Τις τελευταίες μέρες σκεφτόμουν έντονα τη σειρά με τη Βαλένθια.
Έπαιζα ξανά και ξανά στο μυαλό μου την άμυνα αλλαγών, το hedge out, το εάν στο pick n roll ο ψηλός αλλάζει γωνία στο σκριν, το εάν ο Nunn παίρνει τη μπάλα στην κορυφή ή στο πλάι και υπό ποιες συνθήκες και γενικά όλα αυτά περί εξήγησης του 3-2.
Παράλληλα ήρθαν τρία εξαιρετικά κείμενα στο σάιτ τα οποία μιλήσαν για όλα αυτά και… για ακόμα παραπάνω.
Έτσι, αποφάσισα αυτή τη φορά να μη γράψω τη μπασκετική μου ερμηνεία για τη σειρά αμιγώς αλλά να πω δυο πράγματα για τον αρχιτέκτονα αυτής της ομάδας.
Δεν χρονοτριβώ άλλο.
Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για αισθητική και ανθρωπότυπο.
Την αισθητική του εδώ μπασκετικού κοινού και των δημοσιογραφούντων.
Τον ανθρωπότυπο του Εργκίν Αταμάν.
Ο Ataman ως μπασκετικός παρίας
Οι άνθρωποι έχουν αισθητική. Κάθε τι που έρχεται στο διάβα τελικά καταλήγει να κατηγοριοποιείται μεταξύ του “μου αρέσει” και του “δε μου αρέσει”.
Περνάμε από μία διαδικασία συνεχών ερεθισμάτων που λειτουργούν από καλούπι δημιουργίας απλών γούστων έως και ηθικοπλαστικών στοιχείων.
Αυτή ακριβώς η μέθεξη των άπειρων ερεθισμάτων στην οποία υποβάλλεται ο κάθε άνθρωπος δημιουργεί αντανακλαστικά.
Και τα αντανακλαστικά δημιουργούν συναισθήματα. Συναισθήματα που όταν ερχόμαστε σε επαφή με παρόμοια μεταξύ τους ερεθίσματα –μέσω της αντανακλαστικής οδού– βγαίνουν στην επιφάνεια αποκρυσταλλώνοντας a priori απόψεις.
Ας το κάνουμε πιο συγκεκριμένο.
Η αισθητική του μέσου μπασκετικού φιλάθλου είναι το κράμα της μέθεξης της άρχουσας χριστιανικής ηθικής (ανεξαρτήτου -τις περισσότερες φορές- πίστεως στα θεία) και του μπασκετικού αποτυπώματος του “κατά Ζοτς σωστού ανθρωπότυπου”.
Ο εγκέφαλος λειτουργεί με patterns. Είναι δεδομένο και σε ένα βαθμό απαραίτητο. Εξάλλου είναι κάτι εγκατεστημένο μέσω της φυσικής επιλογής και εξέλιξης των ειδών. Αν δεν αναγνωρίζαμε patterns θα ήταν σαν κάθε φορά που ερχόμαστε αντιμέτωποι με κάποιο κίνδυνο να σκεφτόμασταν από την αρχή τι να κάνουμε.
Χωρίς αντανακλαστικά.
Και ναι σε μια κατάσταση “fight or flight” αυτό θα ήταν θανάσιμο.
Το μπάσκετ, εν αντιθέσει με μια πρωτόγονη συνθήκη άμεσου κινδύνου, απαιτεί το ακριβώς αντίθετο.
Απαιτεί ηρεμία, ανοιχτομυαλιά και διάθεση για συνεχή αποκωδικοποίηση νέων πραγμάτων μακριά από στεγανά και βολικά κουτάκια αντανακλαστικών.
Είναι σχεδόν σίγουρο πως σε μια ενδεχόμενη ερώτηση του “η αλαζονεία είναι κάτι εκ θεμελίων αρνητικό, κάτι αδιάφορο, ή κάτι εν δυνάμει και υπό περιπτώσεις θετικό;” η απάντηση που θα λαμβάναμε είναι το πρώτο.
Σε πλήρη αντιστοιχία θα ήταν και η απάντηση που θα λαμβάναμε σε ερώτηση περί “ταπεινότητας”.
