Στις πρώτες αγωνιστικές σχεδόν όλοι μπορούν να κερδίσουν όλους συνήθως.
Και αυτό γιατί οι περισσότερες ομάδες δεν είναι έτοιμες ακόμα, ενώ κάποιες μπορεί να είναι πιο έτοιμες από άλλες χωρίς απαραίτητα να είναι καλύτερες από αυτές εν γένει.
Με λίγα λόγια οι πρώτες 5-6 αγωνιστικές, ο πρώτος μήνας της σεζόν χοντρικά, σπάνια αποτελούν κριτήριο για το πως θα πάει το πράγμα για τις περισσότερες ομάδες.
Και αυτό καλό είναι να το έχουν στο μυαλό τους όσοι βιάζονται να βγάλουν απόλυτα συμπεράσματα, αρνητικά ή θετικά, από τα πρώτα ματς.
Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που οι εμφατικές νίκες του Παναθηναϊκού στις τρεις πρώτες αγωνιστικές μπορούν να μας πουν λίγα για το πως θα καταλήξει η σεζόν του φέτος.
Μας λένε όμως τα πάντα για το πως ξεκίνησε. Και η αλήθεια είναι ότι ξεκίνησε όπως κάθε οπαδός της ομάδας και φαν του αθλήματος ταυτόχρονα είχε ονειρευτεί.
Κακά τα ψέματα, όλους τους πράσινους οπαδούς και πολύ περισσότερο όσους εξ αυτών δεν τους νοιάζει αποκλειστικά και μόνο το αποτέλεσμα, αλλά γουστάρουν να βλέπουν μπασκετάκι επειδή είναι το πιο fun-to-watch ομαδικό σπορ, η περσινή χρονιά τους ταλαιπώρησε πάρα πολύ ψυχικά και πνευματικά.
Και ο λόγος ήταν ότι μια πανάκριβη ομάδα δεν έπαιξε μπάσκετ της προκοπής όλη τη σεζόν.
Οι αιτίες για αυτό πολλές και έχουν χιλιοαναλυθεί, αλλά στην μεγάλη εικόνα των πραγμάτων αν η δεύτερη σεζόν του κόουτς Αταμαν θα έπρεπε να φέρει τον τίτλο “χρονιά της μεγάλης ατυχίας” λόγω του τραυματισμού Λεσορ που έφερε τα πάντα τούμπα, η περσινή τρίτη σεζόν θα έπρεπε να φέρει την επικεφαλίδα “χρονιά της αυτοκτονίας”.
Πώς αλλιώς να χαρακτηρίσει κανείς το γεγονός ότι ένας πολύ επιτυχημένος προπονητής, ο πιο επιτυχημένος της τρέχουσας δεκαετίας με 3 κατακτήσεις Ευρωλίγκας με δύο διαφορετικές ομάδες τα έκανε όλα λάθος. Όλα, όμως!
Ο περσινός Παναθηναϊκός βίαζε την μπασκετική λογική σε κάθε ευκαιρία και με κάθε τρόπο. Από τις λάθος επιλογές για τις προσθήκες πανάκριβων παικτών στην off season μέχρι τον τρόπο διαχείρισης παλιών και νέων μέσα στη σεζόν.
Και όσοι ασχολούμαστε και αναλύουμε το άθλημα λίγο παραπάνω, κοιτάζαμε αποσβολωμένοι και αναρωτιόμασταν γιατί ένας τοπ προπονητής έκανε τα πάντα για να υπονομεύσει τον εαυτό του και το έργο του.
Ο φετινός Παναθηναϊκός δεν ξέρω αν θα πετύχει περισσότερα από τον περσινό σε επίπεδο τίτλων (αν έπρεπε να ποντάρω σώνει και καλά θα πόνταρα στο ναι, αλλά κανείς δεν μπορεί να προδικάσει τα αποτελέσματα σε μια μακρά σεζόν και με αρκετούς αντιπάλους να είναι πολύ δυνατοί).
Ξέρω όμως και μπορώ να το πω με απόλυτη βεβαιότητα τώρα, μετά τα πρώτα ματς της σεζόν, ότι σταμάτησε οριστικά να βιάζει την μπασκετική λογική.
Βασικά ο νέος Παναθηναϊκός του Ζοτς είναι ο ορισμός της ολικής επαναφοράς της μπασκετικής λογικής στην πιο σύγχρονη μορφή της. Από τον τρόπο που έστησε την ομάδα το καλοκαίρι προσθέτοντας μέγεθος, αθλητικότητα, και αμυντικό φίλτρο, μέχρι τον τρόπο που διαχειρίζεται το υλικό του στην αρχή της σεζόν.
