Για κάθε οπαδό είναι όμορφο η ομάδα του να τον γεμίζει ελπίδα και αισιοδοξία. Να του προκαλεί ένα κάποιο αίσθημα σιγουριάς.
Και μετά από καιρό οι πράσινοι οπαδοί έχουν αρκετούς λόγους να νιώθουν έτσι για την ομάδα τους.
Για όσους δεν αρέσκονται να εθελοτυφλούν, ο Παναθηναϊκός έφτασε πολύ κοντά στο χείλος του γκρεμού στον δεύτερο γύρο της φετινής Ευρωλίγκας. Ειδικά η ήττα από την Παρί ήταν το πραγματικό low point της σεζόν, θέτοντας εμφατικά το ερώτημα αν αυτή η – ως τότε βαριά άρρωστη σε αγωνιστικό επίπεδο – ομάδα μπορεί να επιστρέψει.
Τελικά επέστρεψε και υπάρχουν μπασκετικοί λόγοι για αυτό.
Ένας βασικός λόγος είναι ότι επέστρεψε ο κόουτς Αταμαν.
Η μαύρη τρύπα της ομάδας ήταν κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση της μαύρης τρύπας που βρισκόταν ο προπονητής της. Ο Παναθηναϊκός του δεύτερου γύρου ήταν μια ομάδα κακή επιθετικά και κακή αμυντικά. Μια ομάδα χωρίς καμία αγωνιστική ταυτότητα δηλαδή, παρότι ξεχειλίζει από ταλέντο και είναι γεμάτη από τις πιο μεγάλες προσωπικότητες σε επίπεδο παικτών και κόουτς.
Στο σερί των τελευταίων τεσσάρων νικών ο Παναθηναϊκός άρχισε να αποκτάει ξανά αγωνιστική ταυτότητα αφού έγινε τουλάχιστον one way team, βγάζοντας φωτιά στην επίθεση.
Σε αυτό το σερί καταγράφει το εκπληκτικό 131.97 ΟRTG, η καλύτερη επίθεση της λίγκας σε αυτό το διάστημα, αλλά και το κάκιστο 122.64 DRTG, σταθερά μία απο τις χειρότερες άμυνες της λίγκας δηλαδή (θα επανέλθω σε αυτή τη σημαντική παράμετρο).
Προς το παρόν κρατάμε ότι το ισοζύγιο μεταξύ άμυνας και επίθεσης έγινε ξεκάθαρα θετικό μετά από καιρό. Αυτό σε συνδυασμό με την επιστροφή του χαμένου refuse-to-lose χαρακτήρα στα 4α δεκάλεπτα βοήθησε την ομάδα να επανέλθει στις νίκες όταν το πράγμα είχε φτάσει στο μη παρέκει.
Το ματς με την Ντουμπάι ήταν το πιο σημαντικό σε αυτό το πλαίσιο γιατί εκεί ο Αταμάν για πρώτη φορά φέτος έδειξε να αντιλαμβάνεται πλήρως και να αποκτά έλεγχο του βάθους του υλικού του. Οι ψηλές πεντάδες που δοκίμασε για πρώτη φορά από τα μισά του 2ου δεκαλέπτου και μετά έδειξαν ότι αντιλήφθηκε την ανάγκη να σταματήσει η εμμονή σε κάποια πλήρως δυσλειτουργικά σχήματα.
Την ίδια καλή προσέγγιση στη διαχείριση του ρόστερ είδαμε από τον κόουτς και στο ματς με τη Μονακό. Και ως γνωστόν σύμπτωση επαναλαμβανόμενη παύει να είναι σύμπτωση.
Ο Παναθηναϊκός δεν θα μπορούσε να ελπίζει σε τίποτα αν ο Αταμάν δεν έβγαζε το δικό του top game. Κι αν ξέρει να κάνει ένα πράγμα καλά ο κόουτς, είναι να βγαίνει μπροστά όταν κρίνονται οι τίτλοι.
Μπορεί τα low των ομάδων του να είναι πολύ χαμηλά (και αυτο το είδαμε και πέρσι στο τέλος της σεζόν, ειδικά στους ελληνικούς τελικούς, και φέτος ειδικά από τις αρχές του δεύτερου γύρου μέχρι πρόσφατα), αλλά όταν ρολάρουν στα κρίσιμα οι πιθανότητες να πάνε all the way αυξάνονται περιοδικά.
