Γενικά όταν γράφεται κάτι δημόσια για τις ομάδες μας είμαστε της νοοτροπίας πες κάτι θετικό ή βγάλε το σκασμό.

Παρόλα αυτά δεν ήταν πάντα έτσι.

Κατάντησε έτσι.

Βλέπεις το θέμα είναι το εξής.

Όταν θεωρείς ότι ένα περιβάλλον λειτουργεί με σταθερούς κανόνες, νιώθεις και πιο άνετος να σχολιάσεις τα όποια κακώς κείμενα.

Όταν κάτι γενικά θεωρείς ότι είναι δυνατό από μόνο του, πιστεύεις κατ’ επέκταση ότι με την κριτική σου θα το βοηθήσεις να γίνει καλύτερο.

Για μια γενιά τώρα που να το πούμε ευγενικά μεγάλωσε μέσα στην ποδοσφαιρική κυριαρχία του Ολυμπιακού, το κακό ή καλό είναι ότι γαλουχήθηκε παράλληλα και μέσα από αυτήν.

Να το πω απλά, τα όσα έβλεπε «έγραψαν» μέσα του.

Ήταν εκεί. Είχε τη δική του κρίση για όσα έβλεπε. Αλλά ένιωθε ταυτόχρονα και ότι δεν μπορεί να κάνει και τίποτα για να το αλλάξει.

Και μεγάλωσε.

Μεγαλώνοντας τώρα είδε και την αλλαγή αυτής ακριβώς της νοοτροπίας στη γενιά των αντίστοιχων οπαδών του Ολυμπιακού.

Νοοτροπία που αντιστοίχως προήλθε μέσα από αυτή την ενστάλαξη ότι η ευνοϊκή –«ευνοϊκή» έχει σημασία το επίθετο – αντιμετώπιση της ομάδας σου από την διαιτησία είναι μέρος του παιχνιδιού, ή ακόμα καλύτερα μέρος της αναγνώρισης της ως δυνατότερη από τον αντίπαλο της.

Είναι αυτό που 30 χρόνια αργότερα θα γνωρίζαμε ως «είναι λογικό οι μεγάλες ομάδες να ευνοούνται.»

Η παραπάνω φράση βέβαια λειτουργεί σήμερα σε όρους αξιωματικούς σε όλα τα αθλήματα. Είναι γραμμένο στο DNA του μέσου οπαδού. Σε αυτή τη λογική, αν είσαι μεγαλύτερη ομάδα έχεις ένα αυτονόητο δικαίωμα στην ευνοϊκή μεταχείριση από τους διαιτητές. Το 60-40, ή το 70-30 όπως λέμε μπακαλίστικα, είναι για σένα το δικαιωματικά κεκτημένο 50-50.

Αυτό τώρα έχει και την αντίθετη ανάγνωση.

Αν έχεις ευνοϊκή μεταχείριση τότε σημαίνει ότι είσαι και μεγάλη ομάδα. Ή για να το πάμε ένα βήμα παραπέρα ΟΠΟΙΑ ομάδα έχει ευνοϊκή μεταχείριση είναι και η μεγαλύτερη ομάδα.

Και έτσι η ζωή συνεχίζεται.

Κανένας λόγος δεν υφίσταται ποτέ να αμφισβητήσεις το ιερό δικαίωμα του ευνοούμενου στην εύνοια. Αν δε το κάνεις, αυτό σημαίνει ότι αυτομάτως αμφισβητείς το μεγαλείο του. Δηλαδή το σχεδόν αναφαίρετο δικαίωμα του στο ίδιο το παιχνίδι.

Οποιοδήποτε παιχνίδι.

Ο λόγος τώρα αυτού δεν γεννήθηκε σήμερα. Δεν γεννήθηκε καν σε μία μέρα. Όπως είπα και παραπάνω η λογική της “κληρονομικά” κεκτημένης εύνοιας προήλθε από ζυμώσεις 25 και άνω χρόνων.