Ο Παναθηναϊκός που μπήκε στη νέα σεζόν με μια πεντάδα πρωτοκλασάτων παικτών εκτός δράσης, δεν έψαξε δικαιολογίες, ούτε βλαστήμαγε την ώρα και τη στιγμή που έχασε τους πόντους του Ναν.
Την ώρα που όλοι μετά την περσινή εμπειρία περίμεναν μαγκωμένοι να δουν αν η ομάδα θα τα καταφέρει χωρίς πολλά από τα αστέρια της ενάντια σε αδύναμους αντιπάλους, ακριβώς επειδή πέρσι δυσκολευόταν να κυριαρχήσει απέναντι σε τέτοιους αντιπάλους ακόμα και με όλα τα αστέρια της, κάποιος είχε δώσει ήδη την απάντηση με δέκα σκάρτες προπονήσεις των υγιών παίκτων του.
Έκανε πρωταγωνιστές τον Μαντζούκα και τον Καλαϊτζάκη (of all people) και καθάρισε 3 ματς Ευρωλίγκας στο ΟΑΚΑ με τρόπο κυριαρχικό που είχαμε να δούμε από τις μέρες που τραυματίστηκε ο Λεσόρ.

Το γράφω και γελάω ότι σε αυτή την ομάδα με το ακριβότερο ρόστερ στη λίγκα, οι παίκτες κλειδιά στις 3 πρώτες αγωνιστικές είναι ένας 23χρονος που όλοι τον είχαν σχεδόν ξεγράψει ως το επόμενο αιώνιο ταλέντο, και ο παίκτης με το λιγότερο ταλέντο ίσως στο ρόστερ, αλλά και τη μεγαλύτερη ενσυναίσθηση για το τι σημαίνει η φανέλα που φοράει και πώς πρέπει να την υπηρετεί.
Και όλα αυτά φέρουν την υπογραφή του ανθρώπου που θα μείνει στην ιστορία του ευρωπαϊκού μπάσκετ ως ο αδιαμφισβήτητος και αξεπέραστος G.O.A.T επειδή ήταν και παραμένει ο απόλυτος ισορροπιστής ανάμεσα στην ομαδική λειτουργία που βασίζεται στην έμφαση στις μικρές λεπτομέρειες που κάνουν τη μεγάλη διαφορά, και την ελευθερία που χρειάζεται το ταλέντο κάποιων παικτών για να ανθίσει.
“He let me rock”, δήλωσε ο Φρανσισκο στο SweekTV μετά την νίκη επί της Μακάμπι, την ώρα που ο Μαντζούκας δήλωνε ότι όταν μας φωνάζει ξέρουμε ότι το κάνει για να διορθώσουμε τα λάθη μας και να γίνουμε καλύτεροι.
Αυτές οι δηλώσεις είναι η καριέρα του Ζοτς in a nutshell.
Κανείς δεν έχει συμβόλαιο με την επιτυχία, λέει το κλισέ. Και αυτό είναι επί της αρχής ένα κλισέ με μεγάλη δόση αλήθειας.
Ωστόσο υπάρχει κι αυτός ο τύπος που έχει κερδίσει 9 ευρωλίγκες με πέντε διαφορετικές ομάδες σε τρεις διαφορετικές δεκαετίες (ξαναδιαβάστε λίγο αυτό που έγραψα για να καταλάβετε τα levels όταν επιχειρούνται συγκρίσεις του Ζοτς με οποιονδήποτε άλλον προπονητή). Θα μπορούσε να πει λοιπόν: Ε, φίλε, εγώ το έχω κάνει σμπαράλια το κλισέ.
Αλλά δεν είναι εκεί η ουσία για τον Ζοτς.
Δηλαδή είναι κι εκεί, και όλοι οι πράσινοι οπαδοί φυσικά θέλουν και ελπίζουν σε νέες επιτυχίες μαζί του. Ο Παναθηναϊκός δεν παίζει ποτέ για τη χαρά της συμμετοχής, άλλωστε.
Η ουσία όμως είναι και στο γεγονός ότι μετά και το ματς με τη Μακάμπι, η μπασκετική ψυχούλα των οπαδών του νιώθει ξανά αυτή την αγαλλίαση ότι η ομάδα τους είναι εκεί για να τους προσφέρει μπάσκετ και όχι βασανιστήριο.
Θα έλθουν και ήττες, θα έλθουν και κάποιες αποτυχίες, αναπόφευκτα.