Ο κόουτς, λοιπόν, είναι σίγουρα the man for the job για να μετατρέψει μια σεζόν που εξελισσόταν καταστροφικά σε επιτυχημένη (ο φετινός Παναθηναϊκός εκπέμπει ξεκάθαρα πλέον vibes Εφες 2021-22).
Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, τη χρονιά τη σώζει η τεράστια μεταγραφή του Nigel Hayes-Davis.
Και τα credits για αυτήν τη μεταγραφή πρέπει να πάνε στη διοίκηση.
Παρακολουθώντας την αγωνιστική πτώση της Φενέρ το τελευταίο διάστημα, οφειλόμενη εν πολλοίς και στην κομβική απουσία του Μέλι, του με διαφορά mvp της ομάδας φέτος και κολώνα του οικοδομήματος στην ισχνή φροντλάιν της, δεν μπορούσα να μη σκεφτώ μετά τη χθεσινή ήττα των Τούρκων από τη Ζάλγκιρις ότι αν είχε πάρει η Φενερ τον NHD θα ήταν μάλλον ήδη πρωταθλήτρια Ευρώπης.
Τον πήρε όμως ο Παναθηναϊκός και αυτό έδωσε μια μοναδική ευκαιρία στον προπονητή του να βγει από τον λαβύρινθο του εγκλωβισμού σε ένα μπάσκετ που ήταν ασφυκτικά εξαρτημένο από την απόδοση των γκαρντ του.
Η επιστροφή του Lessort ήταν το κερασάκι στην τούρτα αυτής της εξέλιξης.
Για να καταλάβουμε τη διαφορά, ο Παναθηναϊκός μέχρι πρόσφατα ήταν από τις τελευταίες ομάδες σε εκτελεσμένα τρίποντα ανά ματς στη λίγκα. Στα 3 τελευταία ματς έχει εκτελέσει 85 τρίποντα (28 μ.ο.) με το εκπληκτικό 43.5%.
Αυτή η αλλαγή στη λειτουργία της επίθεσης, παράγωγο της οποίας είναι και οι κατοστάρες στα τελευταία δύο ματς, είναι απόρροια της παρουσίας του Lessort και του inside-out παιχνιδιού που φέρνει, όπως κανένας άλλος ψηλός της ομάδας.
Και φυσικά της προσθήκης του NHD, οποίος σουτάρει με 50% σε 6.3 εκτελεσμένα per game.
Ο Lessort μπορεί να βρίσκεται στο 50% της ατομικής απόδοσης, πράγμα απόλυτα φυσιολογικό για έναν παίκτη που έμεινε εκτός για τόσο μεγάλο διάστημα, αλλά το gravity της παρουσίας του στην επίθεση του Παναθηναϊκού δεν μπορεί να καταγραφεί πλήρως από τα ατομικά στατιστικά του.
Τα δύο βίντεο που ακολουθούν είναι ενδεικτικά.
Στο πρώτο βίντεο βλέπουμε vintage kick out πάσα από τον Lessort στον Grigonis για τρίποντο από τις 45.
Στο δεύτερο βίντεο ο Lessort βλέπει πάλι ότι η άμυνα έχει κλείσει για να εμποδίσει το ποστάρισμα του και πάσαρει στον Juancho που με τη σειρά του κάνει εξτρα πάσα στον ελεύθερο Nunn. Αποστάσεις και καλή κυκλοφορία της μπάλας, όλα βασισμένα στο gravity που φέρνει ο ανέτοιμος ακόμα Ματίας.
Στο ματς με τη Μονακό βγαίνουν αρκετά ελεύθερα σουτ, και ένας από τους λόγους είναι ότι η άμυνα αναγκάζεται συχνά να κλείσει για να αποτρέψει το one-on-one του Ματίας. Αν ο Παναθηναϊκός δεν ήταν τόσο inefficient στις ελευθερες εκτελέσεις, το σκορ μπορεί να είχε πιάσει αστρονομικά νούμερα.
Η επίθεση, λοιπόν, δείχνει να φτάνει στο επίπεδο που όλοι ελπίζαμε ότι θα πιάσει τη φετινή σεζόν στο πιο κρίσιμο σημείο της, όταν η ομάδα το χρειαζόταν πιο πολύ από ποτέ.