Η χριστιανική ηθική για αιώνες ορίζει το πρότυπο σύμφωνα με το οποίο ο ενάρετος άνθρωπος πρέπει να γαλουχηθεί. Η θέωση, κατά το δόγμα της πίστης, είναι δυνατή όταν ο άνθρωπος φτάσει πραγματικά κοντά στον Ιησού.
Δηλαδή στο κατ’εξοχήν πρότυπο ταπεινότητας: “Κατ’εικόνα και καθομοίωσιν”.
Σχεδόν όλοι μα όλοι μάθαμε ότι η Αρετή περνά μέσα από αυτόν ακριβώς το δρόμο της σεμνότητας, της ταπεινότητας.
Και αυτή η αντίληψη είναι τόσο βαθιά ριζωμένη που δημιουργεί αντανακλαστικά αποξένωσης, απέχθειας και ακραιφνούς καχυποψίας απέναντι σε όποιον έστω και επιφανειακά δεν μοιάζει σεμνός.
Οι περισσότεροι δεν ενδιαφέρονται αν ένας προπονητής είναι πραγματικά σοβαρός πχ., αρκεί να είναι σοβαροφανής, να μοιάζει καθώς πρέπει.
Δεν ενδιαφέρονται για την ουσιαστική σεμνότητα, αρκούνται και με τη σεμνοτυφία.
Αποζητούν τον κοινωνικά επιφανειακό και επίπλαστο καθωσπρεπισμό, ως αποτέλεσμα ενός ξεπεσμένου συμπεριφορικά πουριτανικού προτύπου.
Οι υψωμένες γροθιές, τα ειρωνικά γελάκια, οι πομπώδεις δηλώσεις, το δημόσιο κράξιμο σε παίκτες, η παραδοχή της πίστης του “I am great, I am the most successful” είναι πράγματα εντελώς αντίθετα από την αισθητική ενός ανθρώπου που έχει υιοθετήσει μια στάση ηθικού κομφορμισμού.
Ας δούμε για παράδειγμα πώς αντιμετωπίστηκε ο Pedro Martinez από τη συντριπτική πλειοψηφία των δημοσιογράφων –και όχι μόνο– ως ένας δεδομένα gentleman. Δεν υπήρχε καν η υποψία ότι το tact που δεδομένα εξέπεμπε ίσως αντικατασταθεί από συμπεριφορά ενστίκτου ή απόλυτης μικροπρέπειας αν νιώσει ότι η σειρά χάνεται.
Όπερ και εγένετο.
Ο Αταμάν στα μάτια των εδώ πολλών θα είναι πάντα ένας λίγο ανήθικος τύπος που δεν είναι “σωστός” άνθρωπος, δεν είναι “ενάρετος”.
Και τελικά δεν είναι αρεστός.
Αυτός είναι και ο πρώτος βασικός λόγος για τον οποίο ο Αταμάν έπρεπε να αποτύχει. Ήθελαν να αποτύχει. Περιμέναν καρτερικά στη γωνία να αποτύχει.
Ο δεύτερος είναι καθαρά μπασκετικός.
Το τι είναι “σωστό” και το τι όχι, για το εδώ κοινό, δεν είναι απλώς κάτι συγκεκριμένο σε όρους μπασκετικής αισθητκής, αλλά πλέον ανάγεται σε μια συζήτηση δικαιοσύνης.
Δικαιοσύνης με τον πιο διαστρεβλωτικό και άλογο τρόπο.
Για τους εδώ “μπασκετανθρώπους” το σωστό μπάσκετ πρέπει να είναι “σκεπτόμενο”, πρέπει να έχει μια “λεπτομέρεια” συγκεκριμένη και ορισμένη. Δεν μπορεί να είναι κάτι διαφορετικό.
Δεν μπορεί να είναι σωστό, δίκαιο ή έξυπνο να κερδίζεις με πιο “απλό” τρόπο επειδή τα guard σου είναι πιο ταλαντούχα.
Αντιθέτως είναι άδικο, τυχερό, ταβερνιάρικο.
Βολονταριστική μπασκετική δικαιοσύνη.
Ο προπονητής επιβάλλεται να είναι πατερούλης.
Επιβάλλεται να είναι παρεμβατικός σε πλαίσιο υποτιθέμενου σέρβικου μπάσκετ.