Περιμένουν και στη γωνία αρκετοί “καλοπροαίρετοι” αναλυτές για μια ήττα στο πρώτο ισχυρό κρας τεστ με τη Φενέρ την επόμενη εβδομάδα ώστε να τονίσουν εκ νέου τις ενστάσεις και αμφιβολίες τους για τον φετινό Παναθηναϊκό, όπως το έκαναν με περίσσεια θέρμη μετά την ήττα από τον ΠΑΟΚ στο Σουπερ Καπ.
Ωστόσο, όσοι μιλάνε για μπάσκετ χωρίς ατζέντα γνωρίζουν πλέον ότι χάσει κερδίσει στο ντέρμπι με τη Φενέρ, ο Παναθηναϊκός του Ζοτς θα συνεχίσει να παίζει μπασκετάκι της προκοπής και οι οπαδοί του θα χαίρονται με αυτό που βλέπουν φέτος.
Θα υπάρχει ξανά αυτή η γλυκιά προσμονή να δουν το επόμενο ματς.
Αυτή που πέρσι είχε χαθεί, που είχε αντικατασταθεί από τον φόβο για το τί θα δουν στο επόμενο ματς.
Ο Παναθηναϊκός του Ζοτς είναι ακόμα στο 50% της απόδοσής του και είναι πιθανό να μην κυριαρχήσει απέναντι στη Φενέρ την επόμενη εβδομάδα. Ή μπορεί και να το κάνει.
Αυτό που μετράει σε αυτή τη φάση όμως δεν είναι το αποτέλεσμα ενός ντέρμπι, αλλά το πως παίζει ήδη μια ομάδα στην οποία μένει να προστεθούν ο καλύτερος σκόρινγκ γκαρντ στην Ευρώπη, Κέντρικ Ναν, ο καλύτερος βέτεραν οργανωτής, Κώστας Σλούκας, και ένας τοπ rim protector και playmaker ρακέτας, ο Μουστάφα Φαλ.
Σε μια ομάδα που όντας ανέτοιμη και ελλιπής λόγω μύριων προβλημάτων στην προετοιμασία παρουσιάζει την καλύτερη άμυνα και τη δεύτερη καλύτερη επίθεση στην εκκίνηση της λίγκας.
Και μπορεί να είναι όντως ένας μικρός γρίφος το πως θα διατηρηθούν οι αγωνιστικές ισορροπίες στη διαχείριση και την απόδοση του ρόστερ όταν θα μπουν όλα τα αστέρια στη μηχανή, αλλά είναι και μια τρομακτική υπόσχεση για το ποιο μπορεί να είναι το ταβάνι αυτής της ομάδας, όταν τη μπαγκέτα της διαχείρισης την έχει ο Ζοτς.
Γιατί αυτό που διακρίνει πρωτίστως τον φετινό Παναθηναϊκό, όπως έχει γίνει σαφές από τον τρόπο λειτουργίας της ομάδας στα πρώτα ματς, δεν είναι η υπερβολική συσσώρευση ταλέντου, αλλά η ενσυναίσθηση των παικτών του ότι αυτό το ταλέντο πρέπει να μπει στην υπηρεσία της ομάδας και όχι το αντίθετο.
Η γλώσσα σώματος και οι δηλώσεις των παικτών του Παναθηναϊκού σε αυτές τις πρώτες αγωνιστικές δείχνουν ότι ο προπονητής έχει καταφέρει να εμφυσήσει ένα νέο αγωνιστικό ήθος.
Και αυτό ήταν που χρειαζόταν αυτή η ομάδα μετά την περσινή περιδίνηση.
Εκτός από την προσθήκη αθλητικότητας και αμυντικού φίλτρου, ήταν και απόλυτη ανάγκη όλοι οι παίκτες να κατανοήσουν ότι οφείλουν να δουλεύουν για – και να διακρίνονται μέσα από – το σύστημα, δηλαδή την ομάδα. Όχι κάποιοι να λειτουργούν ως το σύστημα για το οποίο θα δουλεύει η υπόλοιπη ομάδα.
Και δεν υπήρχε κανείς άλλος με το απαιτούμενο προσωπικό μέγεθος και την ικανότητα να το επιβάλλει αυτό σε όλους τους παίκτες από τον Ζοτς και την ομάδα των legends που έφερε μαζί του.
Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος για τον οποίο ο μπασκετικός Παναθηναϊκός είναι so f***** back!



































































