Στην οπαδική αρθρογραφία, η εύνοια έβρισκε έτοιμη τη δικαιολόγησή της. Και ένα κοινό που αναζητούσε ακριβώς αυτή τη δικαιολόγηση έβρισκε το κείμενο που ήθελε να διαβάσει. Μια win-win κατάσταση. Ο αναγνώστης δεν χρειαζόταν να αμφιβάλει και ο γράφων δεν χρειαζόταν να τον δυσκολέψει.

Κοινώς, αυτό που σήμερα ονομάζουμε πλυντήρια. Ας τους πούμε φορείς πιστοποιητικού κανονικότητας ακριβέστερα.

Τους εν λόγω φορείς τώρα δεν τους ενδιέφερε ποτέ το άθλημα. Κανένα άθλημα. Ποδόσφαιρο, μπάσκετ, κρίκετ. Ο καθένας μπορεί να προσθέσει όποιο άθλημα θέλει.

Τους ενδιέφερε ο εαυτός τους και η ανέλιξη τους σε έναν χώρο που τους πριμοδότησε με μανία.

Αυτοί που έβλεπαν αλλά δεν έβλεπαν, δεν βγήκαν σήμερα στον ελληνικό αθλητισμό. Υπήρχαν εδώ και δεκαετίες. Για την ακρίβεια δεν υπήρχαν απλά.

«Ήταν» ο αθλητισμός.

Ήταν αυτοί που έμαθαν τον Έλληνα οπαδό να προσπερνά όσα ο ίδιος θα κατήγγελλε αν αφορούσαν τον αντίπαλο και του έδωσαν και έτοιμη τη φράση να λέει όταν χρειάζεται:

«Έτσι γίνεται με όλες τις μεγάλες ομάδες.»

Ήταν αυτοί που έμαθαν τον Έλληνα φίλαθλο να χρησιμοποιεί ως βασική επωδό για οτιδήποτε αρνητικό εναντίον της ομάδας του το whataboutism.

Και ξέρεις πώς επέλεξαν να αυξήσουν τη δύναμη του επιχειρήματός τους;

Με το να μη λένε τί ομάδα είναι.

Ξαναδιάβασε την παραπάνω γραμμή και αναλογίσου. Πόσο πραγματικά αστεία φαίνεται;

Θυμάμαι πάντοτε όταν διάβαζα κάποιον, πόσο με ενδιέφερε να δω την γ@μημένη τη γνώμη του για κάτι ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ τί ομάδα είναι.

Μιλάμε για αθλητισμό. Δηλαδή για μια παράλληλη με την «πραγματική ζωή» μορφή έκφρασης, εκτόνωσης, διασκέδασης, όπως θέλεις πες το.

Και αυτό που ο άλλος πίστευε για δεκαετίες – και το πιστεύει ακόμα, εκεί είναι το πιο αστείο – ήταν ότι με το να μην λέει τί ομάδα είναι θα εγγυηθεί την αξιοπιστία του λόγου του.

Έπιανε, ή ενδεχομένως ακόμα και σήμερα πιάνει αυτό το πράγμα σε κάποιους εναπομείναντες λίγους. Μπορώ με βεβαιότητα να μιλήσω ότι έπιανε σε πολύ περισσότερους στο παρελθόν.

Και ο λόγος ήταν αφ’ ενός ότι το αυτί του εκάστοτε φιλάθλου 20 χρόνια πριν ήταν δραματικά πιο απαίδευτο και αφ’ ετέρου γιατί ο άνθρωπος είναι από την φύση του καλός. Ως εκ τούτου είναι ενστικτωδώς «αγνά» διακείμενος απέναντι σε κάποιον που θέλει να ακούσει.

Και δεν το ψέγω.

Ήμουν πρώτος θετικά διακείμενος στον κάθε Χ γράφοντα για μια «κακή εμφάνιση» του Παναθηναϊκού και για ένα πέναλτι που «ορθώς» δόθηκε και για μια κακή εμφάνιση που συνοδεύτηκε από μια «κακή» διαιτησία. Πρόσεξε όμως, όχι στον Χ “όψιμα” αντικειμενικό γράφοντα. Στον Χ τίμια – ξαναλέω ΤΙΜΙΑ – δηλωμένο ως προς τις οπαδικές του προτιμήσεις γράφοντα.