Και λέω υποτιθέμενου γιατί ανάθεμα πώς γίνεται αντιληπτό το σέρβικο μπάσκετ και πως πραγματικά είναι.
Ο Αταμαν είχε τον Nunn και έλα μωρέ σκοράρει όπως θέλει.
Είχε τον Lessort και ντάξει είναι τέρας.
Είχε το Σλούκα που είναι computer και οκ καμουφλάρει την έλλειψη τακτικής επάρκειας του coach.
Είχε τον Larkin, τον Micic, τον Singleton.
Είχε, είχε, είχε.
Παρεμπιπτόντως έχει και 3 Ευρωπαϊκά.
Αντί να υπάρξει μπασκετική αποκωδικοποίηση του γιατί ένα διαφορετικό μοντέλο πετυχαίνει, παρατηρούμε υποτίμηση.
Γιατί το μέτρο του καλού προπονητή είναι το πόσο σύνθετα plays έχει.
Πόσο μονοδιάστατη και ξεπερασμένη αντίληψη άραγε είναι αυτή;
Μοιάζει απίστευτος ξαφνικά ο μεταβολισμός μιας διαφορετικής προσέγγισης.
Μιας προσέγγισης που οικοδομείται μέσα από σπάνια και exceptional διαχειριστικά skills, skills γύρω από το recruitment. Soft skills.
Ο Αταμάν έχει ένα συγκεκριμένο guard oriented pick n roll πλαίσιο. Το τι χρειάζεται για να πετύχει το μοντέλο του το έχουμε πει πολλάκις.
To ζητούμενο εδώ είναι η άρνηση –με απέχθεια– ενός μπάσκετ που βασίζεται στο ταλέντο των παιχτών του, που δίνει ελευθερίες, που θέλει ηγέτες και δυνατούς χαρακτήρες.
Χαρακτήρες νικητές, έντονους, δυναμικούς και των οποίων η ομαδικότητα δεν ορίζεται από επιφανειακά αλτρουιστικές δηλώσεις αστικής ευγένειας ούτε και από εντός του παρκέ τίκι-τάκα. Αλλά από την επί της ουσίας αποδοχή ρόλων ώστε να επιτευχθεί ο απόλυτα κοινός στόχος τους. Η απόλυτη επιτυχία.
Η κούπα.
Για να συνοψίσω. Το εδώ κοινό δεν γουστάρει τον Αταμάν στις δυο βασικές του υποστάσεις.
Ως άνθρωπος θα λογίζεται ως γραφική, αλαζονική, αγενής και ως εκ τούτων ανήθικη καρικατούρα, ενώ ως προπονητής σαν ένας τυχερός τεμπελάκος, του οποίου το μπάσκετ πετυχαίνει λόγω παικτών ετερόφωτα.
Λόγω παικτών!
Έχει τόσο μεγάλη σημειολογική αντίθεση η σκέψη ότι είναι κακό να πετυχαίνεις κυρίως λόγω παικτών που θα μπορούσα να γράψω ένα ολόκληρο κείμενο μόνο για αυτό το θέμα.
Άραγε πως κρίνονται προσωπικότητες όπως ο Michael Jordan, ο Kobe Bryant κλπ από τους ακριβώς ίδιους ανθρώπους που με κάθε ευκαιρία κατακεραυνώνουν βιτριολικά την “αλαζονεία” του Τούρκου τεχνικού και παράλληλα αποθεώνουν τους προπονητές που κέρδισαν ό,τι κέρδισαν έχοντας στο ρόστερ τους αυτά τα αλαζονικά ιερά τέρατα του μπάσκετ;
Θα βάλω τελεία εδώ όμως στο θέμα “αισθητική”.
O Αταμανιακός ανθρωπότυπος
Έχω την πεποίθηση ότι η επαναλαμβανόμενη απόλυτη επιτυχία στο υψηλότερο επίπεδο έχει πολυεπίπεδα αιτιολογική ερμηνεία.
Και όταν λέω “πολυεπίπεδα” εννοώ από τακτική και μπασκετικό κόνσεπτ μέχρι χαρακτήρας.
Το έχουμε δει από την επιστήμη μέχρι τις τέχνες και τον αθλητισμό.
