώς να υπάρχει καμία λογική σε αυτό, ούτε και να έχουμε καμία ελπίδα ότι θα το κάνει.

Και τότε βλέπουμε το αυτοκίνητο να σταματάει, να ανοίγει ένα παράθυρο κ να μας βγάζει το χέρι του. Του το δίνουμε κ εμείς και του φωνάζουμε σε αγαπάμε πρόεδρε.

Μας κοιτάζει, μας λέει “να αγαπάτε τον Παναθηναϊκό,” κλείνει το παράθυρο και φεύγει.

Αν με ακούς εκεί ψηλά πρόεδρε, τον Παναθηναϊκό τον αγαπάμε.

Αλλά αγαπάμε και ΕΣΕΝΑ!

Πάντα σε αγαπούσαμε το ίδιο.

Κάποιοι ίσως και λίγο παραπάνω…

Να πας να το πεις αυτό και να υπερηφανευτείς σήμερα στα αγαπημένα σου αδέρφια.

Καλό ταξίδι, δεν θα σε ξεχάσω ποτέ.