Είπαμε ωστόσο. Η γενιά αυτή γαλουχήθηκε μέσα σε fire and blood. Και όλα αυτά 20 και 30 χρόνια μετά απλά δεν τα δέχεται. Τα εντοπίζει με συνοπτικές διαδικασίες και αργά ή γρήγορα τα αποβάλλει.

Και υπάρχει βαθύτερος λόγος για αυτό από ένα απλό «δεν μου αρέσει να ακούω την άλλη γνώμη.»

Αφ΄ενός στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν υπάρχει “άλλη” γνώμη in the first place. Υπάρχει μια στοχευμένη, προδιαγεγραμμένη ακολουθία στην οποία απλά αλλάζουν οι πρωταγωνιστές.

Μια φορά κι ένα καιρό λοιπόν στον αθλητικό λόγο το «εγώ υποστηρίζω μόνο την Εθνική» περνούσε για διαπιστευτήριο ουδετερότητας. Αν ήσουν τυχερός να υποστηρίζεις ΑΕΚ, ή κάποια εκ των ομάδων της Θεσσαλονίκης ή της επαρχίας τότε μπορούσες να «αποκαλυφθείς.»

Αν όχι, τότε αν ήθελες να σε «πάρουν στα σοβαρά» θα έπρεπε να το κρατήσεις για τον εαυτό σου.

Αν δε υποστήριζες Ολυμπιακό ή Παναθηναϊκό αλλά τύγχανε να είσαι από την επαρχία, τότε η θέρμη σου για την τοπική ομάδα θα έπρεπε να ενέχει στάτους αρρώστιας. Εναλλακτικά back to square one: Εθνική Ελλάδος γεια σου.

Έλεγα ότι ο λόγος της σημερινής απόρριψης όλων αυτών είναι βαθύτερος και όχι απόλυτα ενσυνείδητος.

Στη Συμπεριφορική Επιστήμη αυτό το ονομάζουν performative non-partisanship. Ή αλλιώς false balance.

Βλέπεις όταν δεν έχεις επιχειρήματα και προσπαθείς να δικαιολογήσεις ένα ακραίο γεγονός, ο μόνος τρόπος που σου μένει να δυναμώσεις το επιχείρημα σου είναι να οικειοποιηθείς την αισθητική και τη ρητορική του αντικειμενικού κριτή.

Πρόσεξε τώρα.

Αυτό ακριβώς που στην πραγματικότητα προσπαθείς να αποδείξεις, δηλαδή ότι μιλάς με ευθύτητα και «λες αυτά που βλέπεις» επιλέγεις να το δυναμώσεις με την απόρριψη ακριβώς εκείνου του στοιχείου που επικαλείσαι ότι χρησιμοποιείς.

Της δικής σου οπαδικής αφετηρίας.

Enter αυτά που λέγαμε για τον μεγαλύτερο σεβασμό που τουλάχιστον από εμένα είχε πάντα όποιος έλεγε απλά «τί ομάδα είναι.»

Η γνώμη του άλλου ήταν πάντα που κρίνεται. Όχι η επίπλαστη αντικειμενικότητα του.

Ως Παναθηναϊκός, έχω ιστορικά σεβαστεί τη γνώμη άρρωστων Ολυμπιακών και βάζω μέσα και δηλωμένα δημοσιογραφούντες Ολυμπιακούς ακόμα και τα σκληρότερα χρόνια των σκοτεινότερων εποχών του ελληνικού ποδοσφαίρου. Το θεωρώ και αστείο ότι το τονίζω. Όπως είπα και παραπάνω πολλές φορές έψαχνα κιόλας να τους διαβάσω.

Ποτέ όμως κάποιου που ήταν Εθνική Ελλάδας.

Ή Πέλοπας Κιάτου.