Η δεύτερη πεποίθησή μου, η οποία και απορρέει άμεσα από την πρώτη, είναι ότι οι ομάδες αποκτούν σταδιακά το χαρακτήρα του προπονητή τους.
Ο χαρακτήρας αυτός γίνεται φανερός τόσο στις μεγάλες επιτυχίες όσο και στις μεγάλες αποτυχίες.
Για να το θέσω πιο ωμά.
Μια επιτυχία μεγέθους της Ευρωλίγκας του ’24 αιτιολογείται ντετερμινιστικά και απόλυτα από το σύνολο των χαρακτηριστικών του Τούρκου τεχνικού.
Η φετινή ιστορικών διαστάσεων αποτυχία αποτελεί το αιτιολογικό αντίβαρο της παραπάνω επιτυχίας.
Ας σκεφτούμε για λίγο γιατί θεωρείται τόσο τεράστια η έβδομη κούπα.
Η βασική αιτία είναι ότι ο Αταμάν πήρε μια ομάδα από τη 17η θέση, κάνοντας ολικό rebuild και την πρώτη σεζόν το σήκωσε.
Αυτό έμοιαζε ακατόρθωτο ακριβώς γιατί λειτουργεί ως θέσφατο η άποψη ότι είναι αδύνατον στο μπάσκετ να γίνει η απόλυτη αφομοίωση των απαιτήσεων και του playstyle ενός νέου προπονητή σε μια νεοσύστατη ομάδα από την πρώτη κιόλας σεζόν.
Στην ανατροπή αυτού ακριβώς του θέσφατου κρύβεται και η ερμηνεία της ομορφιάς του μοντέλου του Αταμαν.
Η επιτυχία εδράζεται σε δυο πυλώνες. Ο ένας είναι το αγωνιστικό του μοντέλο και ο άλλος είναι ο ψυχολογικός.
Το μπάσκετ του Τούρκου τεχνικού είναι σε σύλληψη απλό, σε λεπτομέρεια μη απαιτητικό και ως εκ τούτου γρήγορα αφομοιώσιμο. Για να πετύχει θέλει παίκτες με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και ταλέντο.
Όταν υπάρχουν, γινόμαστε μάρτυρες του πιο πετυχημένου μοντέλου τις τελευταίας δεκαετίας.
Με λίγα λόγια, η απλότητα όχι απλώς δεν είναι κάποια επί της αρχής δομική αδυναμία αλλά αποτελεί τμήμα της επιτυχίας του και κυρίως της επιτυχία του ’24.
Παράλληλα, όλο αυτό θα ήταν αδύνατο αν δεν υπήρχε η αμοραλιστική προσέγγιση του κόουτς ως προς τους παίκτες.
Ο Αταμάν δεν είναι πατερούλης. Το ’23-’24 ήταν ένας επί της ουσίας κυνικός τεχνικός που ήθελε να γίνει η δουλειά.
Για αυτό πήρε τον Nunn και έδιωξε τον Guy. Για αυτό έπαιζε με κοντό rotation και εμπιστευόταν συγκεκριμένους παίκτες. Για αυτό τους έβγαζε στη σέντρα όταν δεν απέδιδαν. Για αυτό μιλούσε πομπωδώς για Final 4 και κούπες.
Επέβαλε στην ομάδα μια κουλτούρα killer που θα παίζει όποιος κάνει τα απαιτητά.
Αυτό, συναρτήσει του πόσο πιεστικός τύπος είναι, δημιούργησε μια winning μηχανή. Μια ομάδα με τρομακτικό χαρακτήρα, γιατί ακριβώς επιβίωναν όσοι τόσο μπασκετικά όσο και ψυχολογικά μπορούσαν να ανταπεξέλθουν.
Η επιτυχία του ’24 αποτελεί το λαμπερότερο διαμάντι της φιλοσοφίας του. Άμεσο αποτέλεσμα και απότοκο ψυχολογικής επάρκειας και αποθέωσης του “απλού” μπάσκετ από ταλαντούχα παιδιά.