Τα πρωταθλήματα όμως τα κερδίζει η άμυνα, σύμφωνα με το γνωστό κλισέ.
Και αυτό μπορεί να μην είναι ακριβώς αλήθεια, καθώς μετά την αλήστου μνήμη εποχή της Λιμόζ κερδίζουν συνήθως οι ομάδες που έχουν έναν στοιχειώδη two-way χαρακτήρα, ο Παναθηναϊκός όμως (εξακολουθεί να) έχει σοβαρό πρόβλημα στο αμυντικό κομμάτι.
Τα επόμενα 3 εκτός έδρας ματς μπορούν να κάνουν τη διαφορά ανάμεσα στην είσοδο ακόμα και στην τετραδα ή στον περιορισμό σε μια θέση στα play in.
Εδώ θα ανοίξω μια μικρή παρένθεση για να πω ότι η νίκη της Ζαλγκίρις στη Φενερ μπορεί να μοιάζει εκ πρώτης όψεως ως κακό αποτέλεσμα για τον Παναθηναϊκό, αλλά δυνητικά μπορεί να αποδειχθεί σε καλό.
Αρκεί ο Παναθηναϊκός να κάνει την υπέρβαση με το 4/4, πράγμα διόλου εύκολο φυσικά.
Αν όμως το καταφέρει και παραμείνει ισόβαθμος με τη Ζαλγκίρις μέχρι τέλους, τότε η πιθανότητα μιας τριπλής ισοβαθμίας μαζί με Βαλένθια είναι μεγάλη. Σε αυτό το σενάριο ο Παναθηναϊκός θα βρεθεί 4ος και στο πλεονέκτημα ακόμα κι αν δεν έχει καλύψει τη διαφορά των 10 πόντων με τους Ισπανούς.
Αυτά όμως είναι υποθέσεις εργασίας που για γίνουν πραγματικότητα βασική και αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση είναι η ομάδα του Αταμάν να κάνει άμεσα το επόμενο βήμα στην απόδοση της, αποκτώντας στοιχωδώς two-way χαρακτήρα.
Το υλικό και τα σχήματα για να το καταφέρει υπάρχουν και είναι γνωστά πλέον.
Ειδικά στην Ισπανία ο Παναθηναϊκός δεν μπορεί να κατέβει με λογική outscoring για να πάρει τα ματς. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να πάρει αυτά τα ματς από την επίθεση του αν αυτή πιάσει υψηλά επίπεδα απόδοσης, όπως απέναντι στην Ντουμπάι πχ. Σημαίνει όμως ότι αν κατέβει με αυτή τη νοοτροπία η πιθανότητα να ηττηθεί θα είναι αυξημένη.
Όλα τα ματς από δω και πέρα θα είναι επιπέδου playoff και εκεί οφείλει να κατέβει με τη λογική ότι θα κερδίσει από την άμυνα, ξεκινώντας από καλύτερες περιστροφές στα αρκετές φορές ανούσια και αχρείαστα hedge out στα οποία επιμένει ως τακτική.
Επίσης απαγορεύεται να δείξει την ίδια κακή αμυντική νοοτροπία στο transition που είδαμε στο δεύτερο ημίχρονο με τη Μονακό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ακόλουθη φάση όπου μετά από λέι-απ του Juancho η Μονακό σκοράρει με εύκολο λέι-απ στον αιφνιδιαμό λόγω αργής επιστροφής και μη σωστής κάλυψης του παίκτη του Ισπανου από τους συμπαίκτες του.
Τέτοια αφελή λάθη απαγορεύονται στη συνέχεια και ειδικά στα κρίσιμα εκτός έδρας που ακολουθούν. Ο βαθμός βελτίωσης της άμυνας στην τελική ευθεία της σεζόν θα κρίνει εντέλει και το τελικό αποτέλεσμα.
Ο Παναθηναϊκός δεν χρειάζεται να αποκτήσει άμυνα-γρανίτη (στόχος ούτως ή άλλως ουτοπικός σε αυτό το σημείο της σεζόν) για να πάει all the way. Αυτό που χρειάζεται είναι να καταφέρει να φτάσει η άμυνα του σε ένα σταθερά ικανοποιητικό επίπεδο όσο η επίθεση του θα συνεχίζει να δουλεύει καλά.