Αλήθεια μιας που το συζητάμε, έχει αναρωτηθεί ποτέ κανείς γιατί όλοι αυτοί οι μετριοπαθείς αγωγοί του ευ αγωνίζεσθαι και του δικαιώματος στην “κακή βραδιά του διαιτητή” είναι οι πρώτοι που εκφράζονται με οπαδική μανία όταν δουν ένα φαλτσοσφύριγμα στην Εθνική;

Τί να πεις, μάλλον η Εθνική θα αδικείται περισσότερο από τους Συλλόγους.

Τέλος πάντων.

Να μου λεγες τώρα εμένα πιτσιρικά για επιδεικτικές ουδετερότητες και ιστορίες για αγρίους τη στιγμή που η ομάδα μου πάλευε με τα κύματα για κάτι ψωροδεκαετίες. Τα λέω τώρα που τα βλέπω από μακριά. Κάπου θα διαβάζει και κανένας οπαδός του Πέλοπα και θα ψάχνει να βρει τί μου φταιξε.

Δεν είναι η Εθνική το θέμα.

Είναι ότι βλέπεις τόσα χρόνια μετά, τα ίδια αρχέτυπα ανθρώπων, με τα ίδια σχήματα επιχειρηματολογίας, να προσπαθούν να κολυμπήσουν στα ίδια νερά με τους ίδιους τρόπους.

Λέγαμε, όχι εγώ αλλά όλοι μας εδώ μέσα σε κάθε ευκαιρία, ότι η διαιτησία ήταν και είναι μέρος του αγώνα. Κάθε αγώνα σε οποιοδήποτε άθλημα. Και ως τέτοια, αν πρέπει να σχολιαστεί, θα σχολιαστεί όπως της αξίζει. Ευνοϊκή, δυσμενής, καλή, κακή, ανάποδη.

Βλέπεις, το πιο εύκολο για τον καθένα που θέλει να γράψει κάτι δημόσια είναι να κάνει tone down την ρητορική του για να αποκτήσει έρεισμα σε πιο πολύ κόσμο.

Αν βιοπορίζεσαι ειδικά.

Και αν βιοπορίζεσαι, ρε φίλε, ως ένα βαθμό το καταλαβαίνω. Ενδεχομένως να έχεις οικογένεια, να κουβαλάς τον δικό σου σταυρό, να υπολογίζεις πώς θα ακουστεί ένα κείμενο στο μέσο και στο κοινό σου.

Αλλά διάολε.

Εσύ που επιλέγεις να βαδίσεις στο άρμα της ηθικοπλαστικής αγάπης για το άθλημα επιλέγοντας να ειρωνεύεσαι την κάθε ένσταση αντί να απαντάς στο περιεχόμενό της, αφήνεις ανοιχτή την ίδια ένσταση. Το ύφος της ηθικής σου ανωτερότητας δεν την εξαφανίζει.

Τη δική σου σχέση με το άθλημα υποθάλπεις.

Οι εξελίξεις στο μπάσκετ δεν είναι μνημειώδους σημασίας επειδή «βάλλεται ο Ολυμπιακός.»

Για την ακρίβεια δεν υπάρχει πουθενά απολύτως καμία νύξη ότι βάλλεται ο Ολυμπιακός από καμία εξέλιξη στα διοικητικά του μπάσκετ.

Επαναλαμβάνω ΑΠΟΛΥΤΩΣ καμία νύξη.

Το σκάνδαλο, αν μπορεί ακόμα να λογιστεί ως σκάνδαλο, αναφέρεται σε κλήση συγκεκριμένων ανθρώπων από τον Εισαγγελέα για μια σειρά από αδικήματα που έχει οδηγήσει σε προφυλακίσεις.

Το γιατί η μία πλευρά τώρα δείχνει σαστισμένη και η άλλη πανηγυρίζει είναι άλλο θέμα.

Ή μήπως εκεί είναι το ενδιαφέρον;

Τί πρέπει και δεν πρέπει η ταραχή με τρέφει, μα αυτούς τους καταστρέφει.