Εν ολίγοις, η απόλυτη αυταρχική πίεση στην οποία υπέβαλε την ομάδα ο κόουτς, σε ένα ρόστερ που ο ίδιος έστησε τρομερά πετυχημένα (με την όποια τύχη μη τραυματισμού κάποιου την κρίσιμη ώρα), λειτούργησε ως η κινητήρια δύναμη της επιτυχίας.
Και ναι, ο Αταμάν όση ελευθερία δίνει μέσα στα plays άλλο τόσο αυταρχικός είναι στο γενικό πλαίσιο που θέλει ομάδα του να αγωνίζεται.
Ο κοινωνικός ψυχολόγος Kurt Lewin απέδειξε πειραματικά τα άμεσα υψηλά αποτελέσματα που μπορεί να έχει σε ένα σύνολο ένα αυταρχικό μοντέλο. Υψηλότερα κι από το δημοκρατικό leadership.
Κατέδειξε όμως και τα αντίθετα αποτελέσματα του ίδιου μοντέλου σε βάθος χρόνου.
Και αυτό μας φέρνει στο δεύτερο μισό της κουβέντας μας. Στη φετινή αποτυχία και στην άλλη πλευρά αυτής της φιλοσοφίας.
Στο ίδιο ακριβώς πείραμα καταδείχθηκε ότι η αυταρχική ηγεσία με το πέρασμα του χρόνου δημιουργεί εσωτερικούς τριγμούς, διαμάχες και κούραση με αποτέλεσμα την αποτυχία του συνόλου.
Ο Εργκίν Αταμάν είναι αμετακίνητος από τις αρχές του, ανελαστικός και απόλυτος. Σπάνια συμβουλεύεται τους συνεργάτες και σχεδόν ποτέ τους παίκτες του.
Παράλληλα, η συνεχής πίεση, η απολυτότητα και το απόμακρο του χαρακτήρα του έχουν μια συγκεκριμένη επίδραση σε μια ομάδα.
Αυτό που θέλω να πω με απλά λόγια είναι ότι ο συνδυασμός του αυταρχικού αμοραλισμού από τη μια και της συναισθηματικής πίεσης από την άλλη δεν μπορεί να είναι sustainable μοντέλο μακροχρόνια.
Αντιθέτως, αυτό το μοντέλο, ειδικά όταν έχει φέρει την απόλυτη επιτυχία από την πρώτη χρονιά, παντρεύεται με ενός συγκεκριμένου τύπου αλαζονεία, έχοντας ως αποτέλεσμα αφενός τη συναισθηματική κούραση και αποξένωση των παικτών από τον κόουτς και αφετέρου την ενίσχυση του αμετακίνητου του χαρακτήρα του.
Το χειρότερο αμάρτημα του Αταμάν δεν είναι η υποτιθέμενη και με βάση τα συντηρητικά πρότυπα συμπεριφορική του αλαζονεία. Είναι η ουσιαστική μπασκετική του αλαζονεία.
Δεν μπορεί να αιτιολογηθεί με κανένα άλλο τρόπο το γεγονός ότι ενώ η ομάδα φώναζε για σκληράδα και οργανωτικά skills με κάποιο έστω σουτ στη θέση του PG, πήγε και πήρε τον Shorts για να τον βάλει να παίζει στατικά pick n roll.
Δεν μπορεί να αιτιολογηθεί διαφορετικά το γεγονός ότι ενώ η ομάδα ήθελε κάποιον “αλήτη” στο 5 που πρωτίστως θα κάνει τον τερματοφύλακα, διώχνει τον Gabriel για να πάρει έναν ταλαντούχο φλώρο από το ΝΒΑ που θα κληθεί να παίξει hedge out ενώ παράλληλα κρατάει και τον Omer.
Δεν μπορεί να αιτιολογηθεί διαφορετικά το γεγονός ότι ενώ όλη τη σεζόν θες να παίξεις hedge out δεν έχεις δουλέψει περιστροφές.
Ότι ενώ η ομάδα θέλει μέγεθος επιμένεις σε σχήματα με 3 guard δοκιμάζοντας ελάχιστα τον NHD στο 3.
Ότι ενώ έχεις θέμα αμυντικών στοπς στην 1η κιόλας γραμμή άμυνας παίζεις με Brown-Σλούκα το ’25 και με Shorts-Σλούκα το ’26.