Οι εξελίξεις στο μπάσκετ είναι μνημειώδους σημασίας πρωτίστως γιατί δοκιμάζουν την αντίληψη δικαιωματικής ισχύος που μετεξελίχθηκε οπαδικά στην ιδέα ότι “κράτος είναι ο Ολυμπιακός.”

Όχι γιατί θα υπάρξει καμία συσχέτιση των όποιων πράξεων με την ομάδα, που προσωπικά το θεωρώ δύσκολο έως απίθανο. Αλλά γιατί η υφέρπουσα παντοδυναμία που υιοθετήθηκε στον οπαδικό και δημοσιογραφικό λόγο του συγκεκριμένου Συλλόγου καλλιέργησε αργά αλλά σταθερά εδώ και δεκαετίες την έπαρση σε όλες του τις μορφές.

Και η έπαρση θέλει κοινό.

Υπήρχε λόγος που ο κόσμος του Ολυμπιακού χαρακτήρισε το πρωτάθλημα μπάσκετ του 2025 «το πιο μάγκικο.» Κατ’ αντιστοιχία το πιο μάγκικο πρωτάθλημα ήταν αυτό του 2024 για τον Παναθηναϊκό.

Ας κάνει κάποιος τις συγκρίσεις και ας βρει τις διαφορές.

Η διαιτησία ως στοιχείο του παιχνιδιού έγινε ένδειξη δύναμης για μια γενιά ανθρώπων που είδαν 20 στα 20 πρωταθλήματα στη διάρκεια της ζωής τους και ένδειξη αδυναμίας όταν χάνεται.

Και η δύναμη είναι μαγκιά.

Είμαι απόλυτα βέβαιος ότι αν γινόταν αύριο ο Ολυμπιακός να πάρει το επόμενο πρωτάθλημα μέσα στο ΟΑΚΑ από τον Ομπράντοβιτς με 70 βολές θα πανηγυριζόταν το ίδιο αν όχι περισσότερο. Άντε, ίσως από τους πιο «αντικειμενικούς» να υπήρχαν μερικά γελάκια κατ’ ιδίαν.

Όπως πανηγυρίστηκε και πανηγυρίζεται ακόμα η Ριζούπολη ας πούμε.

Αλήθεια, μιας που λέω Ριζούπολη, στο συλλογικό ασυνείδητο η Ριζούπολη σήμερα ενέχει εξέχουσα θέση στην ιστορία του Ολυμπιακού. Έχουμε αναρωτηθεί γιατί;

Για να το πω αλλιώς, οι εικόνες με τις οποίες μεγαλώνουμε δύσκολα αλλάζουν θέση στο μυαλό μας.

Εικόνες που αν τους δώσεις χρόνο εγκαθιδρύουν στάτους ιδιοκτησίας πάνω στην προνομιακή μεταχείριση και τελούν ως διακήρυξη δύναμης έναντι των υπολοίπων.

Cognitive dissonance είναι η αναντιστοιχία πράξεων και πεποιθήσεων. Κοινώς αν δεν μπορώ να αλλάξω τί έκανα, θα αλλάξω αυτό που πιστεύω για το τί έκανα. Και στην προκειμένη περίπτωση αυτές οι πεποιθήσεις είναι βαθιά ριζωμένες για να αλλάξουν ποτέ.

Δεν είναι όλοι έτσι προφανώς. Ούτε οι Παναθηναϊκοί, ούτε οι Ολυμπιακοί ούτε οποιαδήποτε άλλη κατηγορία ανθρώπων περιγράφεται εξαντλητικά από την πιο θορυβώδη εκδοχή της.

Κοινώς, δεν είναι όλοι οι Ολυμπιακοί κακοί, ούτε όλοι οι Παναθηναϊκοί καλοί. Οι άνθρωποι κρίνονται από τα λεχθέντα και τα πεπραγμένα τους, όχι από την οπαδική τους ταυτότητα.

Αυτό που τονίζεται είναι η κουλτούρα των οργανισμών απέναντι στην εύνοια ως κεκτημένο.

Μια κουλτούρα που έπλασε γενιές ανθρώπων που είχε στην μία πλευρά πυρήνα της το αναφαίρετο δικαίωμα στη εύνοια και στην άλλη την ενοχικότητα.

Ακόμα θυμάμαι κάποτε ένα πέναλτι του Παναθηναϊκού στον Άρη νομίζω και ο μέσος Παναθηναϊκός ένιωθε έτοιμος να ζητήσει επανάληψη του αγώνα γιατί “δεν ήταν.”

Ναι, ξέρω, το Λίντο. Είναι σαφές ότι έχουν τα δίκια τους.

Το προκείμενο αυτές τις μέρες δεν είναι η όποια έρευνα απλά.

Είναι ότι η αποκάλυψη έγινε ξαφνικά και από το πουθενά για πράγματα για τα οποία ο δημόσιος διάλογος κώφευε, οδηγώντας αρκετούς σε τοίχο. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη αντίδραση ακριβώς από αυτούς που μέχρι χτες ήταν οι κοινωνοί της αγάπης για το άθλημα είναι ένα σάστισμα.

Ένα ιστορικό σάστισμα.

Το να ζητάς τεκμηρίωση πεπραγμένων στο δημόσιο διάλογο προτού εμφανιστεί μια δικαστική εξέλιξη θα έπρεπε να είναι αυτονόητο. Το να θεωρείς κάθε ερώτηση τοξικότητα όμως οδηγεί σήμερα σε αμηχανία.

Αυτή η αμηχανία είναι που μου μένει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο αυτές τις μέρες.

Έχει όμως λογική, έτσι δεν είναι; Αν θεωρούσες τον έλεγχο ως προσβολή της “μπασκετικής” ταυτότητάς σου, το πιο απλό που είχες να κάνεις ήταν να εξηγήσεις αυτή τη θέση. Το πρόβλημα είναι ότι η απάντηση απαιτούσε επιχειρήματα και όχι ηθικοπλαστικές ταυτολογίες, υπερφίαλες περιφρονήσεις και κούνημα του δαχτύλου.

Κοινώς, σβήνε.

Ο πραγματικά μεγάλος νικητής όλου αυτού δεν θα είναι το αποτέλεσμα της έρευνας, που έχει τη δική του αυτοτελή σημασία, αλλά το αποτύπωμα που θα αφήσει στον τρόπο που μιλάμε για το άθλημα.

Το ζητούμενο δεν είναι αν θα γράψει ή τί θα γράψει ο επόμενος. Ήδη οι πένες του whataboutism, του false equivalence, και του gaslighting αναζητούν το κατάλληλο framing.

Αλλά όσοι υπηρέτησαν την υποκρισία ενός συστήματος που έμαθε τα πιτσιρίκια να κερδίζουν με κάθε τρόπο και μετά τους έδινε έτοιμη τροφή για να το δικαιολογήσουν, είναι από χτες ακόμα πιο μόνοι τους. Το κακό με τη γεύση του μένους είναι ότι παίρνεις λίγη και σου μένει μια για πάντα στο στόμα.

Και μιας που είπα πιτσιρίκια.

Στην έρευνα λέει περιλαμβάνεται αγώνας σε σχολικό πρωτάθλημα που η μία ομάδα κέρδισε 52 βολές.

Σε σχολικό. Πρωτάθλημα.

Είμαι βέβαιος ότι σε ομιλίες, συνεντεύξεις, ή παρουσιάσεις, οι ένθερμοι ιδεολογικοί εναγκαλισμοί με την αγάπη για το άθλημα και τα νέα παιδιά θα είχαν αρκετές φορές την τιμητική τους από πολλούς εξ αυτών που σήμερα είτε καλούνται να απολογηθούν, είτε καλούνται να γράψουν δικαιολογίες για τους πρώτους.

Touché.

Στην Ευρωλίγκα έχουν πιαστεί διαιτητές να κλέβουν σε αεροδρόμια και να είναι κανονικά μέλη της Μαφίας (!), στην Ελλάδα έχουν ξεκινήσει να τους στέλνουν στον Εισαγγελέα.