Μόνον ως αποτέλεσμα μπασκετικής αλαζονείας μπορεί να εξηγηθεί ότι ενώ κάνεις δύο break στη Βαλένθια παίζοντας αλλαγές και flat στοχευμένα ενώ στην επίθεση δουλεύεις τα plays σου χτυπώντας την άμυνά τους, στο ΟΑΚΑ πας ξανά με hedge out και στατικές επιθέσεις με τον Νunn σε κεντρικά pick n roll.
Στο Game 3 το ματς δεν γυρίζει μόνο γιατί ΟΑΚΑ και οι φίλαθλοι κρέμονται σαν τα τσαμπιά κι άλλα οπαδικά ανδραγαθήματα.
Το ματς γυρίζει γιατί πρωτίστως η ομάδα πήγε σε αλλαγές με εντολή Σερέλη μετά την αποβολή του κόουτς, αναγκάζοντας τη Βαλένθια να βγει εντελώς έξω από τη νόρμα της, παίζοντας ένα άναρχο και φοβικό 1vs1.
Αλλά είπα, δεν θα αναλύσω πολύ την τακτική αυτή τη φορά.
Αγπημένε Έργκιν, φέτος απέτυχες.
Και αυτή η αποτυχία έχει ξεκινήσει από πέρυσι.
Απλώς φέτος έγινε πέραν πάσης αμφιβολίας φανερή.
Είναι γνωστό ότι η μη επίτευξη των βασικών ονείρων φέρνει συχνά θλίψη και κομπλεξισμό. Παράλληλα, η γρήγορη επίτευξή τους φέρνει εφησυχασμό και έλλειψη κινήτρου.
Η αποτυχία του κόουτς είναι συνδυασμός των δομικών χαρακτηριστικών του, της αρνητικής πλευράς αυτών που οδήγησαν στο 7ο αστέρι.
Αυτά, σε συνδυασμό με την έλλειψη κινήτρου, οδήγησαν σε ένα συνεχές και κλιμακούμενο underperformance τόσο του ιδίου όσο και της ομάδας.
Από τον Αύγουστο του 24’ έως και τον Απρίλιο του 26′.
Το Requiem του Αταμάν έρχεται με τρόπο ίσως αναμενόμενο, αλλά σε timing που πονάει και που προσωπικά ήλπιζα μέχρι τελευταία στιγμή να μην έρθει.
Ο Αταμάν κατάφερε να γράψει το όνομά του με χρυσά γράμματα στην ιστορία ενός τεράστιου συλλόγου.
Δηλαδή όπως ακριβώς άξιζε και στις δυο πλευρές.
Για μερίδα των εδώ υποτιθέμενα μπασκετικών η φετινή αποτυχία είναι κάποιου είδους δικαίωση της δογματικής και διαστρεβλωματικής μπασκετικής τους πεποίθησης περί “σωστού” και “λανθασμένου” μπάσκετ, περί “ηθικού” και “ανήθικου” προτύπου.
Αυτό περιμέναν από την πρώτη στιγμή, αυτά έγραφαν αρκετοί ακόμα και μετά την κούπα.
Για κάθε τέτοια ξεπεσμένη μπασκετικά αράδα θα υπάρχει πάντα κάποιο Βερολίνο να τους ξεγυμνώνει.
Η άποψη του γράφοντος είναι ότι ο Παναθηναϊκός σαν μέγεθος δεν μπορεί και δεν πρέπει να μην έχει στο τιμόνι του ένα πραγματικά μεγάλο προπονητή.
Όχι μόνο ένα σπουδαίο στην τακτική ή στη διαχείριση.
Έναν που να τα έχει όλα.
Τέτοιος είναι ο Εργκίν Αταμάν και επειδή είναι πιθανό να μην είναι εδώ την επόμενη μέρα, το λέω από τώρα και δυνατά:
Τέτοιος πρέπει να είναι και ο επόμενος.
Ο σύλλογος θα είναι –όπως όλα δείχνουν– εδώ.
Γιατί αυτό του πρέπει, αυτό μπορεί και αυτό έχει μάθει να κάνει.
Σε αυτό το σύλλογο, στον Παναθηναϊκό των 7 αστεριών, θέλω να δω έναν Great.
O νοών νοείτω.