Γιατί όλοι ξέρουν ότι αν υπάρχουν κλήσεις για αδιαφάνεια σε ένα χώρο, αυτό που κάνεις αν θέλεις να τον προστατεύσεις δεν είναι να ισχυροποιήσεις τους ελεγκτικούς μηχανισμούς του, αλλά να ισχυροποιήσεις το σύστημα που τον προστατεύει από τις κλήσεις.

Και όταν κάπου, κάπως, κάποτε στοιχηθούν οι πλανήτες και ξετυλίξει το κουβάρι τότε μπορείς να σαστίσεις.

Να σαστίσεις;

Θα πίστευε κανείς ότι αν κάποιος ενδιαφερόταν για το άθλημα θα ξεκινούσε από την κάθαρση ακριβώς αυτού του κομματιού που είναι εκεί για να το υπηρετεί, αντί να αναζητά όψιμες αντικειμενικότητες σε όσους τονίζουν την υπολειτουργία του και τοξικότητες σε κάποιον Αταμάν.

Ο τοξικός ο Αταμάν. Όπως κάποτε ο παπατζής ο Πιτίνο και ο Γκαστόνε ο Ομπράντοβιτς.

Α και το “τσούκου τσούκου ball” που ήταν καλό για την Ευρώπη αλλά όχι για το ελληνικό πρωτάθλημα. Γιατί όλοι ξέρουν ότι την Γιουβέντους και την Μπαρτσελόνα μπορείς να τις νικήσεις, αλλά ο Ιωνικός στη Νίκαια θέλει άλλου είδους παίκτες.

Συγγνώμη, εκτός από το καλοκαίρι που σου φέρανε το Euro. Εκεί γίνονται πειρατικό.

Tέλος πάντων για να κλείνω.

Η έπαρση στα κακώς κείμενα του μπάσκετ θα ήταν αστεία αν δεν ήταν απλά ενδεικτική της αφετηρίας του καθενός.

Ή του θυμικού του.

Και για χρόνια αν όχι για δεκαετίες, η ένταση της αντίδρασης στα κακώς κείμενα του αθλητισμού έχει εργαλειοποιηθεί κατά το δοκούν σε όλα τα επίπεδα μέσω ενός επίπλαστου ελιτισμού περί της αυτόκλητης προστασίας του αθλήματος που μάχεται εναλλάξ είτε ενάντια στο οπαδικό “πάθος,” είτε στην τοξικότητα.

Από προχτές όμως όλος αυτός ο επίπλαστος ελιτισμός έχει πάει στο διάολο και έχει μείνει ένα κοινό να παρακολουθεί ποιο θα είναι το επόμενο που θα αποκαλυφθεί και πώς θα δικαιολογηθεί.

Ποτέ άλλοτε η διαχρονική αρετή του ευνοημένου δεν είχε πληγωθεί τόσο έντονα.

Το παραπάνω το σκέφτομαι από την πρώτη στιγμή που άρχισαν να βγαίνουν στο φως τα στοιχεία της έρευνας. Για την ακρίβεια ήταν ο αρχικός τίτλος του εν λόγω κειμένου.

Δεν κρύβω ότι δεν περίμενα ούτε κατά διάνοια κάτι ανάλογο με αυτό που βλέπω. Και για να είμαι ειλικρινής πλέον δεν με νοιάζει ποια θα είναι η κατάληξη της ιστορίας.

Κοινώς αυτό που ήθελα να δω το είδα.

Ελπίζω και εύχομαι η επόμενη μέρα στο μπάσκετ, αν υπάρχει τέτοια, να είναι απλά καλύτερη από την προηγούμενη.

Ο πήχυς της “Χρυσής Εποχής” του είναι ήδη ιστορικά χαμηλά και κάθε μέρα που βγαίνει και μία νέα είδηση φαίνεται ότι χαμηλώνει περισσότερο, πράγμα που με κάνει να αισιοδοξώ.

Για όλους τους υπόλοιπους το μόνο που θέλω είναι ναι, να τους δω να τρέχουν.